Πέφτει το μπρεντ αλλά η ανησυχία παραμένει – Μάχη στην ΕΕ για δημοσιονομική χαλάρωση

Διαβάζεται σε 6'
Πέφτει το μπρεντ αλλά η ανησυχία παραμένει – Μάχη στην ΕΕ για δημοσιονομική χαλάρωση
istock

Η πρόσκαιρη αποκλιμάκωση του πετρελαίου προσφέρει μεν μια ανακούφιση στις αγορές, δεν αρκεί όμως για να μεταβάλλει τη στρατηγική συζήτηση που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ευρώπη.

Η υποχώρηση των τιμών του πετρελαίου κάτω από τα 90 δολάρια το βαρέλι προσέφερε την Παρασκευή (12/06) μια πρώτη ανάσα στις διεθνείς αγορές, χωρίς ωστόσο να αμβλύνει τις αβεβαιότητες και τους φόβους για τις οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης στη Μέση Ανατολή.

Παρά την αισιοδοξία που πυροδότησαν οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ περί επικείμενης συμφωνίας με το Ιράν και επαναλειτουργίας των Στενών του Ορμούζ, στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και στους θεσμούς της ΕΕ κυριαρχεί ο προβληματισμός για την «επόμενη ημέρα» και για το πώς θα αντιμετωπιστούν οι πληθωριστικές πιέσεις χωρίς να εκτροχιαστούν τα δημόσια οικονομικά.

Το μπρεντ

Πιο συγκεκριμένα, τα συμβόλαια του Brent υποχώρησαν κάτω από τα 89 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό WTI κινήθηκε κοντά στα 86 δολάρια, καθώς οι αγορές προεξοφλούν ότι μια πιθανή συμφωνία Ουάσιγκτον -Τεχεράνης θα μειώσει σημαντικά τον γεωπολιτικό κίνδυνο στην περιοχή.

Ωστόσο, η αποκλιμάκωση των τιμών δεν αρκεί για να διαγράψει τις ανησυχίες που έχουν ήδη καταγραφεί στις τελευταίες εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Εκτιμήσεις που οδήγησαν χθες στην απόφαση για αύξηση του κόστους χρήματος στην Ευρωζώνη.

Αύξηση επιτοκίων

Συγκεκριμένα, η ΕΚΤ προχώρησε χθες στην πρώτη αύξηση επιτοκίων από το 2023, ανεβάζοντας το βασικό επιτόκιο στο 2,25%, στέλνοντας μήνυμα ότι οι πληθωριστικοί κίνδυνοι παραμένουν ενεργοί.

Οι αγορές μάλιστα προεξοφλούν ήδη μία ακόμη αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης το φθινόπωρο, καθώς η άνοδος των τιμών της ενέργειας έχει αρχίσει να περνά στην πραγματική οικονομία.

Κόντρα βορρά – νότου στην ΕΕ

Την ίδια στιγμή, η Ευρωζώνη βρίσκεται, για άλλη μια φορά, αντιμέτωπη με μια ολοένα και πιο έντονη αντιπαράθεση ανάμεσα στις χώρες του Βορρά και του Νότου για το εύρος της δημοσιονομικής ευελιξίας που πρέπει να δοθεί στα κράτη-μέλη. Συγκεκριμένα, η Ιταλία, με τη στήριξη και άλλων χωρών του Νότου, ζητά ευρύτερες εξαιρέσεις από τους δημοσιονομικούς κανόνες, ώστε να χρηματοδοτηθούν μέτρα στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων απέναντι στο αυξημένο ενεργειακό κόστος.

Στον αντίποδα, οι δημοσιονομικά «σκληρές» χώρες και σημαντικό τμήμα της ευρωπαϊκής γραφειοκρατίας επιμένουν ότι οποιαδήποτε πρόσθετη ευελιξία θα πρέπει να παραμείνει αυστηρά στοχευμένη και να αφορά αποκλειστικά επενδύσεις σε ενεργειακές υποδομές και έργα στρατηγικής σημασίας. Όπως φάνηκε και στις συζητήσεις του Eurogroup στο Λουξεμβούργο, η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για ενεργειακή ρήτρα διαφυγής δεν φαίνεται να επεκτείνεται, προς το παρόν, σε γενικευμένα πακέτα επιδοτήσεων ή στήριξης της κατανάλωσης.

Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρέθηκε ο Πρόεδρος του Eurogroup και Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, ο οποίος επιχείρησε να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη δημοσιονομικής σύνεσης και στην απαίτηση για μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια.

