Σόιμπλε: Ο ρόλος του και το ζύγισμα της ευρωπαϊκής ιδέας – Η άποψή του για την Ελλάδα

Διαβάζεται σε 7'
Σόιμπλε: Ο ρόλος του και το ζύγισμα της ευρωπαϊκής ιδέας – Η άποψή του για την Ελλάδα
AP Photo/Jose Luis Magana

Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε ήταν υπέρ της Ευρώπης των “ομόκεντρων κύκλων” ή πολλαπλών ταχυτήτων και κατά της μορφής της ενιαίας ευρωζώνης όπου χωρούσαν και οι “ελλειμματικοί νότιοι”.

Ηγετική μορφή της Γερμανίας και βέβαια της Γηραιάς Ηπείρου, με αμφιλεγόμενη σημασιοδότηση για πολλούς, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, αλλά με στίγμα πολιτικής, που οδήγησε τη Γερμανία στην κορυφή της Ευρώπης, στην εποχή βέβαια που η φτηνή ρωσική ενέργεια ήταν πυλώνας, για τη Γερμανία, αλλά και εκφραστής του νέας κοπής γερμανικού εθνικισμού ή πιο κομψά της γερμανικής προσπάθειας για κατίσχυση και ηγεμονία, ήταν ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, που έφυγε σε ηλικία 81 ετών.

Και κάτι που έχει σημασία για την Ελλάδα, όσο και αν ηγεσία της θέλει συχνά το… ξεχνά. Και ο Β.Σόιμπλε μέχρι το τελος και ως πρόεδρος της Βουλής, βέβαια, “θώκος” με σημασία, δεν δέχτηκε, όπως και σχεδόν όλη η γερμανική ελίτ, να ακούσει το θέμα των οφειλών της Γερμανίας στην Ελλάδα από την Κατοχή.

Το ελληνικό Δράμα

Αναμφίβολα, πάντως, ήταν από τους βασικούς πρωταγωνιστές του «ελληνικού δράματος», με τη 1Οετη ελληνική κρίση χρέους και το «φλερτ εξόδου» από το ευρώ. Αν και οικονομικά μιλώντας είχε ισχυρά επιχειρήματα, όντας οπαδός μιας οικονομικής «realpolitik», που όπως αναφέρουν αναλυτές, ίσως οδηγούσε την ΕΕ, σε μια πιο στέρεα πορεία, συμβιβάστηκε με την ηγεσία του CDU και την Α. Μέρκελ. Δεν επέβαλε τις απόψεις του, καθώς η πρόταση εξόδου της Ελλάδας από το ευρώ δεν επικράτησε και προετάχθη η πολιτική σκοπιμότητα και η ανάγκη (των αμερικανικών κυρίως) γεωστρατηγικών ισορροπιών στην περιοχή, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό στο σημερινό σκηνικό.

Είναι σαφές άλλωστε το τι πίστευε για τη γεμάτη ακόμη και σήμερα παραγωγικά ελλείμματα Ελλάδα, αλλά και το νότο συνολικά . Δεν είναι τυχαίο αυτό που είπε σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει στην εφημερίδα «Τα Νέα» τον Ιούλιο του 2022. Είχε πει: «Πάντα ήθελα να βοηθήσω την Ελλάδα (…). Έχω καθαρή τη συνείδησή μου και πιστεύω ότι πολλοί στην Ελλάδα το έχουν αντιληφθεί».

Πάντως ο πρώην Γερμανός υπουργός Οικονομικών, σε συνέντευξή του στην γερμανική εφημερίδα Bild, είχε αναφέρει χαρακτηριστικά ότι την καθοριστική βραδιά του Αυγούστου 2015 μίλησε με την Καγκελάριο, Άνγκελα Μέρκελ δέκα φορές στο τηλέφωνο και αποκάλυψε ότι «σχεδόν όλοι οι υπουργοί Οικονομικών της Ευρωζώνης συμφωνούσαν τότε, ότι το καλύτερο για την Ελλάδα θα ήταν η έξοδος από την Ευρωζώνη».

«Πριν ταξιδέψω στις Βρυξέλλες είχα συμφωνήσει επ΄ αυτού και με τον κύριο Γκάμπριελ» αναφέρει ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και επισημαίνει ότι «o Ζίγκμαρ Γκάμπριελ σε εσωτερικές συνομιλίες είχε πει ότι εγώ είχα δίκιο, αλλά αργότερα εκφράστηκε αντίθετα δημοσίως». «Για την κυρία Μέρκελ ήταν τελικά ένα ζήτημα στάθμισης της κατάστασης. Έθεσε σε προτεραιότητα την ευρωπαϊκή κοινή ευθύνη. Με αυτό το αποτέλεσμα μπορεί κανείς τελικά εκ των υστέρων να συμβιβαστεί. Η Ελλάδα έχει κάνει πολλές μεταρρυθμίσεις και είναι τώρα σε καλό δρόμο» τόνισε.

Πολλοί, πάντως, αναλυτές θεωρούν τις απόψεις για την ΕΕ ως βέλτιστες για την τότε περίοδο, που ωστόσο είναι σημαντικά διαφορετική από τη σημερινή , στο φόντο του Ουκρανικού.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Β. Σόιμπλε ήταν υπέρ της Ευρώπης των «ομόκεντρων κύκλων» ή πολλαπλών ταχυτήτων και κατά της μορφής της ενιαίας ευρωζώνης, όπως διαμορφώθηκε από το συμβιβασμό σε πολιτικό επίπεδο Γαλλίας – Γερμανίας, όπου χωρούσαν και οι «ελλειμματικοί νότιοι».

Αυτό ίσως όπως αναφέρεται θα έδινε χώρο σε υποανάπτυκτες λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες της ΕΕ, όπως η Ελλάδα, να βρουν βηματισμό που είχαν χάσει λόγω ευρώ. Βέβαια η ΕΕ θα έχανε σε “ειδικό βάρος”, αντιτάσσουν οι πολέμιοί του και θα συρρικνωνόταν έτσι, σε βάρος ακόμη και των γερμανικών συμφερόντων.

Από το 1994, έτσι, προτιμούσε ένα κοινό νόμισμα για τον «πυρήνα» της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Kerneuropa), που θα συμπεριλάμβανε τη Γερμανία, τη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία και το Λουξεμβούργο. Όμως οι πολιτικές επιλογές ήταν άλλες και έγιναν με κριτήρια όχι αμιγώς οικονομικά, όπως άλλωστε δείχνει ο ιστορία της ενοποίησης της ΕΕ.

Από τη στιγμή, βέβαια , που υιοθετήθηκε το ευρώ, το αποδέχτηκε και απλά προέταξε την ανάγκη αυστηρής δημοσιονομικής πειθαρχίας, κάτι βέβαια που «βόλευε» τα ηγεμονικά σχέδια της Γερμανίας και του σκληρού της βιομηχανικού κατεστημένου, που με τις πολιτικές αυτές, που εφαρμόστηκαν με ακραίο τρόπο στην Ελλάδα (εσωτερική υποτίμηση κτλ, λιτότητα, μείωση του κράτους) κατάφερε να απλώσει την ισχύ του στο Νότο. Είχε βέβαια προηγηθεί η «ατζέντα 2000» του σοσιαλδημοκράτη Γκ. Σρέντερ, που με συνταγή λιτότητας έφερε τη Γερμανία λόγω του μισθολογικού και κοινωνικού ντάμπινγκ (μειωμένοι μισθοί και κοινωνικές παροχές σε σχέση με ανταγωνιστικές αγορές) σε θέση ηγετική σε ένα περιβάλλον “σκληρού νεοφιλελευθερισμού”.

Να σημειωθεί ότι το «κοινωνικό ντάμπινγκ» φέρνει μαζικές απώλειες θέσεων εργασίας σε ανταγωνιστικές αγορές. Όπως αναφέρουν αναλυτές, σε επίπεδο ΕΕ διαταράσσει την περιφερειακή ισορροπία διαφόρων οικονομικών περιοχών κτλ. Κλάδοι, ωστόσο, που είναι ιδιαίτερα απαιτητικοί από άποψη ανθρώπινων πόρων, όπως αναφέρεται από επικριτές τέτοιων πολιτικών, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με ισότιμους γενικούς όρους σε όλα τα κράτη μέλη, ώστε να μπορούν να αντεπεξέλθουν στον ανταγωνισμό. Κάτι που όμως δεν γίνεται.

Πάντως με βάση τον ομότιμο καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Κρήτης και μελετητή της ευρωπαϊκής ενοποίησης αλλά και της Γερμανίας Χρήστο Χατζηϊωσήφ, η γερμανική πολιτική πριν ακόμη την ελληνική κρίση αλλά και η ευρωπαϊκή ενοποίηση, όπως υλοποιήθηκε, όξυνε τις αντιθέσεις ανάμεσα στα κράτη μέλη της ΕΕ. Βέβαια η πολιτική αυτή, κύρια υλοποιήθηκε από την Α. Μέρκελ κυρίως.

Δηλαδή, με δεδομένα όσα έγιναν, δε, στον ευρωπαϊκό νότο με την κρίση χρέους, η πολιτική που ακολουθήθηκε όξυνε τον εθνικισμό στο εσωτερικό της ΕΕ. Ο, δε, ιδιότυπος αυτός νέος γερμανικός εθνικισμός (φυσιολογικός για πολλούς στην Ευρώπη του διακυβερνητικού μοντέλου), με αιχμή την κρίση χρέους, ενίσχυσε την οικονομική διείσδυση της μεγάλης αυτής χώρας και την επικράτησή της στον ευρωπαϊκό, κυρίως, και στον παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας. Ωστόσο λειτούργησε ως καύσιμο αντίδρασης σε άλλους τοπικούς εθνικισμούς, ακόμη και σε διαλυτικές τάσεις την ΕΕ. (βλ. Brexit, Grexit κτλ).

«Είναι αλήθεια ότι στην αιχμή της οικονομικής κρίσης οι συνειρμοί με την κατοχική περίοδο είχαν οδηγήσει στην απόρριψη κάθε τι του γερμανικού και συχνά σε έναν πρωτόγονο, εθνικιστικό αντιγερμανισμό. Ανάλογη ήταν η αντιμετώπιση των Ελλήνων και της Ελλάδας στη Γερμανία» ανέφερε εύστοχα σε συνέντευξη του το 2020 ο εμβληματικός ιστορικός Χ. Χατζηϊωσήφ.

Η πορεία

Υπενθυμίζεται, πάντως, ότι πολιτική καριέρα του Β. Σόιμπλε ήταν ταραχώδης όσο. Ξεκίνησε μέσα στον Ψυχρό Πόλεμο, το 1961 από τη νεολαία του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, ενώ κατά τη διάρκεια των πανεπιστημιακών του σπουδών διατέλεσε πρόεδρος των χριστιανοδημοκρατών φοιτητών.

Το 1972 εκλέγεται για πρώτη φορά βουλευτής και επανεκλέγεται μέχρι το τέλος.

Από το 1984 έως το 1989 διετέλεσε υπουργός Ειδικών Υποθέσεων στην κυβέρνηση του Χέλμουτ Κολ και από 1989 έως το 1991 υπουργός Εσωτερικών, όπου έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ενοποίηση των δύο Γερμανιών, μοντέλο που και στην περίπτωση της Ελλάδας, ειδικά σε σχέση με τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας, με τη δημιουργία «υβριδικών» θεσμών μετάβασης πχ ΤΧΣ, ΤΑΙΠΕΔ κτλ, ακολουθήθηκε και στην Ελλάδα.

Παρολίγον καγκελάριος

Να σημειωθεί ότι ο ο Β. Σόιμπλε ήταν στον «προθάλαμο» της Καγκελαρίας όταν 1998, μετά την παραίτηση του Χέλμουτ Κολ, ανέλαβε την προεδρία του CDU, αλλά αναγκάστηκε να παραιτηθεί δύο χρόνια αργότερα, όταν το όνομά του αναμίχθηκε σε σκάνδαλο παράνομων προεκλογικών χρηματοδοτήσεων, γεγονός που του στοίχισε αργότερα την πρωθυπουργία υπέρ της Άνγκελα Μέρκελ, η οποία ανέβηκε ταχύτατα στην ιεραρχία του κόμματος. Από τότε περιορίστηκε σε υπουργικά πόστα (Υπουργός Εσωτερικών από το 2005 έως το 2009 και Υπουργός Οικονομικών από το 2009 έως σήμερα), αλλά η επιρροή του είναι μεγάλη στα πολιτικά πράγματα της Γερμανίας και της Ευρωζώνης.

Στις 12 Οκτωβρίου 1990 έπεσε θύμα δολοφονικής απόπειρας. Ο θύτης θεωρήθηκε παράφρων καθώς τον πυροβόλησε τρεις φορές κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του. Μία από τις σφαίρες τον έπληξε στη σπονδυλική στήλη και τον άφησε ανάπηρο. Έκτοτε κυκλοφορούσε με αναπηρικό καροτσάκι.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα