ΜΑΘΗΤΙΚΕΣ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ ΚΑΙ Η ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΗ ΤΟΥ ‘68
Κοινές αναφορές, διάφορες και η επίδραση των κινητοποιήσεων στη γαλλική πολιτική σκηνή.
Δεινόσαυροι, μονόκεροι και φιγούρες του Spiderman πλημμυρίζουν τις λεωφόρους των γαλλικών πόλεων πλάι σε μπάντες πνευστών, αυτοσχέδια πάρτι και πλακάτ που συμπυκνώνουν την οργή μαθητών και διαδηλωτών. «Ρίξτε μας κανέναν καθηγητή, όχι δακρυγόνα» έγραφε ένα μεγάλο πλακάτ στην τελευταία μεγάλη κινητοποίηση στο Παρίσι, με τις μαθητικές κινητοποιήσεις και καταλήψεις στα λύκεια να μετρούν τέσσερις εβδομάδες.
Πίσω όμως από την pop αισθητική, την ευρηματικότητα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και τα συνθήματα της νέας γενιάς, ξεδιπλώνεται μια βαθιά κοινωνική κρίση. Το μεγάλο κύμα των κινητοποιήσεων δεν εμφανίστηκε από το πουθενά, αλλά συμπυκνώνει χρόνιες παθήσεις του δημόσιου συστήματος εκπαίδευσης στη Γαλλία, τις μεγάλες ελλείψεις σε διδακτικό προσωπικό, τις απογοητευτικές προοπτικές σύνδεσης της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας.
Η χώρα μπαίνει σε προεκλογικό κλίμα, με τις προεδρικές εκλογές της άνοιξης του 2027 να αναμένεται να φέρουν με μεγαλύτερη ορμή στο προσκήνιο τα δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα, εκείνο της εθνικιστικής δεξιάς της Μαρίν Λεπέν και το αριστερό μπλοκ του Ζαν-Λικ Μελανσόν.
Όλα ξεκίνησαν από τα banlieues
Αν και το μαθητικό κίνημα έχει πάρει πλέον πανεθνικές διαστάσεις, εμπνέοντας ανάλογες διαδηλώσεις και στο Βέλγιο, η πρώτη σπίθα άναψε στα υποβαθμισμένα γαλλικά προάστια (τα λεγόμενα banlieues) του Παρισιού: στο Κρετέιγ στα νότια και στο Σεν-Ντενί στα βόρεια.
Οι δύο μεγάλες συνοικίες στα παρισινά προάστια, που αναπτύχθηκαν κυρίως τις δεκαετίες του 1960 και 1970 για να στεγάσουν εργάτες και μετανάστες από τα πρώην αποικιακά εδάφη της Γαλλίας, αποτελούν διαχρονικό «μνημείο» της αποτυχίας του γαλλικού κράτους να ενσωματώσει αρμονικά τον πληθυσμό τους στον κοινωνικό ιστό. Αμφότερες οι περιοχές αποτελούν στην πραγματικότητα άτυπα γκέτο στην περιφέρεια του Παρισιού, όπου τέσσερις στους δέκα κατοίκους δεν έχουν επαρκή συγκοινωνία, σχεδόν οι μισοί ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας και ένας στους τέσσερις νέους βρίσκεται εκτός εκπαίδευσης και εργασίας.
Η ανισότητα αυτή φαίνεται πρώτα απ’ όλα στα σχολεία. Οι μαθητές έχουν να αντιμετωπίσουν κτίρια με κατεστραμμένες υποδομές, ανύπαρκτη μόνωση και τεράστιες ελλείψεις σε διδακτικό προσωπικό. Πολλοί λένε ότι κάνουν μήνες να δουν καθηγητή μαθηματικών ή αγγλικών, γνωρίζοντας πως κανείς δεν πρόκειται να έρθει να καλύψει το κενό.
«Οι μαθητές εδώ έχουν καταλάβει ότι δεν λαμβάνουν την ίδια μόρφωση με τους υπόλοιπους. Ο περίφημος μύθος της γαλλικής αξιοκρατίας απλώς κατέρρευσε» δήλωσε σε γαλλικά μέσα ενημέρωσης ο 17χρονος Σεϊντού Μπα, ένα από τα πρόσωπα που έχουν αναδειχθεί αυτές τις ημέρες μέσα από το μαθητικό κίνημα.
Η φωνή των μαθητών από τα προάστια δεν έμεινε απομονωμένη και βρήκε γρήγορα συμμάχους ακόμα και σε παραδοσιακά συντηρητικά πανεπιστήμια, όπως το Pantheon Assas στο κέντρο του Παρισιού, στον πυρήνα του ακαδημαϊκού κέντρου της Σορβόννης, με φοιτητές να κατεβαίνουν σε πορείες αλληλεγγύης τονίζοντας πως οι αξιοπρεπείς συνθήκες εκπαίδευσης δεν μπορεί να είναι προνόμιο λίγων.
Ομοιότητες και διαφορές με τον Μάη του ’68
Οι συγκρίσεις με τις κινητοποιήσεις του ’68 και τη συμμετοχή φοιτητών και εργατών που συγκλόνισαν το Παρίσι πριν από περίπου εξήντα χρόνια έχουν αρχίσει να πληθαίνουν στα γαλλικά μέσα ενημέρωσης. Τότε, εκατομμύρια φοιτητές και εργαζόμενοι είχαν παραλύσει τη χώρα, σε ένα κίνημα που πολλαπλασιάστηκε σε μαζικότητα πολύ γρήγορα. Οι ιστορικές αναλογίες με εκείνα τα χρόνια είναι υπαρκτές, όπως επίσης και οι διαφορές.
Το 1968, η αφορμή δόθηκε στην πανεπιστημιούπολη της Ναντέρ στα δυτικά του Παρισιού, μέσα από διαμαρτυρίες φοιτητών για την αυστηροποίηση των κανονισμών σχετικά με τα κοινωνικά κριτήρια πρόσβασης στις εστίες. Μέσα σε λίγες εβδομάδες, η κοινωνική εξέγερση γενικεύτηκε, κάτι που συμβαίνει και σήμερα. Αυτό που ξεκίνησε στο Σεν-Ντενί ως διαμαρτυρία για τις παγωμένες αίθουσες και τις χαμένες διδακτικές ώρες, μετατράπηκε γρήγορα σε αμφισβήτηση των συνθηκών που βιώνουν μαθητές και φοιτητές, από την εργασιακή ανασφάλεια μέχρι τις δαιδαλώδεις και δυσλειτουργικές πλατφόρμες εισαγωγής στα πανεπιστήμια.
Υπάρχουν, βέβαια, και κρίσιμες διαφορές. Πρώτα απ’ όλα, η ηλικία των διαδηλωτών. Το ’68 ήταν πρωτίστως οι φοιτητές που κινητοποιήθηκαν αρχικά, παρασύροντας έπειτα τους εργάτες στα εργοστάσια. Σήμερα, κινητήρια δύναμη είναι οι μαθητές λυκείου, έχοντας στο πλευρό τους πλέον και φοιτητές που σπεύδουν να στηρίξουν τα αιτήματά τους.
Διαφορετική είναι όμως και η κοινωνική αφετηρία. Το κίνημα του ’68 είχε στην εκκίνησή του έντονα μεσοαστικά χαρακτηριστικά, ξεκίνησε από ένα σύνολο θεωρητικά πιο προνομιούχων φοιτητών, ενώ οι σημερινές κινητοποιήσεις γεννήθηκαν κατευθείαν στα σπλάχνα των λαϊκών και υποβαθμισμένων προαστίων.
Επίσης, αξίζει να τονίσουμε και τα διαφορετικά χαρακτηριστικά στην κουλτούρα της διαμαρτυρίας τότε και σήμερα. Οι μαθητές που εξεγείρονται αυτές τις εβδομάδες «παντρεύουν» στη δράση τους στοιχεία διαδικτυακής και φυσικής κινητοποίησης, συντονιζόμενοι μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και το Telegram, αξιοποιώντας παράλληλα τακτικές από το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων του 2018, όπως τα αυτοσχέδια «κινητά μπλόκα» με στολισμένα καρότσια σούπερ μάρκετ, που χρησιμοποιούνται ως οδοφράγματα και εργαλεία άμυνας απέναντι στις αστυνομικές δυνάμεις.
Η αστυνομική βία διαχρονικό στοιχείο του τότε και του σήμερα
Η σκληρή στάση των αστυνομικών δυνάμεων αποτελεί διαχρονικό σημείο αναφοράς κατά των κινητοποιήσεων. Η παράδοση της βίαιης καταστολής στη Γαλλία πάει πίσω στον 19ο αιώνα, όταν τα πυρά του στρατού κατά διαδηλωτών το 1848 είχαν οδηγήσει στην πτώση της μοναρχίας και φτάνουν μέχρι τη συγκρότηση της κινητής χωροφυλακής και των ειδικών δυνάμεων CRS που ξεκίνησαν τη δράση τους μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το σύνθημα «CRS = SS» του 1968 παραμένει βαθιά χαραγμένο στη συλλογική μνήμη και αξιοποιείται ακόμη και σήμερα.
Στις τωρινές διαδηλώσεις, όμως, το επίπεδο άσκησης βίας προκαλεί μεγαλύτερο σοκ και οργή, ακριβώς επειδή στρέφεται κατά ανήλικων παιδιών. Μέσα σε μόλις τρεις εβδομάδες σημειώθηκαν πάνω από 6.000 συλλήψεις, με το 85% να αφορά μαθητές κάτω των 18 ετών, αριθμός που αγγίζει το σύνολο των συλλήψεων μιας ολόκληρης χρονιάς κατά τις κινητοποιήσεις των Κίτρινων Γιλέκων.
Οι μαρτυρίες είναι εφιαλτικές. Ένας 16χρονος έχασε το μάτι του από πλαστική σφαίρα στην Τουρ, ένας 14χρονος υπέστη συντριπτικό κάταγμα γνάθου από δακρυγόνο στο Σεν-Ουέν-λ’Ομόν, ενώ ένας 15χρονος ακρωτηριάστηκε στο χέρι από χειροβομβίδα κρότου-λάμψης στη Λανς. Το τελευταίο περιστατικό ανάγκασε το υπουργείο Εσωτερικών να αποσύρει τις συγκεκριμένες χειροβομβίδες από τις μαθητικές πορείες.
Την ίδια στιγμή, η επιστράτευση της BAC (Brigade Anti-Criminalité), μιας ειδικής μονάδας της γαλλικής αστυνομίας υπεύθυνης για την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, έριξε και άλλο λάδι στη φωτιά. Η συγκεκριμένη μονάδα δραστηριοποιείται κυρίως στα προάστια κυνηγώντας τη μικροεγκληματικότητα, αναπτύσσοντας μεθόδους που έχουν βρεθεί στο στόχαστρο των δικαστικών αρχών έπειτα από καταγγελίες για αυθαιρεσία και ρατσιστικά κίνητρα.
Την ίδια ώρα, η γαλλική κυβέρνηση προωθεί τον λεγόμενο νόμο «casseurs-payeurs», που προβλέπει εξοντωτικά πρόστιμα έως 10.000 ευρώ για απλή παρουσία σε πορεία όπου προκλήθηκαν ζημιές, σε μια προσπάθεια να ανακόψει τη μαζικότητα των διαδηλώσεων μέσω οικονομικού εκφοβισμού.
Λεπέν vs Μελανσόν
Όπως το 1968 ο Σαρλ ντε Γκωλ είχε θορυβηθεί τόσο από τις διαδηλώσεις που κατέφυγε προσωρινά στη βάση του γαλλικού στρατού στη Γερμανία, έτσι και σήμερα η πολιτική ηγεσία δείχνει να χάνει την ψυχραιμία της. Ο πρωθυπουργός Σεμπαστιάν Λεκορνί επιχειρεί ατυχώς να τηρήσει ισορροπίες, δηλώνοντας ότι ναι μεν κατανοεί τις αγωνίες των μαθητών, την ίδια ώρα όμως καλύπτει απόλυτα την αστυνομική βία για να μη φανεί ευάλωτος.