«Η κρίση στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να επηρεάζει τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Υπάρχουν προφανείς επιπτώσεις στην ανάπτυξη, καθώς και στον πληθωρισμό. Οι αγορές μέχρι στιγμής αντιδρούν με ψυχραιμία, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι θα πρέπει να υποτιμήσουμε τους κινδύνους που έχουμε μπροστά μας», τόνισε κατά την προσέλευσή του στο Eurogroup.

Ο κ. Πιερρακάκης υπογράμμισε ότι ακόμη και αν επιβεβαιωθούν τα σενάρια αποκλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή και επαναλειτουργήσουν πλήρως τα Στενά του Ορμούζ, οι οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης δεν πρόκειται να εξαφανιστούν άμεσα. «Θα χρειαστεί χρόνος μέχρι να απορροφηθούν οι συνέπειες και να προσαρμοστούμε στη νέα πραγματικότητα», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ενίσχυση των ενεργειακών επενδύσεων

Παράλληλα, έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη ενίσχυσης των ενεργειακών επενδύσεων, υποστηρίζοντας ότι αυτές αποτελούν την αποτελεσματικότερη απάντηση στις σημερινές προκλήσεις. «Η προσιτή ενέργεια αποτελεί την πρώτη ύλη της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. Κάθε ευρώ που επενδύεται στις ενεργειακές υποδομές είναι ένα ευρώ που επενδύεται στη δύναμη της Ευρώπης», σημείωσε, συνδέοντας ευθέως τη συζήτηση για τη δημοσιονομική ευελιξία με την ανάγκη ενίσχυσης της ενεργειακής αυτονομίας της ΕΕ.

Σε συνέντευξή του, επίσης, στο Euronews, ο Πρόεδρος του Eurogroup υπερασπίστηκε την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για πρόσθετη δημοσιονομική ευελιξία στις ενεργειακές επενδύσεις, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για μια «στοχευμένη και ισορροπημένη» παρέμβαση. Όπως εξήγησε, οι επενδύσεις που έγιναν μετά το 2022 περιόρισαν κατά 12% την ένταση της σημερινής κρίσης, σύμφωνα με υπολογισμούς του ΔΝΤ, γεγονός που αποδεικνύει τη σημασία της ενεργειακής θωράκισης.

«Οι επενδύσεις στην ενέργεια αποτελούν την πιο παραγωγική και αποτελεσματική μορφή κοινωνικής πολιτικής», τόνισε χαρακτηριστικά, απορρίπτοντας εμμέσως τις πιέσεις για οριζόντια μέτρα στήριξης που θα επιβάρυναν περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά.

Το δίλημμα

Το δίλημμα για την Ευρώπη γίνεται ακόμη πιο σύνθετο από τις νέες προβλέψεις της ΕΚΤ που έχουν προηγηθεί βέβαια των τελευταίων εξελίξεων. Έτσι, η Φρανκφούρτη αναθεώρησε προς τα πάνω τις εκτιμήσεις για τις τιμές της ενέργειας, εκτιμώντας ότι το πετρέλαιο θα κινηθεί κατά μέσο όρο στα 112 δολάρια ανά βαρέλι το δεύτερο τρίμηνο του 2026, επίπεδο κατά 25% υψηλότερο από εκείνο που προέβλεπαν οι εκτιμήσεις του Μαρτίου.

Παράλληλα, οι επικαιροποιημένες προβλέψεις δείχνουν χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης και υψηλότερο πληθωρισμό. Συγκεκριμένα, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο στο 3% το 2026 και στο 2,3% το 2027, με την επιστροφή στον στόχο του 2% να μετατίθεται πλέον προς τα τέλη του 2028.

Ακόμη πιο ανησυχητικά είναι τα εναλλακτικά σενάρια που εξετάζει η ΕΚΤ. Σε περίπτωση παρατεταμένης σύγκρουσης και σοβαρών ζημιών στις ενεργειακές υποδομές της περιοχής, το πετρέλαιο θα μπορούσε να εκτιναχθεί έως και τα 166 δολάρια το βαρέλι, ενώ οι τιμές του φυσικού αερίου θα μπορούσαν να υπερδιπλασιαστούν. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι πληθωριστικές πιέσεις θα εντείνονταν σημαντικά, αυξάνοντας τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού και θέτοντας σε δοκιμασία τις αντοχές της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η πρόσκαιρη αποκλιμάκωση του πετρελαίου προσφέρει μεν μια ανακούφιση στις αγορές, δεν αρκεί όμως για να μεταβάλλει τη στρατηγική συζήτηση που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ευρώπη για το πώς θα υπάρξει επαρκής θωράκιση της οικονομίας απένενατι στην κρίση. Άραγε με περισσότερη δημοσιονομική ευελιξία ή και παλι με αυστηρή προσήλωση στους κανόνες δημοσιονομικής πειθαρχίας.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα