David Bowie, a Starman in the sky

David Bowie, a Starman in the sky
Ο Ντέιβιντ Μπόουι σε συνέντευξη Τύπου στο Φεστιβάλ των Καννών (11/5/1983). RALPH GATTI/AFP

Το NEWS 24/7 επιχειρεί να προσεγγίσει το έργο μιας από τις πιο ξεχωριστές ιδιοφυΐες του ροκ. Ένα μικρό πορτραίτο του Ντέιβιντ Μπόουι, έξι χρόνια μετά τον θάνατό του.

Το ημερολόγιο έδειχνε 10 Ιανουαρίου του 2016, όταν ολοκληρώθηκε το μεγάλο ταξίδι των αναζητήσεων του Ντέιβιντ Μπόουι, εκεί όπου έκλεισε ο κύκλος μιας μουσικής ιδιοφυΐας, ενός αινιγματικού “οδοιπόρου”, του οποίου η συνθετική κομψότητα συμβάδισε με την ταυτότητα της αυθεντικότητας, “παρανομώντας” πάνω στις φόρμες του ροκ, για να μας χαρίσει μια εκρηκτική αλυσίδα από μοναδικές κορυφώσεις μυστικιστικής έμπνευσης και ανατρεπτικής τέχνης.

Ο Μπόουι υπήρξε ο μεγαλύτερος ελεύθερος σκοπευτής του Μπρίξτον και της βρετανικής σκηνής, ένας μοναχικός χαμαιλέοντας της σύγχρονης μουσικής, μοναδικός διαμορφωτής κινημάτων και τάσεων, διαχρονικά ριζοσπαστικός και εφευρετικός. Πρωταγωνιστής στα μέτωπα του πειραματισμού, της αναζήτησης, του “εξπρεσιονισμού”, ενίοτε του παραλογισμού και μιας σημειολογικής ψυχρότητας που βρήκε την κορύφωσή της στη βερολινέζικη τριλογία (1976-1979), ο “λεπτός λευκός Δούκας” μαστίγωσε ανελέητα, πότε με λαγνεία και πότε με αβανγκάρντ λυρισμό, τις παρτιτούρες, εξερευνώντας κάθε πιθανή αισθητική.

Ο Ντέιβιντ Μπόουι και η αντίκα Ρολς-Ρόις του, το 1973 στο Λονδίνο. ⓒ 1973 John Glanvill/Associated Press

Με συνεχείς δημιουργίες και απορρίψεις του ίδιου του εαυτού του, πότε ως Major Tom, πότε ως Ziggy Stardust και πότε ως Aladdin Sane, καθόρισε τα 70s χωρίς παραχωρήσεις, υποτάσσοντας το ροκ στις δικές του επιθυμίες. Ο Μπόουι δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για την “ισορροπία”, ταξίδεψε με την ίδια ευκολία στη νωχέλεια, την παρορμητικότητα, το περιθώριο, την ενδοσκόπηση και τον ηδονισμό, χτίζοντας συνεχώς “γέφυρες” για να ανακαλύψει την αντίπερα όχθη των πειραματισμών του.

Πίσω από τις νότες του ναρκισσισμού, υπήρξε πάντα μια αίσθηση κενού, μια επιθυμία για ξεχωριστούς ήχους, συχνά με το στοιχείο της υπερβολής, όμως η εξαγνιστική διάσταση μέσα από τις ατελείωτες διαδρομές της έμπνευσης, αποτέλεσε τον κοινό παρονομαστή μιας πορείας που δε σταμάτησε να κινείται πέρα από τα όρια, εκτινάσσοντας κάθε πιθανή δυνατότητα του ροκ και εξαντλώντας κάθε περιπέτειά του με μια θαυμαστή “ασυνεπή” συνέπεια, που τη χαρακτήρισαν η ανατροπή και η πρωτοπορία.

Ο Ντέιβιντ Μπόουι "μεταμορφώνεται" σε Ziggy Stardust πριν από συναυλία τον Μάιο του 1973. Δεξιά στον καθρέφτη διακρίνεται το είδωλο του Μικ Ρόνσον, κιθαρίστα των Spiders From Mars, της μπάντας του Μπόουι. Credit: Roger Bamber / Alamy Stock Photo

Ο Μπόουι πήρε τη σεξουαλική απελευθέρωση που είχε ήδη κατακτηθεί στα 60s και την πήγε πολλά βήματα πιο πέρα. Επέβαλλε το glam rock στο ξεκίνημα της δεκαετίας του ’70, μέσα από τη γεμάτη πόθο μουσική, τη φανταχτερή μόδα του και το προκλητικό του πνεύμα. Η στάση του “ανδρογύνου” με την ηδονική παρέκκλιση της “μεταμόρφωσης”, τα ναρκωτικά και το σεξ, υπήρξε ανεξέλεγκτη. Ενσάρκωσε με τον πιο αρρενωπό τρόπο την αντιστροφή του ανδρισμού, “προκαλώντας” το μέγιστο της αρσενικής επιθυμίας με όλες τις δυνατές γυναικείες “υποψίες” που ερμηνεύτηκαν από τον ίδιο σε αντρικό περίβλημα.

Η ίδια η φωνή του, αποδίδοντας με μια πρόζα συσσωρευμένου αισθησιασμού τους στίχους που απεικόνιζαν νεφελώματα του εσωτερικού του κόσμου, πότε ανάλαφρα και πότε εξερευνητικά, αλλά πάντοτε φωτισμένα με το ημίφως “ηλεκτρικών σπινθήρων” ασύλληπτης αυθάδειας, εκφράστηκε κρυστάλλινα στο περίφημο “Jean Genie”, έναν ύμνο του σεξουαλικού περιθωρίου αφιερωμένο στον Ζαν Ζενέ. Ο Μπόουι ήταν ο πρώτος που εμφανίστηκε με φουστάνι στη σκηνή, μιλώντας το 1972 ανοιχτά στο Melody Maker για την αμφισεξουαλικότητά του.

Ο Ντέιβιντ Μπόουι στην ιστορική συναυλία της 3ης Ιουλίου 1973 στο Hammersmith Odeon του Λονδίνου, εκεί όπου "σκότωσε" επί σκηνής την περσόνα του Aladdin Sane. KEYSTONE/ALAMY/VISUALHELLAS.GR

Και ήταν αυτός που έκλεισε την αυλαία του glam έναν χρόνο αργότερα, στο Hammersmith Odeon, στη θριαμβευτική παράσταση του 1973, όπου δε δίστασε να “σκοτώσει” επί σκηνής την περσόνα του Aladdin Sane, που είχε δημιουργήσει μετά από τον θρυλικό Ziggy Stardust. Για να χτίσει στη συνέχεια από την αρχή, καινούργιες καινοτομίες με απίστευτη ταχύτητα, εκκεντρικότητα και επιτυχία, “καλωσορίζοντας” το progressive rock, το punk, το new wave και γενικότερα το μουσικό τοπίο των 80s.

Ο Μπόουι εξόργισε με κινήσεις αδιανόητα εκρηκτικές όχι μόνο τον αστικό κομφορμισμό της Βρετανίας, αλλά και τις γερές βάσεις του ροκ, γυρίζοντάς τους επιδεικτικά την πλάτη. Οι συνθέσεις του ήταν προφητικές, πυρετώδεις, διαστροφικές, επαναστατικές, εγκεφαλικές, ικανές πάντοτε να εξαφανίσουν τους κοινωνικούς, φυλετικούς και σεξουαλικούς φραγμούς, με όπλα τους τις υπέροχες αρμονίες χρωμάτων, τα αιχμηρά επιχειρήματα και τις απεγκλωβισμένες από τους “πάγους” της άρνησης λαγνείες.

Ο Ντέιβιντ Μπόουι ως Ziggy Stardust στην ιστορική συναυλία της 3ης Ιουλίου 1973 στο Hammersmith Odeon του Λονδίνου. ALAMY/VISUALHELLAS.GR

Ξεκίνησε με επιρροές από το rock & roll και το μαύρο R&B, πολύ γρήγορα όμως λοξοδρόμησε, υιοθετώντας τον ενδυματολογικό κώδικα των mod και έδωσε το πρώτο υπέροχο δείγμα της προσωπικής του αναζήτησης με το “Space Oddity”, ένα progressive LP όπου πρωταγωνιστούσε η ψυχεδέλεια. Ακολούθησαν δυο ακόμα εκπληκτικά άλμπουμ, το hard rock “The man who sold the world” και το glam “Hunky Dory”, με φανερή τη διάθεση της απαγκίστρωσης από τα φολκ και κλασικά ροκ μοτίβα και την αναζήτηση ανεξερεύνητων “εικόνων”.

