Οι τρεις συμφωνίες που θα κρίνουν το μέλλον της ΕΕ και οι νέες συμμαχίες

Στιγμιότυπο από τις Βρυξέλλες με φόντο το κτίριο της Κομισιόν
Στιγμιότυπο από τις Βρυξέλλες με φόντο το κτίριο της Κομισιόν EUROKINISSI

O διδάσκων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Θωμάς Γούμενος, "ακτινογραφεί" τις συμμαχίες στην ΕΕ ενόψει προϋπολογισμού, σχεδίου ανασυγκρότησης, αλλά και για το μεταναστευτικό και το άσυλο που έρχονται μέσα στο επόμενο διάστημα.

Η ανάλυση περιλαμβάνεται στο 32ο Δελτίο Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ που δημοσιεύεται στο enainstitute.org.

Τρεις σημαντικές συμφωνίες αναμένεται να συναφθούν το επόμενο διάστημα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ήτοι αυτές που αφορούν τον Προϋπολογισμό της ΕΕ για την περίοδο 2021-2027 (Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο, ΠΔΠ), το σχέδιο ανάκαμψης από την πανδημία και το νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο. Οι προβλέψεις και οι όροι των τελικών συμφωνιών αναμένεται να έχουν σημαντικό βάρος στη διαμόρφωση των αντίστοιχων δημόσιων πολιτικών, σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Παρότι αναγκαστικά οι συμφωνίες θα αποτελούν αντικείμενο συμβιβασμού, οι συμμαχίες και οι συσχετισμοί μεταξύ ομάδων κρατών-μελών θα κρίνουν, ως είθισται, σε σημαντικό βαθμό τον κυρίαρχο χαρακτήρα της κάθε συμφωνίας.

Η εκτίμηση του τελικού περιεχομένου της κάθε συμφωνίας αποτελεί, ασφαλώς, ένα εξαιρετικά σύνθετο εγχείρημα· ίσως έχει σημασία, όμως, μια αδρή καταγραφή των κεντρικών ζητημάτων και των διαφορετικών υπό διαμόρφωση συμμαχιών. Προκαταρκτικά, φαντάζει αυτονόητη η επισήμανση ότι η θέση της Γερμανίας θα έχει ακόμη μεγαλύτερη σημασία, όχι μόνο λόγω της ανάληψης της προεδρίας του Συμβουλίου από την 1 Ιουλίου, αλλά και λόγω της πρόσφατης επανατοποθέτησης –έστω τακτικού χαρακτήρα– της γερμανικής κυβέρνησης ως προς την αμοιβαιοποίηση των οικονομικών βαρών.

Οι συμφωνίες για τον μακροπρόθεσμο Προϋπολογισμό (2021-2027) και το σχέδιο ανασυγκρότησης (Ευρωπαϊκό Μέσο Ανάκαμψης έκτακτης ανάγκης, «Next Generation EU») είναι αυτονόητα άμεσα συνυφασμένες. Πρόσφατα η Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προέτρεψε τους αρχηγούς κρατών να συμφωνήσουν έως τον Αύγουστο, εν ανάγκη και με τη διεξαγωγή πρόσθετης Συνόδου Κορυφής, πέραν της προγραμματισμένης για τις 17- 18 Ιουλίου. Μέχρι και τον περασμένο Φεβρουάριο, τα κράτη-μέλη δεν είχαν συμφωνήσει ως προς το τελικό ύψος και την κατανομή των πόρων για την περίοδο 2021-2027, δύο σχεδόν χρόνια μετά την αρχική πρόταση της Κομισιόν. Οι διαφορετικές ομάδες που σχηματίστηκαν, μόνο σε ένα επίπεδο αντιστοιχούσαν στη συμβατική διαφοροποίηση μεταξύ «χρηματοδοτών» και «ωφελούμενων» κρατών. Το δεύτερο σύνολο, γνωστό και ως «Φίλοι της Συνοχής», επιθυμούσε τουλάχιστον τη διατήρηση του ύψους του Προϋπολογισμού και αντιστεκόταν στην προτεινόμενη σημαντική μείωση των πόρων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ)· περιλαμβάνει 17 «νότια» και «ανατολικά» κράτη, συμπεριλαμβανομένης της Ιταλίας, η οποία ούσα τυπικά «χρηματοδότρια» ακολουθεί μια πιο ιδιαίτερη στάση. Το πρώτο σύνολο τέμνεται εσωτερικά μεταξύ των «φειδωλών τεσσάρων» (Ολλανδίας, Αυστρίας, Δανίας, Σουηδίας), που επιθυμούσαν σαφή μείωση του ποσοστού εθνικής συνεισφοράς στον κοινοτικό Προϋπολογισμό, και των πιο «μετριοπαθών», στους οποίους συμπεριλαμβανόταν η Γερμανία, η οποία όμως επιθυμούσε διατήρηση του «διορθωτικού» μηχανισμού επιστροφών προς κάποιες «χρηματοδότριες» χώρες, και η Γαλλία, η οποία συντασσόταν με τη μεγάλη πλειοψηφία των «17» ως προς την ΚΑΠ.

Ασταθείς συμμαχίες

Το πλαίσιο αυτό των ασταθών συμμαχιών και πολλαπλών μετώπων έχει αναμφίβολα αναπροσαρμοστεί μετά την εκδήλωση της πανδημίας και την αναμενόμενη, ιστορική οικονομική ύφεση. Καθοριστική εξέλιξη ήταν, ασφαλώς, η ανάκαμψη του γαλλογερμανικού άξονα και η προαναφερθείσα γερμανική «μεταστροφή». Η κοινή πρόταση αποτέλεσε τη βάση της πρότασης της Κομισιόν για ένα συνολικό πακέτο ανασυγκρότησης ύψους 750 δισ. ευρώ, 440 εκ των οποίων αντιστοιχούν σε επιχορηγήσεις και 250 σε δάνεια (και 60 σε εγγυήσεις). Το σχέδιο αυτό νοείται ως ένα έκτακτο συμπλήρωμα του ΠΔΠ και έρχεται, εκτός των άλλων που συνεπάγεται και συμβολίζει, άτυπα να διορθώσει σημεία του, μέσω π.χ. της αύξησης του προϋπολογισμού για την περιφερειακή και κοινωνική συνοχή, την υγεία, την έρευνα ή (λιγότερο) την αγροτική πολιτική. Παρότι υπάρχουν κρίσιμα σημεία τριβής, όπως για το αν και κατά πόσο η βοήθεια θα συνοδεύεται από «αιρεσιμότητες» που θα παραπέμπουν σε «ήπια» Μνημόνια ή για το ποια θα είναι τα ακριβή κριτήρια (ΑΕΠ, ανεργία, ένταση πανδημίας), καθώς και ο χρόνος αποταμίευσης (το βάρος στην πρόταση της Κομισιόν «πέφτει» στα έτη 2023-2024), η συμπαράταξη Γερμανίας και Γαλλίας φαίνεται να γέρνει το κεντρικό διακύβευμα «επιχορηγήσεις ή δάνεια» υπέρ της πρώτης επιλογής. Εφόσον αυτό πραγματωθεί, θα πρόκειται για μια εξέλιξη υπέρ των φτωχότερων κρατών και των πιο προοδευτικών δυνάμεων· παρότι πολλά περισσότερα μπορούν να διεκδικηθούν από μια τέτοια σκοπιά, με δεδομένο ότι καμία κυβέρνηση ευρωπαϊκής χώρας δεν προέρχεται από το κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και ότι μόλις έξι κυβερνήσεις (επτά με την ιταλική) ανήκουν στο Σοσιαλιστικό κόμμα (μεταξύ των οποίων οι «φειδωλές» Δανία και Σουηδία), αυτή η ευκαιρία δεν μπορεί επ’ ουδενί να υποτιμηθεί.

Νέο Μεταναστευτικό

Σε ό,τι αφορά το νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, η Επίτροπος Γιόχανσον προ ολίγων ημερών δήλωσε ότι αναβάλλεται (για πολλοστή φορά) η δημοσιοποίηση και συζήτησή του μετά την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων για τον Προϋπολογισμό και το σχέδιο ανασυγκρότησης, ήτοι (καλώς εχόντων των πραγμάτων) για μετά το καλοκαίρι. Το κεντρικό διακύβευμα, ως γνωστόν, αφορά το κατά πόσον θα υπάρχει ένας υποχρεωτικός μηχανισμός μετεγκαταστάσεων, βάσει του οποίου θα κατανέμονται με (κάποια) αναλογικότητα οι αιτούντες άσυλο στις 27 χώρες. Εν προκειμένω, οι «17» βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα, με τις χώρες του Νότου να πιέζουν υπέρ της «αλληλεγγύης» μέσω μετεγκαταστάσεων και τις τέσσερις χώρες του Bίζεγκραντ (και τις συν αυτοίς, συμπεριλαμβανομένης της Αυστρίας και της Δανίας) να αντιδρούν μετωπικά σε αυτήν την προοπτική. Μια σχετικά πρόσφατη πρωτοβουλία των υπουργών Εσωτερικών της Γερμανίας, Γαλλίας, Ισπανίας και Ιταλίας και δηλώσεις του Επιτρόπου Σχοινά, περιγράφουν ένα «μόνιμο» μηχανισμό αλληλεγγύης ο οποίος όμως δεν θα υλοποιείται μόνο μέσω μετεγκαταστάσεων, αλλά και μέσω (κατ’ εξαίρεση;) χρηματικής ή άλλης υλικής συνδρομής προς τις χώρες του Νότου. Από την πλευρά των μεσογειακών χωρών, αλλά και των προοδευτικών δυνάμεων, μια τέτοια «συμβιβαστική» λύση τύπου «ασπίδας της Ευρώπης», με θέλγητρο την αυξημένη χρηματοδότηση, δεν θα είναι ασφαλώς ευπρόσδεκτη.

Καταληκτικά, μπορεί να επισημάνει κανείς ότι, ως προς το οικονομικό σκέλος, οι συνειδητοποιήσεις που προκάλεσε η πανδημία σε πολλές χώρες και κοινωνικές κατηγορίες εντός της ΕΕ, φαίνεται να δημιουργούν ένα θετικό μομέντουμ για προοδευτικές επιλογές. Δεν μπορεί το ίδιο να υποστηριχθεί για το –ίσως περισσότερο διχαστικό– προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση, ζητήματα που αφορούν τη σημασία του γαλλογερμανικού «άξονα» ή την πιθανότητα μιας Ευρώπης πολλών ταχυτήτων καθίστανται εκ νέου επίκαιρα στο πλαίσιο των αποφάσεων που θα ληφθούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο τους επόμενους μήνες.

*Ο Θωμάς Γούμενος είναι Διδάσκοντας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο (Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας)

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Κομισιόν, Μεταναστευτικό
SHARE:

24Media Network