ΣΑΝ ΤΟΝ ΛΩΤΟ ΔΕΝ ΕΧΕΙ: Η ΣΥΝΑΡΠΑΣΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΞΑΚΟΥΣΤΟΥ, ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΥ ΔΙΣΚΟΠΩΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Μουσικόφιλοι σε όλη την Ελλάδα πίνουν νερό στο όνομα αυτού του εμβληματικού «ναού» του βινυλίου, και όχι μόνο, που κλείνει τα 35, έχοντας παίξει ενεργό ρόλο ακόμη και στη διαμόρφωση μουσικών ρευμάτων. Μακριά από τις παγίδες του hype και του fomo, χωρίς social media, μιλά στο NEWS 24/7 ο ιδιοκτήτης του, Προκόπης Τζιλής. Ένας ευγενικός και συνεπής δισκοπώλης. Ένας πιστός και ισόβιος κάτοικος μιας αντιφατικής μεγαλούπολης.
Τριάντα πέντε χρόνια αφότου ο Λωτός, ένα από τα πιο καλά και ξακουστά δισκοπωλεία της Ελλάδας, άνοιξε για παρθενική φορά τις πόρτες του στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, ο συνιδρυτής και μέχρι σήμερα ιδιοκτήτης και ιθύνων νους του, Προκόπης Τζιλής, θυμάται σαν τώρα την πρώτη μέρα στη δουλειά:
«Ο Λωτός ξεκίνησε τη διαδρομή του στις 22/12/1990 και η “βάση” του βρισκόταν στην Καστριτσίου 13, όχι πολύ μακριά από τη Σκρα 7, όπου και μεταφέρθηκε τον Οκτώβριο του 1996 και συνεχίζει έως σήμερα. Αυτά τα πρώτα χρόνια, ήμουν συνέταιρος/συνοδοιπόρος με τον Κώστα Δημητρίου, ο οποίος καθόρισε εξίσου με μένα αυτή την πρώτη φάση του. Τα πρώτα 3,5 χρόνια περίπου, λειτούργησε σαν βιβλιοδισκοπωλείο και από τα μέσα του 1994 και μετά σαν καθαρό δισκοπωλείο. Η πρώτη μέρα ήταν γεμάτη ενθουσιασμό, ενέργεια και πολλές θετικές σκέψεις. Με πολύ κόσμο να ανεβοκατεβαίνει (ο πρώτος Λωτός στην Καστριτσίου είχε και ένα τεράστιο υπόγειο), να ψάχνει, να ρωτάει και να εμψυχώνει. Είχα πολύ κέφι, όρεξη και αισιοδοξία για το μέλλον».
Θυμάται λοιπόν σαν τώρα την πρώτη μέρα προφανώς γιατί ήταν η κορύφωση μιας εντατικής προετοιμασίας που είχε διαρκέσει έναν ολόκληρο χρόνο.
«Η σύλληψη της ιδέας του Λωτού έγινε το προηγούμενο καλοκαίρι (σε μεγάλα βαθμό στα πλαίσια ελεύθερου κάμπινγκ στην Ερεσό, στη Λέσβο), μέσα από συζητήσεις με τον Κώστα και όταν το Σεπτέμβριο βρήκαμε το χώρο, θεωρήσαμε ότι είναι ιδανικός γι’ αυτό που θέλουμε να κάνουμε και βάλαμε μπροστά τη διαδικασία. Καθώς ο χώρος ήταν φαρμακαποθήκη, οι πρώτες κινήσεις είχαν να κάνουν με την αποσυναρμολόγηση του εξοπλισμού, τον καθαρισμό και τη λειτουργική διαμόρφωσή του. Ο σχεδιασμός του χώρου και των επίπλων έγινε από τον “συγχωρεμένο” πλέον συνονόματο εξάδελφό μου. Και ακολούθησε η αγορά εμπορευμάτων μέσα από ψάξιμο και επισκέψεις στις αποθήκες διανομέων δίσκων και βιβλίων στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα» λέει στο NEWS 24/7 και θυμίζει ότι επρόκειτο για εποχές προ διαδικτύου, οπότε οι διά ζώσης επαφές και η επιτόπια αναζήτηση ήταν ο καλύτερος τρόπος για να πραγματοποιηθούν οι πρώτες σχετικά μαζικές αγορές εμπορεύματος. «Ακόμα και οι πρώτες επαφές με διανομείς του εξωτερικού (κυρίως αργότερα και όταν ξεκινούσε η δεύτερη φάση του Λωτού στην Σκρα) έγιναν σε πολλές περιπτώσεις με ταξίδια στο εξωτερικό. Μετά ακολούθησε η τηλεφωνική ενημέρωση για τις νέες κυκλοφορίες και μέσα στα χρόνια τη διαδέχθηκαν τα φαξ, τα emails για να καταλήξουμε πλέον στα b2b sites. Επίσης, φροντίσαμε για τη διακόσμηση, τυπώθηκαν τσάντες, χαρτί περιτυλίγματος, card visit και σε όλη αυτή τη διαδικασία μας βοήθησε η Μαρία-Ηλέκτρα Ζογλοπίτου, που έκανε και τα πρώτα γραφιστικά του Λωτού».
Θυμάται όμως σαν τώρα εκείνη την πρώτη μέρα και γιατί τότε ξεκίνησε να ζει ένα από τα (ίσως ανερμάτιστα, πάντως σίγουρα έντονα ακόμη κι αν είναι ανομολόγητα και παραμείνουν απραγματοποίητα) όνειρα κάθε νεαρού μουσικόφιλου -τουλάχιστον όταν η μουσική καταναλωνόταν μόνο σε απτές μορφές- και μάλιστα με τους δικούς του όρους: Δεν έπιασε απλά μια ευκαιριακή δουλειά σε ένα δισκοπωλείο. Άνοιξε το δικό του. «Όταν ξεκίνησε ο Λωτός, ήμουν μόλις 20 χρονών και σίγουρα το άνοιγμά του δημιουργούσε εξαιρετικές συνθήκες για μια πιθανή επαγγελματική διαδρομή. Βέβαια, σε αυτή την ηλικία δεν υπήρχε πλήρης αίσθηση του βιοπορισμού ή ακόμα περισσότερο κίνητρα για πλουτισμό (ακόμα και τώρα, δεν μπόρεσα να αποκτήσω τέτοια σκέψη και κίνητρα, όσον αφορά το δεύτερο), αλλά είχαν σαν πηγή τη μεγάλη αγάπη για τη μουσική και το διάβασμα».
Καθοριστικής σημασίας στην όλη εξίσωση υπήρξε και ο παράγοντας της ανεκτίμητης μετεφηβικής αφέλειας, και μάλιστα σε μεγάλη, όπως θυμάται σήμερα, δόση, ενώ για γνώσεις στο καθαρά επιχειρηματικό/εμπορικό κομμάτι της δουλειάς, ούτε λόγος. «Αυτό αντισταθμιζόταν μέχρι ένα βαθμό από την (παρά το νεαρό της ηλικίας) αρκετά ικανοποιητική γνώση της δισκογραφίας και τη συμμετοχή μου στο φανζίν Rollin Under, το Ράδιο Κιβωτός και άλλες συλλογικότητες. Από την άλλη, αυτή η γνώση και η συμμετοχή δεν εμπόδισαν να έρθουν πολύ δύσκολες οικονομικά περίοδοι. Η πιο επιτυχημένη διαχείριση ήρθε αφού προηγήθηκαν πολλές λάθος κινήσεις και εκτιμήσεις. Και επειδή μέσα στην κίνηση του εμπορίου, μαγικές συνταγές δεν υπάρχουν, εννοείται ότι περίοδοι λάθος διαχείρισης και οικονομικής πίεσης υπήρξαν και στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της δεύτερης μεγάλης περιόδου του Λωτού στην Σκρα» λέει ο Τζιλής, γιατί η ζωή δεν είναι ποτέ μόνο ρόδινη, ακόμη κι αν «ζεις το όνειρο». «Παρά τις ανά περιόδους δυσκολίες και τη δέσμευση και προσήλωση που απαιτεί αυτή η δουλειά, συνεχίζω να νιώθω όμορφα αλλά και τυχερός που έκανα και κάνω μια δουλειά που σχετίζεται με μια από τις δύο μεγάλες μου αγάπες (η δεύτερη είναι η ιστορία). Η μουσική παραμένει ίσως η πιο άμεση των τεχνών και η δυνατότητα να μεταμορφώνει και να δημιουργεί κόσμους μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, συνεχίζει να με συναρπάζει και να τροφοδοτεί το ενδιαφέρον μου γι’ αυτή τη δουλειά».
ΠΩΣ ΞΕΚΙΝΗΣΑΝ ΟΛΑ
Ο «εγκέφαλος» του Λωτού γεννήθηκε τον Απρίλιο του 1970 στη Θεσσαλονίκη και παραμένει, όπως λέει, πιστός και ισόβιος κάτοικός της. Πέρα από τα σμυρναίικα που άκουγε κατά περιόδους η μητέρα του, την καθοριστική, για τον ίδιο, επιρροή μέσα στην οικογένεια αποτέλεσε, ως είθισται, ο μεγαλύτερος αδερφός του, «ο οποίος αγόραζε δίσκους και άκουγε συστηματικά τις εκπομπές του Πετρίδη, αλλά και κάποιους ραδιοερασιτέχνες». Στα τέλη του ’70 η μουσική που ο Προκόπης Τζιλής άκουγε στο σπίτι θέλοντας και μη, δεδομένου ότι δεν ήταν δικές του επιλογές, «είχε ένα φάσμα που ξεκινούσε από αυτό που λέμε κλασικό ροκ μέχρι σχήματα που άγγιζαν το πανκ και το νέο κύμα, τύπου Jam, Madness κλπ. Ενώ κυρίως από κασέτες που έγραφε ο αδελφός μου άκουγα και κάποια hi energy disco τύπου Giorgio Moroder, Donna Summer, Gloria Gaynor. Επίσης, σαν συμβάν, είχε επιρροή και η ακρόαση του Man Machine των Kraftwerk, στο σπίτι ενός Ιορδανού γείτονα μας, του κου Χαμάμ, που είχε ένα καταπληκτικό ηχοσύστημα και ο ήχος ήταν εξαιρετικά κρυστάλλινος και ζωντανός. Το 1981 ο αδελφός μου φεύγει για φαντάρος και νιώθω την “υποχρέωση” να μπω πιο δυναμικά στο χώρο. Συνεχίζω να ακούω από μόνος μου τον Πετρίδη (και αργότερα Ζήλο, Φράγκο, Δασκαλόπουλο), αλλά και να παίρνω σταθερά το Ποπ & Ροκ (και αργότερα τον Ήχο) και αρχίζω τις πρώτες συνειδητές αγορές δίσκων, που ήταν κυρίως electro pop επτάιντσα, Soft Cell, Human League, Depeche Mode».
Από την αυγή της δεκαετίας του ’80 θυμάται σήμερα και δύο αγορές δίσκων που λειτούργησαν «τραυματικά». Τους άκουσε μία φορά και τους επέστρεψε με συνοπτικές διαδικασίες. Ήταν το ομώνυμο άλμπουμ από τις Μουσικές Ταξιαρχίες («Μόλις το έβαλα να παίξει, σκέφτηκα ότι αποκλείεται οι γονείς μου να δεχθούν ο δωδεκάχρονος γιος τους να ακούει αυτούς τους στίχους») και το Trout Mask Replica του Captain Beefheart («Μόλις το έβαλα να παίζει, αδυνατούσα να καταλάβω γιατί θεωρούνταν δίσκος αναφοράς, όπως διάβαζα, ενώ ήταν δείγμα κακοφωνίας και παραξενιάς. Μου έμεινε από τότε και ακόμα δε μπορώ να το ακούσω…»)
Θυμάται όμως και το μεγάλο «άνοιγμα», όπως το χαρακτηρίζει, που συνέβη για τον ίδιο όσον αφορά τη μουσική το 1983, οπότε και ήρθε σε επαφή με πιο «ζόρικο» post punk. «Πήρα αρχικά το Press The Eject And Give Me The Tape των Bauhaus και μετά το The Bad Seed των Birthday Party. Με δυσκόλεψαν πολύ, αλλά ήταν τελικά οι καθοριστικοί δίσκοι για να μπω πιο βαθιά σε ένα πλέγμα punk / new wave κλπ. Μέσα στα εφηβικά χρόνια ήρθα στη συνέχεια σε επαφή και με το λεγόμενο ανεξάρτητο ροκ, την ψυχεδέλεια, το γκαράζ, το kraut rock, το electro, το EBM (στην τελευταία τριάδα, αλλά και στο acid house αμέσως μετά, με εισάγει ο φίλος Βασίλης Ευαγγελίδης) και το ταξίδι συνεχίστηκε και συνεχίζεται με συνεχώς όλο και πιο διευρυμένο γούστο και ακούσματα από πολλούς διαφορετικούς μουσικούς χώρους».
«Η περίοδος από τα μέσα των 80s μέχρι και τις αρχές περίπου των 00s ήταν μάλλον η καλύτερη για την πόλη. Υπήρχε κίνηση και ενθουσιασμός, έστω στα πλαίσια ενός μικρόκοσμου, και ο Λωτός ουσιαστικά άνοιξε και πορεύτηκε μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ήταν και αυτός ένα κομμάτι του όλου παζλ»
ΟΙ ΑΝΤΙΦΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Ζητώ λοιπόν από αυτόν τον «πιστό και ισόβιο κάτοικο» της Θεσσαλονίκης να τη χαρτογραφήσει όσον αφορά την ανθρωπογεωγραφία της και την περιβόητη αντίστιξή που τη χαρακτηρίζει: Προπύργιο της mainstream συντήρησης και ταυτόχρονα της underground (μουσικής και όχι μόνο) προοδευτικότητας. Τόσο σήμερα, όσο και πριν από 35 χρόνια οπότε και γεννήθηκε ο Λωτός σε ένα στενό κάτω από την Εγνατία. Ο Προκόπης Τζιλής τονίζει ότι η Θεσσαλονίκη ήταν και παραμένει μια πόλη αντιφατική και αυτό πιστεύει ότι σε ένα βαθμό, στα πλαίσια μιας μεγαλούπολης, είναι δικαιολογημένο. Τονίζει όμως και ότι για να μπορέσει να καταλάβει κανείς κάποιους τοπικούς κοινωνικούς μηχανισμούς της Θεσσαλονίκης, θα πρέπει να ανατρέξει στην ιστορία της, τουλάχιστον του τελευταίου αιώνα.
«“Πρωτεύουσα των προσφύγων” (κατά τον Γιώργο Ιωάννου), ο πληθυσμός της στο μεγαλύτερο ποσοστό είναι προσφυγικής καταγωγής. Μέχρι και πριν από λίγες δεκαετίες, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι διέθετε μια αστική τάξη (στα πλαίσια περισσότερο των αντιλήψεων, παρά της οικονομικής δυνατότητας – συνδυασμός των ντόπιων αστών και των αστών που ήρθαν από την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη), που είχε αυτογνωσία και μεγαλύτερη “προοδευτικότητα” από την αντίστοιχη και σχεδόν ανύπαρκτη αστική τάξη της Αθήνας. Ταυτόχρονα όμως και πολύ φτωχή πόλη, με το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της να προσπαθεί να αναρρώσει από τη Μικρασιατική Καταστροφή και να προσπαθεί να ξαναφτιάξει τη ζωή του σε συνθήκες ένδειας.
Η Θεσσαλονίκη διαχρονικά διαθέτει ταυτόχρονα και πιο “προωθημένες” αντιλήψεις και πιο συντηρητικές και αναχρονιστικές. Στη Θεσσαλονίκη θα συναντήσει κανείς τα πρώτα εργατικά συνδικάτα, τον αντιβασιλικό προσανατολισμό, τη μεγαλύτερη εν Ελλάδι εργατική εξέγερση τον Μάιο του 1936, τη μεγαλύτερη κοινωνική εξέγερση στα πλαίσια αθλητικού αγώνα (ΠΑΟΚ – ΠΑΟ, 1980, διαιτησία Λίτσα), το πρώτο Gay Pride, το πρώτο ραδιόφωνο, την πρώτη τηλεόραση, την χρονικά πρώτη ανάπτυξη εδώ του punk, του post punk, της ηλεκτρονικής μουσικής ή και πιο “ανοιχτούς” πολιτικούς όπως ο Μπουτάρης. Θα συναντήσει όμως και την ΕΕΕ (Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία Θεσσαλονίκης) και το πογκρόμ του Κάμπελ 1931, τη δολοφονία Λαμπράκη, τα ντου χριστιανοταλιμπάν σε εκδηλώσεις τέχνης, την άνθιση του σκυλάδικου, πολιτικούς όπως ο Ψωμιάδης.
Ένα περίεργο και αντιφατικό τοπίο, που αν το συνδυάσεις με τη σταδιακή απομείωση του ρόλου της από την περίοδο της ενσωμάτωσής της στο ελληνικό κράτος και μετά, τη διαχρονική εγκατάλειψή της από το ελληνικό κράτος, τη θρησκοληψία (χαρακτηριστικό, κυρίως μεγάλου τμήματος του προσφυγικού πληθυσμού), την αποκοπή της από έναν ιστορικά γι’ αυτήν ζωτικό χώρο των γειτονικών χωρών (ευτυχώς, αυτό έχει αρχίσει να αλλάζει τα τελευταία χρόνια), την οικονομική ανισότητα σε σχέση με το αθηναϊκό κέντρο, μπορείς να καταλάβεις πώς δημιουργούνται συνθήκες για την ανάπτυξη πιο οπισθοδρομικών και σκοτεινών κοινωνικών τάσεων.
Η Θεσσαλονίκη των αρχών και των μέσων της δεκαετίας του ’80, είχε μπόλικο συντηρητισμό, αλλά αποδείχθηκε ότι είχε και αρκετό χώρο για να αναπτυχθούν διάφορες μουσικές (υπο)κουλτούρες, αλλά και ανταγωνιστικά κοινωνικά ρεύματα. Νομίζω ότι το πιο σημαντικό ρόλο έπαιξε (ίσως και λόγω του μεγέθους της πόλης), ότι αυτές οι ομάδες ανθρώπων μπόρεσαν να βρουν πραγματικό χώρο μέσα στο κέντρο της πόλης, μετατρέποντας δρόμους και περιοχές (Κορομηλά, Ντορέ, Ναυαρίνο), σε σημεία συνάντησης και ζύμωσης. Έτσι μπόρεσαν να έχουν αποτύπωμα στην κοινωνική ζωή της πόλης, αλλά και να γεννήσουν συγκροτήματα, χώρους, συλλογικότητες, φανζίνς, ραδιόφωνα, προβάδικα, μαγαζιά που πρωταγωνίστησαν στον ελλαδικό χώρο και επηρέασαν και τις αντίστοιχες σκηνές της Αθήνας και άλλων πόλεων».
Ακριβώς γιατί είναι στο ίδιο μήκος κύματος με τα δικά του λεγόμενά, τού αναφέρω δυο-τρία πράγματα που μου είχαν πει πριν από δέκα χρόνια, εν όψει των πρώτων κοινών τους συναυλιών, ο Γιάννης Αγγελάκας και ο Παύλος Παυλίδης.
Γ.Α.: Μπορεί τη δεκαετία του ’90 να διαμορφώθηκε μία άλλη, συντηρητική Θεσσαλονίκη, όμως όταν ξεκινάγαμε εμείς, όπως και ο Παύλος με τα Μωρά στη Φωτιά, η πόλη έβραζε. Υπήρχε μία όμορφη, ζωντανή Θεσσαλονίκη που γύρω στο τέλος του ’80 καταλήφθηκε από τους εθνικο-απατεώνες και χριστιανο-απατεώνες και σιγά σιγά έγινε αυτό το σκοτάδι που κράτησε δεκαπέντε χρόνια. Κάποιοι από τους τότε «ήρωες» μπήκαν και λίγο στη φυλακή…
Π.Π.: Υπήρχε μία ιδιαιτερότητα που τη ζούσαμε πολύ έντονα στη Θεσσαλονίκη. Ακριβώς επειδή είναι μικρή πόλη και το κέντρο της είναι ένα, όλοι οι μουσικοί συναντιούνταν εκεί. Όλοι τους συναντούσαν όλους. Όλοι τους ξέρανε όλους. Σε αντίθεση με την Αθήνα που αισθανόμουν ότι είχε τις φυλές της, οι οποίες μπορεί και να μην τύχαινε να συναντηθούν.
Γ.Α.: Νομίζω ότι ο βασικός λόγος που στη Θεσσαλονίκη γίνονταν πράγματα και πριν από εμάς, από τη δεκαετία του ’70, μέχρι και στα τέλη του ’80 που άρχισε να γίνεται γεννήτρια σκυλάδικου, ήταν αυτό που λέει ο Παύλος: Όλοι ήμασταν στα ίδια στέκια. Βρισκόμασταν τα βράδια, συζητάγαμε, πίναμε…
Π.Π.: Δεν ήταν μια πόλη που μπορούσες να χάσεις τον καιρό σου πουλώντας μούρη. Ή έλεγες κάποια πράγματα που είχαν νόημα, ή δεν σου έδινε κανείς σημασία. Και φυσικά κυρίως με τις Τρύπες καταλάβαινες ότι αν ασχοληθείς πραγματικά με το πάθος σου για τη μουσική και τα τραγούδια, ίσως και να φτάσεις κάπου. Είναι σαφές ότι οι Τρύπες έριξαν το τείχος. Αυτή η μουσική άρχισε ξαφνικά να αφορά στ’ αλήθεια πολύ κόσμο.
«Γενικά, νομίζω ότι η περίοδος από τα μέσα των 80s μέχρι και τις αρχές περίπου των 00s ήταν μάλλον η καλύτερη για την πόλη. Υπήρχε κίνηση και ενθουσιασμός, έστω στα πλαίσια ενός μικρόκοσμου, και ο Λωτός ουσιαστικά άνοιξε και πορεύτηκε μέσα σε αυτές τις συνθήκες. Γενικά ο Λωτός ήταν και αυτός ένα κομμάτι του όλου παζλ και έτσι το αισθανόμουν και εγώ, προσωπικά» λέει ο Τζιλής και ξεκαθαρίζει ότι το δισκοπωλείο του, όσον αφορά το ρεπερτόριο της μουσικής που μπορεί να βρει κανείς στις εντυπωσιακά γεμάτες προθήκες του, δεν υπήρξε ποτέ αυστηρά εξειδικευμένο. Ούτε όμως δούλεψε ποτέ με αυτό που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σαν mainstream μουσική. Τα όρια, τονίζει, πολλές φορές είναι ασαφή και θολά, οπότε και οι όποιες διαχωριστικές γραμμές δεν μπορούν να είναι αυστηρές. «Πάντα επιδιώκω να παρακολουθεί το δισκοπωλείο τα ρεύματα και τις εξελίξεις κάθε εποχής. Η μουσική συνέχεια κυλάει, γεννάει, αλλάζει, μεταλλάσσεται, κάνει κύκλους και αν κάποιος την αντιμετωπίσει με αγκυλώσεις, θα χάσει κομμάτια της συνολικής εικόνας και ίσως και του αισθητηρίου του. Βέβαια, η κάλυψη που μπορείς να έχεις εξαρτάται και από τις οικονομικές δυνατότητες, τους προσανατολισμούς που εμφανίζει η πελατεία σου, τη γνώση που μπορείς να έχεις ή να μην έχεις για κάποια είδη».
ΤΟ ΕΦΤΑΨΥΧΟ ΒΙΝΥΛΙΟ
Όταν ξεκίνησε ο Λωτός το αποκλειστικό φορμάτ ήταν το βινύλιο, διανθισμένο με λίγες κασέτες. «Πολύ σύντομα, άρχισαν να εμφανίζονται και τα πρώτα cds. Αρχικά καταλαμβάνοντας λίγα ράφια του μαγαζιού και με συνεχή τάση αύξησης. Από τα μέσα του ’90 και μετά, άρχισε να γίνεται το κυρίαρχο φορμάτ, αλλά ο Λωτός ποτέ δεν εγκατέλειψε το βινύλιο και ακόμα και στις δύσκολες εποχές του, αποτελούσε το 30% των πωλήσεων. Στα δύσκολα για το βινύλιο χρόνια, ουσιαστικά μπόρεσε να επιβιώσει (και στον Λωτό, αλλά και ευρύτερα) σε σημαντικό ποσοστό, λόγω των βινυλιακών κυκλοφοριών ηλεκτρονικής μουσικής και της τότε προσήλωσης των DJs να παίζουν με βινύλια. Από τα μέσα των 00s και μετά άρχισε μια αντίστροφη πορεία, με τα βινύλια να κερδίζουν συνέχεια σε πωλήσεις και τα τελευταία 15 χρόνια, πρωταγωνιστεί στις πωλήσεις του μαγαζιού. Στο βαθμό που είναι εφικτό, συνεχίζω να στηρίζω και το CD, μια και είναι και αυτό ένα φορμάτ που δίνει μια συνολική αίσθηση μιας μουσικής δημιουργίας».
Οι μουσικόφιλοι της πόλης εξαρχής υποδέχτηκαν εγκάρδια τον Λωτό και όχι τυχαία. «Τόσο ο Κώστας, όσο και εγώ, είμασταν μέλη του Ράδιο Κιβωτός και συμμετείχαμε σε διάφορες προσπάθειες και συλλογικότητες, οπότε υπήρχε ένας κύκλος ανθρώπων που στήριξε την προσπάθειά μας. Η αποδοχή ήταν θετικότατη, μέσα στα πλαίσια μιας πιο “εναλλακτικής” Θεσσαλονίκης. Τα πρώτα του χρόνια είχε και ένα χαρακτήρα στεκιού για κάποιους ανθρώπους, γεγονός που του έδινε ζωντάνια και εντάσεις, αλλά μεσο-μακροπρόθεσμα πιστεύω ότι ζημίωνε την εμπορική δυναμική του μαγαζιού» λέει και εντοπίζει τις αλλαγές όσον αφορά την πελατεία του μαγαζιού σε βάθος τεσσάρων δεκαετιών.
«Μέχρι και τα μέσα των 00ς» -και τη συμπλήρωση δέκα ετών στο 7 της Σκρα, όπου το δισκοπωλείο βρίσκεται μέχρι σήμερα- «η πλειοψηφία των πελατών ήταν νέα παιδιά, αλλά σταδιακά ο μέσος όρος ηλικίας άρχισε να ανεβαίνει, ενώ τα τελευταία λίγα χρόνια έχουν αρχίσει να επανεμφανίζονται οι πιο μικρές ηλικίες (μαθητές και φοιτητές). Επίσης, η αγορά δίσκων ήταν πάντα μια αρκετά δαπανηρή ενασχόληση, αλλά οι έντονα ακριβές τιμές των βινυλίων των τελευταίων χρόνων, έχει φέρει ένα είδος κοινωνικής-ταξικής διάκρισης, απευθυνόμενη σε κόσμο με σχετική οικονομική άνεση. Εδώ, βέβαια, θα πρέπει να σημειώσω ότι για τον κόσμο που η μουσική παίζει κύριο ρόλο στη ζωή του, η αγορά δίσκων μπαίνει σαν προτεραιότητα, οπότε είναι ένα “έξοδο” που υπερσκελίζει δαπάνες, που ενδεχομένως κάποιος άλλος θα έβαζε σαν προτεραιότητα».
Διαγενεακά -ή, τουλάχιστον, για τη Gen X και τους millenials- κάθε συζήτηση γύρω από τη μουσική αναπόφευκτα θα οδηγηθεί και στο High Fidelity, πρώτα, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, στην πολύ καλή ταινία του Στίβεν Φρίαρς, και αμέσως μετά στο καταπληκτικό βιβλίο του Νικ Χόρνμπι. Αναπόφευκτα λοιπόν, και δεδομένου ότι η ύπαρξη του Λωτού έχει συμπέσει με τεκτονικές αλλαγές στη μουσική βιομηχανία, το NEWS 24/7 ζητά από τον ιδρυτή του να ξεχωρίσει τις 5 σημαντικότερες – αλλά και τις συνέπειες τους, αρνητικές και θετικές, για τον Λωτό και τα δισκοπωλεία γενικότερα.
«Η μετάβαση από το βινύλο στο cd σαν κυρίαρχο φορμάτ.
Η αντιστροφή αυτού του συσχετισμού με το βινύλιο να κερδίζει το χαμένο έδαφος και να ξαναγίνεται το πρωταγωνιστικό φορμάτ.
Ο τρόπος επιλογής και αναζήτησης της κυκλοφοριών. Παλαιότερα, η ενημέρωση γινόταν μέσω των δισκοπωλείων, των περιοδικών, των ραδιοφώνων ή κάποιος ερχόταν σε επαφή με ακούσματα μέσω των bars και των clubs. Πλέον η αναζήτηση γίνεται κατά κύριο λόγο μέσω του διαδικτύου και οι υπόλοιποι τρόποι, λειτουργούν σαν ένα είδος βοηθητικού φίλτρου. Τα δισκοπωλεία έχασαν σε μεγάλο βαθμό το χαρακτηριστικό των προτάσεων, μια και τις περισσότερες φορές ο πελάτης γνωρίζει από πριν τι ακριβώς θέλει να πάρει, αλλά έστω και πιο περιορισμένα το φίλτρο του δισκοπωλείου, μπορεί να λειτουργήσει “ευεργετικά” μέσα στο μπέρδεμα και την ταχύτητα που χαρακτηρίζει το διαδίκτυο.
Οι κυκλοφορίες δίσκων (νέων και επανεκδόσεων) είναι πολύ περισσότερες από παλαιότερα. Η μεγαλύτερη τεχνολογική ευκολία στο να γράψει και να εκδώσει κανείς τη μουσική του, έχει οδηγήσει σε ένα τεράστιο αριθμό κυκλοφοριών και είναι αδύνατον πλέον κανείς να έχει συνολική εικόνα της μουσικής παραγωγής. Η κατάσταση είναι πιο δημοκρατική και αυτό είναι ευχάριστο, αλλά από την άλλη όλα εναλλάσσονται με μεγάλη ταχύτητα και πολλές αξιόλογες μουσικές δουλειές χάνονται μέσα στον ωκεανό των κυκλοφοριών και δεν τους δίνεται ο χρόνος και η αναγνωρισιμότητα που θα τους άξιζε.
Ευτυχώς, συνεχίζει να υπάρχει πληθώρα (και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό) ανεξάρτητων εταιριών, αλλά από την άλλη έχουμε γιγαντιαίες κινήσεις συγχωνεύσεων και εξαγορών, που ειδικά σε επίπεδο διανομών, δημιουργούν τον κίνδυνο μονοπωλίων».
Επικεφαλής -όπως ο Ρομπ Γκόρντον, ο μυθιστορηματικός/κινηματογραφικός συνάδελφός του- μιας ανεξάρτητης εταιρίας υπήρξε και ο ίδιος, με την ανενεργή σήμερα Poeta Negra να μετρά 30 κυκλοφορίες, είτε σε CD είτε σε βινύλιο, συμβάλλοντας «στο να αναπτυχθούν μουσικά ρεύματα, που δεν έβρισκαν εύκολα πρόσβαση στην ελληνική δισκογραφία (όπως post rock, electronica, ambient, electro κ.αλ). Έδωσε χώρο σε μουσικούς που είχαν κατά τη γνώμη μου ολοκληρωμένες προτάσεις και προσπάθησε να τις υποστηρίξει με ένα καλαίσθητο τρόπο. Μέσα από προσεκτικές επιλογές, νομίζω ότι κατάφερε να φτιάξει ένα κατάλογο που θέλω να πιστεύω ότι είναι διαχρονικός. Χαίρομαι όταν ακούω από μουσικούς ή ανθρώπους που έκαναν δισκογραφικές εταιρίες ότι επηρεάστηκαν από το εγχείρημα της Poeta ή από κάποια κυκλοφορία της. Το να μπορέσει να κινητοποιήσει δημιουργικά κάποιον, είναι από τα σημαντικά πράγματα που μπορεί να πετύχει ένα τέτοιο εγχείρημα».
Εκτός αυτού ο Τζιλής με την ούγια του Λωτού έχει «κόψει» σε βινύλιο και μερικούς ακόμη επτάιντσους ή δωδεκάιντσους δίσκους – εξέχουσα θέση ανάμεσά τους κατέχουν οι επανακυκλοφορίες του πρώτου άλμπουμ των Στέρεο Νόβα (2013) και του μοναδικού, πίσω στα μέσα των 80s, που έβγαλε το ελληνόφωνο side project των Last Drive, με το όνομα Το Φως και η Σκιά του (2014). Πάντα σε περιορισμένα αντίτυπα. Πάντα με αφορμή τη Record Store Day, την ετήσια γιορτή των ανεξάρτητων δισκοπωλείων, που ξεκίνησε δειλά δειλά το 2008 για να στηριχθούν μαγαζιά σαν τον Λωτό, φτάνοντας σήμερα να αποτελεί κομμάτι της εμπορικής πολιτικής ακόμη και του τμήματος μουσικής της Amazon και λοιπών «υπεραγορών», με τις προβλέψεις γενικά για την αγορά βινυλίου να κάνουν ήδη λόγο για το 2026 ως την 20η σερί με άνοδο παγκοσμίως.
«Το βινύλιο νομίζω ότι όντως κέρδισε τη μάχη του πιο διαχρονικού και αξιόπιστου φορμάτ. Με ένα ανάλογο σύστημα, μπορείς να ακούσεις ένα πιο ζεστό, ζωντανό και απλωμένο στο χώρο ήχο και να προσέξεις περισσότερες λεπτομέρειες στα layers της ηχογράφησης. Ακόμα και τα λάθη του αναλογικού ήχου δίνουν την αίσθηση του φυσικού στο ανθρώπινο αυτί. Επίσης, το μεγάλο μέγεθος του εξωφύλλου, το κάνει από μόνο του μια καλλιτεχνική πρόταση και δημιουργεί ένα πιο ολοκληρωμένο κύκλο όσον αφορά την αίσθηση. Επίσης, το βινύλιο συνήθως απαιτεί προσοχή και χρόνο, οπότε έρχεσαι σε μια προσεκτική επαφή με τη δουλειά των δημιουργών» λέει ο Τζιλής, χωρίς να αφήσει ασχολίαστη τη Record Store Day: «Από τη μια υπάρχει μια κούραση τόσο των δισκοπωλών, όσο και του κόσμου. Από την άλλη πάντα καταφέρνει να κινεί το ενδιαφέρον. Είτε με κυκλοφορίες σπάνιου ή ανέκδοτου υλικού, είτε με κυκλοφορίες που απευθύνονται περισσότερο στο fan base του εκάστοτε καλλιτέχνη, συνεχίζει να έχει νόημα. Σίγουρα, έχει χάσει τον “ανεξάρτητο” χαρακτήρα της μια και οι πολυεθνικές κυριάρχησαν και σε αυτό το πεδίο. Και δεν ξέρω σε τι βαθμό ενισχύει πλέον την κουλτούρα και την αντίληψη των ανεξάρτητων δισκοπωλείων, αλλά είναι μια αφορμή για ένα γοητευτικό “παιχνίδι” και το κυνήγι χαμένων τίτλων και υλικού. Από την άποψη της αγοράς, δίνει μια οικονομική ενίσχυση, μια και οι πωλήσεις εκείνη την ημέρα, αλλά και τις επόμενες, είναι υψηλές».
Η ΖΩΗ ΣΤΟΝ ΛΩΤΟ ΣΗΜΕΡΑ
Πώς κυλάει, όμως, πια, 35 χρόνια μετά την πρώτη, μια κανονική μέρα στη δουλειά; «Η αλήθεια είναι ότι πλέον η καθημερινότητα στον Λωτό είναι πιο τυπική και ρουτινιάρικη και βασίζεται περισσότερο σε ένα αρκετά αυστηρό προγραμματισμό για την διεκπεραίωση των αρκετά σύνθετων πλέον απαιτήσεων της δουλειάς» λέει ο Τζιλής. «Διανθίζεται από μουσικές συγκινήσεις, ευχάριστες (ή και δυσάρεστες κάποιες φορές) συναντήσεις και συζητήσεις, αλλά έχει και ένα κυνήγι του χρόνου, που περιλαμβάνει παραλαβές, παραγγελίες, αναζήτηση τίτλων, ταξινομήσεις, ενημέρωση όσον αφορά τις νέες κυκλοφορίες, αποστολές δεμάτων, ενημέρωση του site».
Είναι το lotus.gr και το επισκέπτεται τακτικά η εκτός Θεσσαλονίκης πελατεία του, όσοι δεν έχουμε τη δυνατότητα να βρεθούμε συχνά στο 7 της Σκρα, στο ισόγειο μιας όλως παραδόξως αδιάφορης πολυκατοικίας του κέντρου της πόλης, να ψάξουμε δια ζώσης τα ράφια, να ζητήσουμε από τον Προκόπη Τζιλή να μας προτείνει μερικούς δίσκους που πιστεύει ότι θα έπρεπε οπωσδήποτε να αποκτήσουμε είτε ταιριάζουν είτε όχι με τα γούστα μας με βάση την προϊστορία των αγορών μας (την οποία ανασύρει με εντυπωσιακή άνεση από τη μνήμη του) και να μην αντέξουμε τελικά να φύγουμε χωρίς αυτούς στην τσάντα με την ούγια του μαγαζιού. Γιατί η σωστή, πολυετής σχέση με ένα δισκοπώλη είναι πάνω απ’ όλα αμοιβαίας εμπιστοσύνης.
Επιβεβαιώνουν και δύο Θεσσαλονικείς που έχουν ανδρωθεί μέσα στον Λωτό, ο Γιάννης Δρίζης, συνιδρυτής της ανεξάρτητης δισκογραφικής εταιρίας Fair Weather Friends Records, και ο Ηλίας Σμήλιος, μουσικός με πολυδεκαετή πορεία στην εναλλακτική σκηνή της πόλης μέσα από σχήματα όπως οι Ta Toy Boy, Mary’s Flower Superhead και Grey Skies.
Γ.Δ.: Πρώτη φορά πέρασα το κατώφλι αυτού του «ιδρύματος» της οδού Σκρα το 1997. To θυμάμαι σαν χθές, ημέρα Σάββατο, κοπάνα από το φροντιστήριο κάπου στις 9.30 με 10.00 το πρωί. Έπεσα πάνω στον Χάρη (πωλητής για αρκετά χρόνια εκεί). Για όσους δεν είχαν την τύχη να τον πετύχουν, ο Χάρης θα μπορούσε άνετα να παίξει τον ρόλο του Βarry Judd (Jack Black) στο High Fidelity. Μου πρότεινε να ακούσω Pan American και έτσι απλά στη τρυφερή ηλικία των 15 ανακαλύπτω έναν κόσμο πέρα απο τους Radiohead και τους Chemical Brothers.
Είμαι της άποψης πως καλά και ενημερωμένα δισκάδικα υπάρχουν παντού, ωστόσο αυτό που τα κάνει να διαφέρουν σε σχέση με τα υπόλοιπα είναι οι άνθρωποι πίσω από αυτά. Ο Προκόπης ή αλλιώς Πάκης, μια ευγενική φιγούρα με ίσως τη μεγαλύτερη υπομονή και συνέπεια που έχω δει σε δισκοπώλη, αρνητής Facebook, Instagram και οποιουδήποτε social media, τρέχει ένα δισκάδικο όλα αυτά τα χρόνια κόντρα στο ρεύμα του hype και του fomo. Μία κατηγορία μόνος του.
Η συνεισφορά του στη διαμόρφωση του μουσικού μου κόσμου κρίνεται ως καταλυτική, καθώς εξαιτίας του έμαθα να ακούω από jazz και electronica μέχρι dark wave και drone metal. Στοιχείο εκ διαμέτρου αντίθετο στις μέρες μας, όπου υπερτερούν δισκοπωλεία που εξειδικεύονται κυρίως σε ένα με δύο είδη μουσικής.
Αν δεν βιάζεσαι, ένα δίωρο Σαββάτου είναι αρκετό για να καταλάβεις το λόγο που θα σχηματιστεί ουρά στο γκισέ, καθώς θα περάσουν όλες οι φυλές της πόλης, από συνταξιούχους που ψάχνουν ηπειρώτικα και Χειμερινούς Κολυμβητές, πιτσιρικάδες σε αναζήτηση Βανδαλούπ, Gen Z σε παροξυσμό για Rosalia και μεσήλικες σε κρίση ηλικίας να πειραματίζονται με Nala Sinephro, Coil και Sunn O))).
Η.Σ.: Στον Λωτό πήγα για πρώτη φορά το ’99. Ήμουν στο λύκειο τότε και με πήγε ο φίλος μου ο Παντελής, που άκουγε experimental electronica και noise. Οταν τον ρώτησα πού βρίσκει αυτή τη μουσική μου είπε πως θα με πάει στον Λωτό. Μάλιστα μου είπε ότι θα περιγράψω στον Προκόπη τι θέλω να ακούσω κι αυτός θα μου κάνει διάφορες προτάσεις· κάτι που μου φάνηκε μαγικό για να ανακαλύπτω καινούργια μουσική. Και ήταν όντως κάτι μαγικό. Κάθε φορά που πάω να πάρω κάποιο δίσκο, η φράση «άκου και αυτό, νομίζω θα σου αρέσει» κάνει την όλη εμπειρία ακόμα πιο ενδιαφέρουσα.
Στη συνέχεια, όταν άρχισα να δραστηριοποιούμαι και ως μουσικός, ο Προκόπης ήταν σίγουρα ένα αυτί και μια γνώμη με μεγάλη βαρύτητα στους δίσκους που έβγαζα ή συμμετείχα. Αξίζει επίσης να αναφέρω την πολύ σημαντική στήριξή του στην τοπική σκηνή γενικότερα.
Το γεγονός ότι όποτε πας στον Λωτό θα πετύχεις όλον τον καλό τον κόσμο να ψωνίζει και θα αρχίσουν οι πιο ενδιαφέρουσες και άλλες ίσως λιγότερο ενδιαφέρουσες συζητήσεις αλλά πάντα στη μουσική υπόκρουση ενός ωραίου δίσκου που παίζει και κάποιος θα ρωτήσει «τι είναι αυτό ;» δικαιολογεί γιατί ο Λωτός είναι ο…Λωτός.
«Ένα από τα πιο γόνιμα στοιχεία που μπορεί να έχει η διαδρομή ενός δισκοπωλείου είναι η επαφή με τους ίδιους τους δημιουργούς και η αλληλεπίδραση μαζί τους. Μια και όντως ο Λωτός έχει από πίσω του μια πολύχρονη ιστορία, γνώρισα μέσα από αυτόν πολλούς αξιόλογους μουσικούς και ανθρώπους, ενώ κάποιοι από αυτούς πήραν τα μουσικά ερεθίσματά τους και ενηλικιώθηκαν μέσα από τον Λωτό, δίνοντας μου την αίσθηση ότι έπαιξε σε κάποιες περιπτώσεις ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση και πορεία κάποιων μουσικών σχημάτων και ρευμάτων» λέει ο Τζιλής. Όπως για παράδειγμα το ρεύμα που ξεκίνησε από τα Βόρεια Αστέρια και κορυφώθηκε με τη σόλο πορεία του Λεξ. «Όσον αφορά κάποιες μουσικές εκρήξεις ή συγκεκριμένα ονόματα που λειτούργησαν με καταλυτικό τρόπο και προέρχονταν από τη Θεσσαλονίκη, ίσως να είναι και ηλικιακό και βιολογικό, αλλά νιώθω ότι ήταν πολύ πιο έντονο μέσα στις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Μπορεί να πλανώμαι, αλλά νομίζω ότι τότε είχαν πιο έντονο κοινωνικό αποτύπωμα και διάχυση στην πραγματική ζωή. Πέρα από την ηλικία μου, προφανώς άλλαξαν και οι τρόποι. Από τους δρόμους και τις πλατείες, περάσαμε στο άυλο σύμπαν του διαδικτύου, όπου δεν ξέρω πως μετριούνται η τριβή, οι απόψεις, τα συναισθήματα».
Ας παίξουμε όμως τώρα λίγο ακόμη.
Θυμάσαι, του λέω, τη σκηνή στο High Fidelity που στο δισκοπωλείο «πλακώνονται» με αφορμή το ιδανικό Top 5 τραγουδιών που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως σπινθήρας μιας ενδιαφέρουσας συζήτησης ώστε να ξεκινήσει καλά η εργάσιμη βδομάδα κόντρα στη δευτεριάτικη απόγνωση;
Φυσικά τη θυμάται. Και «με βάση σχετικά πρόσφατες κυκλοφορίες και για ένα ήπιο (όπως το προτιμώ πλέον) ξεκίνημα της εβδομάδας και της δουλειάς» το δικό του Top 5 για τις τρέχουσες Δευτέρες θα μπορούσε να είναι το εξής: Eric Hilton – “The Lotus Gate” / Bill Callahan – “The Man I’m Supposed to be” / Kim Gordon – “Girl with a look” / Tortoise – “Layered Presence” / Ulver – “Elephant Trunk”.
«Σε αντίθεση με το πνεύμα του High Fidelity, εδώ και αρκετά χρόνια, δεν τα πάω καλά με τις λίστες και τα αντίστοιχα Top 5 / 10 κλπ και αν έκανα τη λίστα κάποια άλλη στιγμή, θα μπορούσαν οι επιλογές να είναι διαφορετικές. Γι΄ αυτό που είμαι όμως σίγουρος και θεωρώ κορυφαίο τραγούδι όλων των εποχών, αλλά για τα πρωινά της Κυριακής, είναι το “Sunday Morning” των Velvet Underground, το οποίο και φρόντιζα να βάζω συχνά-πυκνά τις Κυριακές στην κόρη μου όταν ήταν μικρή…»