Η ριζοσπαστική αριστερά διάβασε γρήγορα τις εξελίξεις. Σε αντίθεση με το Κομμουνιστικό Κόμμα του ’68 που είχε σνομπάρει αρχικά τους φοιτητές ως «μπουρζουάδες», η «Ανυπότακτη Γαλλία» του Ζαν-Λικ Μελανσόν μπήκε κατευθείαν στην πρώτη γραμμή. Βουλευτές του κόμματος βρέθηκαν στους δρόμους μπαίνοντας ανάμεσα στους μαθητές και την αστυνομία, με στελέχη του να αξιοποιούν στο έπακρο τα social media για να συνδεθούν με τη νεολαία, προβάλλοντας συνειδητά τα σύμβολα του ’68.
Την ίδια στιγμή, η εθνικιστική δεξιά καραδοκεί. Η Μαρίν Λεπέν και στελέχη της στηρίζουν ανοιχτά την αστυνομία και επενδύουν σε μια επιθετική ρητορική που βρίσκει ευήκοα ώτα σε ένα κομμάτι νέων 18–24 ετών. Πρόκειται για νέους που απορρίπτουν τη λεγόμενη «woke» ατζέντα, γοητεύονται από την αναθεώρηση της ιστορίας και αναζητούν την πυγμή του νόμου και της τάξης, βλέποντας την αστυνομία ως εργαλείο επιβολής της τάξης με τη βία.
Τόσο ο Μελανσόν, όσο και η Λεπέν αναζητούν στήριξη από τη νεότερη γενιά, σε μια χώρα που παραδοσιακά βλέπει τις νεότερες ηλικιακές ομάδες να αποτελούν ενεργό και δυναμικό παράγοντα του εκλογικού σώματος και να συμμετέχουν μαζικά στις εκλογικές αναμετρήσεις.
Από την άλλη πλευρά, το κυβερνητικό στρατόπεδο βρίσκεται σε προφανές αδιέξοδο. Ο πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν, ήδη εξαιρετικά αντιδημοφιλής σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, παραμένει εγκλωβισμένος στην ακυβερνησία που δημιούργησαν οι πρόωρες κάλπες του 2024.
Ταυτόχρονα, τα προβεβλημένα στελέχη του κέντρου και πρώην πρωθυπουργοί, όπως ο Γκαμπριέλ Ατάλ και ο Εντουάρ Φιλίπ, μοιάζουν εντελώς αποκομμένοι από το κλίμα των ημερών. Για τους μαθητές, αποτελούν τους βασικούς υπεύθυνους για την υποβάθμιση των σχολείων τους και την απουσία οποιασδήποτε πρόθεσης να έρθουν σε διάλογο, να ακούσουν και να δώσουν λύση στα αιτήματά τους.
Προς το παρόν, τίποτα στους δρόμους του Παρισιού, της Λυών και άλλων γαλλικών πόλεων δεν δείχνει ότι οι μαθητές σκοπεύουν να κάνουν πίσω. Αντίθετα, καθηγητές, γονείς και εργαζόμενοι πυκνώνουν τις γραμμές των διαδηλώσεων, πολλές φορές για να προστατεύσουν σωματικά τα παιδιά από τα γκλομπ και τα δακρυγόνα. Η προεκλογική περίοδος είναι μεγάλη και σε μια χώρα που δοκιμάζεται εδώ και δύο χρόνια από μια ιδιότυπη ακυβερνησία, το διακύβευμα για την επόμενη μέρα είναι μεγάλο και οι εκτιμήσεις για το πού θα πάει η Γαλλία πολιτικά και κοινωνικά είναι νωρίς για να αποδειχθούν σωστές ή λάθος.