Ιθαγένεια και οικονομική ένταξη: η νομολογία έδειξε τον δρόμο, η πολιτική οφείλει να τον ακολουθήσει
Διαβάζεται σε 4'
Η Φανή Γιωτάκη, Αν. Τομεάρχης Μεταναστευτικής Πολιτικής της ΕΛ.Α.Σ. γράφει στο NEWS 24/7 για το ζήτημα της ιθαγένειας και το αν το ύψος του ετήσιου εισοδήματος μπορεί να λειτουργεί ως αυτοτελής και απόλυτη προϋπόθεση για την απόκτησή της
- 30 Σεπτεμβρίου 2026 06:56
Με τις αποφάσεις 715 και 717/2026, που δημοσιεύθηκαν στις 19 Μαΐου 2026, το Συμβούλιο της Επικρατείας έκρινε ένα ζήτημα που απασχολεί εδώ και χρόνια χιλιάδες νόμιμα διαμένοντες πολίτες τρίτων χωρών.
Το ερώτημα ήταν αν το ύψος του ετήσιου εισοδήματος μπορεί να λειτουργεί ως αυτοτελής και απόλυτη προϋπόθεση για την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας με πολιτογράφηση. Η απάντηση του Δικαστηρίου, ομόφωνη και από επταμελή σύνθεση, ήταν αρνητική.
Το σκεπτικό είναι σαφές. Ο Κώδικας Ελληνικής Ιθαγένειας προβλέπει ότι η οικονομική ένταξη κρίνεται με βάση τη σταθερή εργασία, τη συνολική οικονομική δραστηριότητα και τη διαρκή εκπλήρωση των φορολογικών και ασφαλιστικών υποχρεώσεων. Ελάχιστο εισόδημα ο νόμος δεν ορίζει. Το 2020, κατά την επεξεργασία του νόμου για την ιθαγένεια τα αυστηρά οικονομικά κριτήρια εξετάστηκαν και τελικά αποσύρθηκαν εν μέσω αντιδράσεων. Παρ’ όλα αυτά, η υπουργική απόφαση 29845/2021, επί υπουργίας Μάκη Βορίδη, και οι εγκύκλιοι 715/2021 και 81/2022 εφαρμόστηκαν στην πράξη ως αμάχητο φίλτρο. Όποιος δεν αποδείκνυε το όριο για κάθε κρίσιμο έτος απορριπτόταν, χωρίς να εξετάζεται οτιδήποτε άλλο. Το Δικαστήριο έκρινε ότι μια τέτοια ερμηνεία υπερβαίνει τη νομοθετική εξουσιοδότηση. Το εισόδημα μπορεί να συνεκτιμάται, όχι να αποτελεί απόλυτο κριτήριο αποκλεισμού.
Η σημασία των αποφάσεων ξεπερνά τις συγκεκριμένες υποθέσεις. Αφορά όλους όσους απορρίφθηκαν με το ίδιο σκεπτικό τα τελευταία χρόνια. Πολλοί από αυτούς κρίθηκαν με βάση τα εισοδήματά τους για περιόδους οικονομικής κρίσης και πανδημίας, και συχνά για αιτήσεις που είχαν υποβληθεί πολύ πριν θεσπιστεί το κριτήριο. Αφορά επίσης όσους εκκρεμούν σήμερα και κρίνονται με τις ίδιες οδηγίες.
Τέσσερις μήνες μετά τη δημοσίευση των αποφάσεων, η κυβέρνηση δεν έχει αποκαταστήσει τη νομιμότητα. Ο Συνήγορος του Πολίτη, που είχε ζητήσει ήδη από το 2022 την αναθεώρηση των κριτηρίων και είχε προειδοποιήσει ότι θα αμφισβητηθούν δικαστικά, επανήλθε μετά τις αποφάσεις με νέο έγγραφο προς τον Υπουργό Εσωτερικών, που δημοσιοποιήθηκε τον Ιούλιο. Το Υπουργείο έχει συγκροτήσει επιτροπή για τον εκσυγχρονισμό του Κώδικα Ιθαγένειας. Όμως οι αποφάσεις του ΣτΕ ακύρωσαν τις απορρίψεις δύο συγκεκριμένων αιτουσών. Χωρίς γενική ρύθμιση από τη Διοίκηση, όποιος άλλος απορρίφθηκε με το ίδιο σκεπτικό πρέπει να ζητήσει ο ίδιος την ανάκληση της απόρριψης ή να προσφύγει στα δικαστήρια, με ό,τι κόστος και καθυστέρηση αυτό συνεπάγεται.
Η ιθαγένεια είναι το τελευταίο και πιο κρίσιμο βήμα της ένταξης. Μια μεταναστευτική πολιτική που δέχεται ανθρώπους να δουλέψουν, να πληρώσουν φόρους και εισφορές και να μεγαλώσουν εδώ τα παιδιά τους, και μετά τους αρνείται την ισότιμη συμμετοχή, δεν είναι πολιτική ένταξης. Είναι πολιτική μόνιμης εξαίρεσης. Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο έντονο για τους γονείς της δεύτερης γενιάς. Τα παιδιά τους έχουν αναγνωριστεί ως Έλληνες πολίτες με τον ν. 4332/2015, ενώ οι ίδιοι κρίνονται με ένα λογιστικό κριτήριο που αγνοεί δεκαετίες ζωής και εργασίας στη χώρα.
Για την Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη, η ζωή με αξιοπρέπεια και η κοινωνική δικαιοσύνη δεν σταματούν στα σύνορα της ιθαγένειας. Ο πατριωτισμός στον οποίο πιστεύουμε αναγνωρίζει ως μέρος της πατρίδας όσους τη στηρίζουν καθημερινά με τη δουλειά και τη ζωή τους. Και θεωρούμε ότι μια δημοκρατία κρίνεται από το αν αντιμετωπίζει με ισονομία και σεβασμό όσους ζουν, εργάζονται και μεγαλώνουν τα παιδιά τους στον τόπο της.
Με αυτή την αφετηρία, ζητάμε σαφείς νομοθετικές ρυθμίσεις. Ρυθμίσεις που θα ενσωματώνουν τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, ώστε η οικονομική ένταξη να κρίνεται ουσιαστικά και όχι τυπολατρικά, με ενιαία κριτήρια που εξασφαλίζουν την ίση μεταχείριση των αιτούντων. Ρυθμίσεις που θα δίνουν μια δίκαιη λύση σε όσους επηρεάστηκαν από μια πρακτική που κρίθηκε μη σύμφωνη με τον νόμο. Και ένας νέος Κώδικας Ιθαγένειας που θα συνδυάζει την ασφάλεια δικαίου και τη διαφάνεια με τον σεβασμό στην πραγματική ένταξη κάθε ανθρώπου στην ελληνική κοινωνία.
Το ζήτημα της ιθαγένειας δεν είναι τεχνικό. Αφορά ποια χώρα θέλουμε να είμαστε δηλαδή μια χώρα που σέβεται τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης, που εφαρμόζει τους κανόνες της με συνέπεια και ισονομία και που βλέπει την ένταξη ως κοινό συμφέρον και όχι ως απειλή.
Η κυβέρνηση έχει την ευθύνη να φέρει άμεσα στη Βουλή τις αναγκαίες ρυθμίσεις.