Πανδαισίες ηχοχρωμάτων, “διαμάντια” στα οποία αντανακλάσεις, φόρμες και επιρροές, ακτινοβόλησαν μια υπέροχα παθιασμένη διαδρομή αναζήτησης του ονείρου στα αυλάκια των βινυλίων, που κάθε ένα τους αποτέλεσε σταθμό στην κατάκτηση μιας ακούραστης ευφορίας μέσα από εναλλακτικές δομές, οι οποίες έβγαλαν στο προσκήνιο όλη την αυθεντική εφευρετικότητα του Μπόουι, ξεπερνώντας κάθε γνωστό σύνορο και φλερτάροντας με μια ταυτότητα δύναμης, έκρηξης και πάθους που άγγιξε την τελειότητα.

Ο Ντέιβιντ Μπόουι σε συνέντευξη Τύπου έξω από ξενοδοχείο του Λονδίνου (17/3/1983). ⓒ 1983 Redman/Associated Press

Αυτή η θαυμαστή ωριμότητα εναλλαγής στα διαφορετικά μέτωπα της σύνθεσης, οδήγησε στο “The rise and fall of Ziggy Stardust”, που αποτέλεσε την πιο αριστουργηματική εισαγωγή στο τί θα επακολουθούσε μέσα στη δεκαετία. Μια μίξη από ροκ, art ροκ και glam, αλλά και πινελιές από πανκ και απροσδιόριστα στοιχεία όσων θα γεννούσαν αργότερα το new wave, μια ιδιοφυής αλυσίδα από μελωδίες και στίχους που ανέδειξαν τον fiction ροκ σταρ Ziggy, alter ego του ίδιου του Μπόουι. Με διαφορά το κορυφαίο άλμπουμ του glam rock, ένα “μνημείο” έμπνευσης, σίγουρα η μεγαλύτερη δισκογραφική στιγμή του και οπωσδήποτε ένα από τα τοπ LPs στην ιστορία της ροκ μουσικής.

Η διέξοδος αποδείχτηκε όχι απλά βιώσιμη, αλλά δημιουργικά αξεπέραστη. Ο Μπόουι ταυτίστηκε τόσο ακραία με την περσόνα του Ziggy, ώστε δε δίστασε να τον εξαφανίσει και να συνεχίσει το οδοιπορικό του εξερευνώντας διεξοδικά κάθε πιθανό σταθμό, με απανωτές απόπειρες χειραφέτησης της έμπνευσής του πάνω στο πεντάγραμμο. Αφού πρώτα έκλεισε ο ίδιος τον κύκλο του glam rock το 1975 με το “Diamond Dogs”, άνοιξε την περίφημη “τριλογία του Βερολίνου” με τρία άλμπουμ-ορόσημα, στα οποία συνεργάστηκε με τον Μπράιαν Ίνο.

Ο Ντέιβιντ Μπόουι στη συναυλία του Live Aid στο "Γουέμπλεϊ". Από αριστερά, Πιτ Τάουνσεντ (Who), Λίντα και Πολ ΜακΚάρτνεϊ, Μπομπ Γκέλντοφ και Τζορτζ Μάικλ (Λονδίνο, 13/7/1985). ⓒ 1985 Joe Schaber/Associated Press

Στα κατά σειρά “Low”, “Heroes” και “Lodger”, μια πραγματική αναγέννηση ήχων και μεθυστικού αρώματος από όλους τους μουσικούς νεωτερισμούς της εποχής, ο Μπόουι ξεκίνησε από το experimental ροκ και περνώντας από το art-rock, το krautrock, την electronic και το ambient, κατέληξε στο post-punk και το new wave, “φτάνοντας” την έκπληξη στο ζενίθ. Μελαγχολική, απόκοσμη, ενίοτε παρακμιακή, η τριλογία φλερτάρισε ανοιχτά με την ανατροπή, προκαλώντας ασυγκράτητους, ιερόσυλους κραδασμούς στους κώδικες μιας διαφορετικής προσέγγισης περιθωριακού, ηλεκτρισμένου ήχου.

Μπαίνοντας στα 80s, ο Μπόουι δε δίστασε να “απαλλαγεί” για μια ακόμα φορά από το δικό του “παρελθόν”, συνεχίζοντας να “παρανομεί” μουσικά και να κινητοποιεί κάθε παθητικό κλισέ. Αυτή μπορεί να μην ήταν η δεκαετία του, αλλά δε σταμάτησε να αιφνιδιάζει, επικυρώνοντας την συνεχώς μεταβαλλόμενη διάστασή του χωρίς να φοβάται να “βεβηλώσει” την όποια σφραγίδα προσπαθούσε να τον “ακολουθήσει”. Δεν υπήρξαν δισταγμοί ούτε στο disco “Let’s dance”, ούτε στα pop “Tonight” και “Never let me down”.

Ο Ντέιβιντ Μπόουι σε συναυλία στο Madison Square Garden της Νέας Υόρκης (15/12/2003). ⓒ 2003 Kathy Willens/Associated Press

Τα 90s σηματοδότησαν μια ακόμα στροφή, αυτή τη φορά στα electronic, drum & bass, techno και industrial rock, ενώ το 1999 ήρθε το απολογιστικό “Hours…”, με μελωδίες και αρμονίες της soul και του R&B, μια επιστροφή ουσιαστικά στις ρίζες και τις επιρροές του Μπόουι. Στο ξεκίνημα της νέας χιλιετίας, ο “χαμαιλέοντας” του ροκ κυκλοφόρησε ακόμα δυο άλμπουμ, το “Heathen” και το “Reality”, ταξιδεύοντας με χαρακτηριστική ευκολία μπρος-πίσω ολόκληρη τη διαδρομή του σε κάτι που έμοιαζε τελική παρακαταθήκη πριν την οριστική απόσυρση.

Όμως ύστερα από μια δεκαετία δισκογραφικής “σιωπής”, ο Μπόουι επανήλθε το 2013 με το LP “The next day”, μια ηχητική “περιπλάνηση” στον εκλεπτυσμένο ήχο του art-rock, ανεβαίνοντας δυο δεκαετίες μετά το “Black tie white noise” και πάλι στην κορυφή του βρετανικού τσαρτ, μια υπενθύμιση ότι το ροκ, σε οποιαδήποτε μορφή και παραλλαγή του, βρισκόταν πάντα στις υπηρεσίες του και αντίστροφα. Τρία χρόνια μετά, στις 8 Ιανουαρίου του 2016, ανήμερα των 69ων γενεθλίων του, κυκλοφόρησε το κύκνειο άσμα του με τίτλο “Blackstar”, ένα υπέροχο fusion από πειραματικό ροκ, art-rock και jazz, τελευταία πράξη της αισθητικής του συνέπειας, αφού μόλις 48 ώρες αργότερα, έχασε τη μάχη με τον καρκίνο και έφυγε από τη ζωή.

Ο Ντέιβιντ Μπόουι σε φιλανθρωπική εκδήλωση στη Νέα Υόρκη (25/10/2007). ⓒ 2007 Stephen Chernin/Associated Press

Για μισό αιώνα, το φαινόμενο Ντέιβιντ Μπόουι πυροδότησε την ανάπτυξη νέων ιδεών στη ροκ μουσική, θέτοντας ερωτήματα και δίνοντας ο ίδιος τις απαντήσεις με έναν τρόπο πάντοτε ριζοσπαστικό και αυθεντικό. Η μεγαλύτερη επιτυχία του δεν υπήρξε η χωρίς όρια “οριοθέτηση” των 70s, όπου η παρουσία του ήταν απόλυτα καταλυτική, αλλά η δημιουργία των βάσεων για τα μουσικά κινήματα των 80s και η μαγική επιρροή που συνεχίζει να ασκεί ακόμα και σήμερα σε ατελείωτες μπάντες και καλλιτέχνες σε όλο τον κόσμο.

Ο Μπόουι διαμόρφωσε την εποχή του, όντας συνεχώς πολλά βήματα μπροστά από αυτήν. Όπως πολύ χαρακτηριστικά αναφέρει ο βιογράφος Ντέιβιντ Μπάκλεϊ, “προκάλεσε τις βασικές πεποιθήσεις του ροκ και δημιούργησε ίσως τη μεγαλύτερη λατρεία στην ιστορία της ποπ κουλτούρας”. Η μουσική του, οι στίχοι, η σκηνική του παρουσία, θα φωτίζουν παντοτινά τη ριζοσπαστική προσέγγιση της τέχνης του. Ο ίδιος, αναπόσπαστο μέρος της κορυφής της μυθολογίας του ροκ, έγινε ο “βασιλιάς” και ο “ήρωας”, όχι μόνο για μια μέρα, αλλά για την αιωνιότητα της σύγχρονης μουσικής. Με αυτούς τους στίχους από το “Heroes”, κλείνει το σημερινό κείμενο, αφιερωμένο στον “λεπτό λευκό Δούκα”, έξι χρόνια μετά τον θάνατό του:

“I will be king and you will be queen.
Though nothing will drive them away,
we can beat them just for one day.
We can be heroes just for one day.
———————————————–
Though nothing will keep us together,
we could steal time just for one day.
We can be heroes for ever and ever.
What’d you say?”

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα