Το “Confessions II” της Madonna μόλις κυκλοφόρησε – Αξίζει τον θόρυβο;

Διαβάζεται σε 8'
Madonna
Madonna Rafael Pavarotti/Warner Records

Ο νέος δίσκος της Madonna μάς έφτιαξε κάπως τη διάθεση και έδωσε την αφορμή να επιστρέψουμε στην ιστορία πίσω από τη δημιουργία του, αλλά και στη στιγμή της ζωής της στην οποία επέλεξε να τον κυκλοφορήσει.

Η Madonna “επιστρέφει” στη Νέα Υόρκη του 1982. Στο Danceteria, στο Mudd Club, στις νύχτες όπου DJs, drag performers, χορευτές, graffiti artists και μουσικοί μοιράζονταν την ίδια πίστα, δημιουργώντας μια καινούργια καλλιτεχνική γλώσσα. Εκεί ανακάλυψε τη δύναμη του dancefloor. Έναν χώρο ελευθερίας, αποδοχής και επιβίωσης, όπου η μουσική ένωνε ανθρώπους από εντελώς διαφορετικούς κόσμους.

Αυτή η εμπειρία διαπερνά ολόκληρο το νέο και πολυαναμενόμενο άλμπουμ “Confessions II” που μόλις κυκλοφόρησε. Η Madonna επιστρέφει στις ρίζες της. Η πίστα μετατρέπεται ξανά στο κέντρο της αφήγησης και η house μουσική αποκτά τον ρόλο που είχε στα πρώτα χρόνια της Madonna στη Νέα Υόρκη. Πολλές από τις πρώτες κριτικές μιλούν για τον πιο ουσιαστικό και ζωντανό δίσκο της εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια. Έναν δίσκο που αντλεί δύναμη από τις μουσικές, τους ανθρώπους και τις εμπειρίες που τη διαμόρφωσαν. Και άλλοι αναρωτιούνται μήπως η club κουλτούρα έχει αλλάξει τόσο πολύ τα τελευταία χρόνια, ώστε το Confessions II να ακούγεται περισσότερο αυτοαναφορικό παρά πραγματικά σύγχρονο.

«Ένιωσα ότι μου δόθηκε μία δεύτερη ευκαιρία»

Τον Ιούνιο του 2023 η Madonna μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο ύστερα από σοβαρή βακτηριακή λοίμωξη. Παρέμεινε για ημέρες στην εντατική και η περιοδεία The Celebration Tour μετατέθηκε για λίγους μήνες. Αργότερα αποκάλυψε ότι οι γιατροί αντιμετώπιζαν την κατάστασή της με μεγάλη επιφύλαξη. Η εμπειρία αυτή, όπως λέει η ίδια, άλλαξε τη σχέση της με τον χρόνο και τη δημιουργία.

«Confessions II» Madonna
Εικόνα εξωφύλλου από τη Warner Records για το το «Confessions II» της Madonna - ημερομηνία κυκλοφορίας: 3 Ιουλίου 2026. Rafael Pavarotti/Warner Records via AP

Στη συνέντευξή της στη Vogue Italia, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου άλμπουμ, μιλά με ειλικρίνεια για εκείνη την περίοδο. Περιγράφει τη dance μουσική ως μια δύναμη που θεραπεύει τη μοναξιά και δημιουργεί αίσθηση κοινότητας σε μια εποχή όπου η ανθρώπινη επαφή συχνά περιορίζεται στις οθόνες. Για την ίδια, το dancefloor λειτουργεί σαν ένας χώρος απελευθέρωσης, όπου το σώμα και το μυαλό αφήνονται ελεύθερα μέσα από τον χορό. Το Confessions II κουβαλά αυτή την εμπειρία.

Το πανεπιστήμιο της Madonna λεγόταν Danceteria

Ο μύθος αρχίζει το 1978, όταν η νεαρή Madonna μετακομίζει στη Νέα Υόρκη. Δουλεύει όπου βρει για να επιβιώσει και περνά σχεδόν κάθε βράδυ στα clubs του Lower Manhattan. Τα δωμάτια που μένει έχουν κατσαρίδες και κάνει ντους στα σπίτια των συντρόφων της. Το κλαμπ Danceteria γίνεται γρήγορα το στέκι της. Έχει βάλει στο μάτι τον DJ Mark Kamins, και θέλει να του δώσει ένα ντέμο της. Είναι ο άνθρωπος που πίστεψε πρώτος στο “Everybody” και το έβαλε στα πικάπ του, ανοίγοντας ουσιαστικά τον δρόμο για το πρώτο της δισκογραφικό συμβόλαιο με τη Sire Records.

Γύρω της κινείται μια ολόκληρη γενιά δημιουργών. Ο Keith Haring, ο Jean-Michel Basquiat, φωτογράφοι, performers, σχεδιαστές μόδας, μουσικοί και μέλη της queer κοινότητας συνθέτουν ένα περιβάλλον όπου οι τέχνες επικοινωνούν διαρκώς μεταξύ τους. Η ζωγραφική επηρεάζει τη μουσική, η μόδα συναντά τον χορό και η performance αποκτά θέση στην καθημερινότητα των clubs.

MTV
Το περίφημο φιλί της Madonna με την Britney Spears στο MTV VMAs του 2003. AP Photo/Julie Jacobson, File

Την ίδια εποχή, ο Larry Levan μετατρέπει το Paradise Garage σε σημείο αναφοράς για την αμερικανική dance σκηνή. Στο Σικάγο γεννιέται η house και στο Ντιτρόιτ διαμορφώνεται ένας πιο υπνωτικός, ηλεκτρονικός ήχος.

Στο πλευρό της στον νέο δίσκο βρίσκεται ξανά ο Stuart Price, ο άνθρωπος που υπέγραψε την παραγωγή του εμβληματικού Confessions on a Dance Floor το 2005 και εξελίχθηκε στον στενότερο μουσικό συνεργάτη της τα τελευταία είκοσι χρόνια. Στο Confessions II οι δυο τους ξαναπιάνουν το νήμα από εκεί που το άφησαν με την έμπνευση να προέρχεται από τις απαρχές της αμερικανικής house. Από το Σικάγο, όπου γεννήθηκε το είδος μέσα στα υπόγεια clubs της μαύρης και της LGBTQ+ κοινότητας, και από το Ντιτρόιτ, όπου απέκτησε πιο ηλεκτρονικό, υπνωτικό και μηχανικό χαρακτήρα.

Η Madonna γνωρίζει από κοντά και τη ballroom σκηνή της Νέας Υόρκης, πολλά χρόνια πριν το voguing γίνει παγκόσμια λέξη. Το Vogue, που κυκλοφορεί το 1990, φέρνει αυτή την κουλτούρα στο διεθνές προσκήνιο και αποτίει φόρο τιμής στη μαύρη και λατινοαμερικανική LGBTQ+ κοινότητα του Χάρλεμ, μέσα από την οποία γεννήθηκε ο συγκεκριμένος χορός.

Madonna
Η Madonna έχει ένα από τα πιο πιστά και φανατικά γκρουπ θαυμαστών σε όλο τον κόσμο. Εικόνα από το Heathrow το 1987 με θαυμαστές που περιμένουν την ποπσταρ από τη Νέα Υόρκη, για να δώσει την πρώτη της συναυλία στη Βρετανία. Britain. AP Photo Martin Cleaver

Το Danceteria έχει ξεχωριστή θέση και στο νέο άλμπουμ. Το ομώνυμο τραγούδι λειτουργεί σαν προσωπικό ημερολόγιο. Η Madonna επιστρέφει νοερά στο club όπου ξεκίνησε η διαδρομή της, θυμάται τον Mark Kamins και ξανασυναντά τον εαυτό της στο ξεκίνημα –  τη νεαρή χορεύτρια που έφτασε στη Νέα Υόρκη με λίγα χρήματα, ένα ζευγάρι παπούτσια χορού και μια τεράστια φιλοδοξία. Εκεί βρίσκεται και η ουσία του Confessions II: μια ώριμη δημιουργός που κοιτάζει την αφετηρία της και μετατρέπει τις αναμνήσεις σε καινούργια μουσική.

Τα τραγούδια

Με διάρκεια 63 λεπτών, το Confessions II έχει φτιαχτεί για να ακούγεται σαν ένα συνεχόμενο DJ set. Τα τραγούδια ενώνονται χωρίς παύσεις, οι ρυθμοί διαδέχονται ο ένας τον άλλον και η ένταση ανεβαίνει σταδιακά, όπως συμβαίνει σε ένα καλό club set, όπου ο DJ χτίζει υπομονετικά την ενέργεια της βραδιάς.

Στο εναρκτήριο “I Feel So Free” η Madonna και ο Stuart Price δανείζονται ένα δείγμα από το ιστορικό “French Kiss” του Lil Louis, ένα από τα τραγούδια που σημάδεψαν τη house σκηνή του Σικάγο στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Είναι ένας τρόπος να συνδέσουν τον νέο δίσκο με τις ίδιες τις ρίζες της house μουσικής.

Στο “Danceteria” η Madonna επιστρέφει νοερά στο θρυλικό club της Νέας Υόρκης όπου γνώρισε τον Mark Kamins, άρα στο σημείο μηδέν. Το τραγούδι λειτουργεί σαν ένα μουσικό ευχαριστώ στους ανθρώπους που πίστεψαν σε εκείνη πολύ πριν γίνει η μεγαλύτερη pop star του πλανήτη.

Οι αναφορές στη δική της ιστορία συνεχίζονται σε ολόκληρο τον δίσκο. Στο “Everything” μας πάει στο σκοτεινό κλίμα του “Justify My Love”, ενώ στο “My Sins Are My Savior” θυμόμαστε το “Bedtime Story”. Τα κομμάτια όπου η Madonna μιλά αντί να τραγουδά θυμίζουν επίσης το παρεξηγημένο “Erotica”.

Στο τελευταίο μέρος του δίσκου ο τόνος αλλάζει αισθητά. Η rave μπαλάντα “Fragile” είναι αφιερωμένη στον αδελφό της Christopher, ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2024. Αμέσως μετά έρχεται το “The Test”, ένα trip-hop ντουέτο με την κόρη της Lola Leon, όπου η Madonna επιλέγει έναν τόνο πιο εξομολογητικό (που πλέον πόσο πιο εξομολογητική να γίνει;).

Η συγκυρία έχει και έναν ακόμα συμβολισμό. Το 2026 συμπληρώνονται 40 χρόνια από το “True Blue”, τον δίσκο που την καθιέρωσε οριστικά ως τη μεγαλύτερη γυναίκα σταρ της ποπ. Από τότε πέρασαν τέσσερις δεκαετίες, άλλαξαν οι τάσεις, οι ήχοι, οι πλατφόρμες και ο τρόπος με τον οποίο καταναλώνουμε τη μουσική.

Το Confessions II μπορεί να σου αρέσει ή να σε αφήσει αδιάφορο. Αυτό είναι θέμα γούστου. Θα μπορούσε να έχει δύο-τρία τραγούδια λιγότερα; Πιθανότατα ναι. Θα βρει κανείς έναν νέο ύμνο στο μέγεθος του “Hung Up”; Μάλλον όχι. Μήπως η Madonna περισσότερο απαγγέλλει παρά τραγουδά; Ναι. Όλα αυτά, όμως, περνούν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στη μεγάλη εικόνα: η Madonna επιστρέφει και παραδίδει τον πιο συνεκτικό δίσκο της εδώ και πολλά χρόνια.

Εκείνο που δύσκολα αμφισβητείται είναι ότι η νεαρή Λουίζ Τσικόνε, εξακολουθεί σαράντα και πλέον χρόνια μετά να ανεβάζει τον κόσμο στην πίστα. Και αυτό δεν το αποφασίζουν ούτε οι κριτικοί, ούτε οι πωλήσεις, ούτε τα κλικ. Το αποφασίζει ο κόσμος, κάθε φορά που ένας DJ βάζει ένα τραγούδι της Madonna.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα