Οι "Βάτραχοι" πάνε Επίδαυρο

Σκηνή από χορικό των "Βατράχων"
Σκηνή από χορικό των "Βατράχων" GELI KALAMPAKA

Τρεις από τους πρωταγωνιστές της πολιτικά στοχαστικής αριστοφανικής κωμωδίας μιλούν στο NEWS 24/7 για τους ρόλους τους, λίγες μέρες πριν την πρεμιέρα στο αργολικό αμφιθέατρο.

Η τρίτη παραγωγή των φετινών Επιδαυρίων, που θα παρασταθεί το Παρασκευοσαββατοκύριακο στο αργολικό αμφιθέατρο, είναι «Βάτραχοι» του Αριστοφάνη σε σκηνοθεσία της Αργυρώς Χιώτη. Σύμφωνα με το σχετικό λήμμα της εγκυκλοπαίδειας Britannica πρόκειται για «κωμωδία του Αριστοφάνη, που παραστάθηκε το 405 π.Χ. Το έργο αφηγείται την ιστορία του Διονύσου, θεού του δράματος, ο οποίος πενθεί για την ποιότητα της τραγωδίας στην Αθήνα, μετά τον θάνατο του Ευριπίδη, του τελευταίου αγαπημένου του τραγικού ποιητή. Μεταμφιεσμένος ως Ηρακλής, ο Διόνυσος κατεβαίνει στον Άδη για να φέρει τον Ευριπίδη πίσω στην γη των ζωντανών. Μολαταύτα, ένας διαγωνισμός μεταξύ του Ευριπίδη και του προκατόχου του, του Αισχύλου, πείθει τον Διόνυσο ότι ο Αισχύλος είναι ο συγγραφέας που είναι πιο πιθανό να βοηθήσει την Αθήνα με τα προβλήματά της, και, αφήνοντας πίσω τον Ευριπίδη, ο Διόνυσος επιστρέφει στην Γη με τον Αισχύλο.» Χμμμ, οκέι…

Σύμφωνα, πάλι, με την περιβόητη υβριστική κριτική, που έγραψε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος το καλοκαίρι του 2008 για την κατά Δημήτρη Λιγνάδη διασκευή του έργου (που είχε μετονομαστεί σε «Βάτρα-Χ»), πρόκειται για «το πλέον φιλολογικό και περισπούδαστο σατιρικό και πολιτικό κείμενο, αποθέωση της δημοκρατίας των ιδεών […], όπου το ιδεολογικό αίτημα είναι ποιος ο σκοπός του θεάτρου, ποιος ο σκοπός της πολιτικής κριτικής, ποιος οφείλει να είναι ο ρόλος και η λειτουργία του πνευματικού ηγέτη μέσα σε μια συγκεχυμένη κυρίως εποχή […]».

Μπερδεμένα τα πράματα, όσο και να πεις. Τι διακυβεύεται τελικά στο έργο; Και εν κατακλείδι, αυτοί οι βάτραχοι του τίτλου, πού κρύβονται, αλήθεια;

Το πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο και οι βάτραχοι

Ας πιάσουμε τα πράματα από την αρχή. Οι «Βάτραχοι» παρουσιάστηκαν («διδάχτηκαν», όπως λέγαν οι αρχαίοι) τον χειμώνα του 405 π.Χ., ήτοι ενάμιση χρόνο πριν το άδοξο για την Αθήνα τέλος του Πελοποννησιακού Πολέμου. Η πόλη, μακριά από την αίγλη του παρελθόντος της, είναι πολιτικά διχασμένη, σε πλήρη κατάρρευση, ενώ έχει χάσει και την ευκαιρία για συνθηκολόγηση με τους Σπαρτιάτες μετά την νικηφόρα ναυμαχία των Αργινουσών έναν χρόνο νωρίτερα. Δηλαδή, το 406 π.Χ., χρονιά κατά την οποία είχαν πεθάνει και ο Σοφοκλής και ο σαφώς νεότερος Ευριπίδης.

Εν μέσω αυτής της ζοφερής για την Αθήνα κατάστασης, ο πάντα δηκτικός και εύστοχος Αριστοφάνης στήνει μια στοχαστική και σαφώς πολιτική κωμωδία, που έχει ως βασικό αίτημα την σωτηρία, τρόπον τινά, της πόλης δια μέσου της σωτηρίας της ίδιας της τραγωδίας. Διότι δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι στην αρχαία Αθήνα οι δραματικοί αγώνες, όπου διαγωνίζονταν οι νέες τραγωδίες και κωμωδίες, επείχαν θέση ύψιστου κοινωνικού μοχλού για την αθηναϊκή δημοκρατία δίνοντας τροφή για σκέψη, δημόσια διαβούλευση, αποκαθήλωση ή καθαγιασμό προσώπων και πρακτικών της εποχής.

Η σκηνοθέτρια της παράστασης Αργυρώ Χιώτη
Η σκηνοθέτρια της παράστασης Αργυρώ Χιώτη PANAGIOTIS BAXEVANIS

Όντως, λοιπόν, ο Διόνυσος, ο θεός-προστάτης του δράματος, αποκαρδιωμένος από την κατάντια της τραγωδίας και την απώλεια του Ευριπίδη, του τελευταίου τραγικού συγγραφέα-σταρ, αποφασίζει να κατέβει στον Άδη για να τον φέρει πίσω. Μαζί του κουβαλάει τον δούλο Ξανθία, μια φωνή λογικής και λαϊκής σοφίας που στην πορεία αποδεικνύεται εξυπνότερος και γενναιότερος από τον οινόφιλο θεό. Η δε μεταμφίεση του Διονύσου σε Ηρακλή –καθώς και μια σύντομη κωμική συνάντηση με τον ίδιο τον ημίθεο– αποσκοπούν στην καλύτερη και γρηγορότερη δυνατή κάθοδο Διονύσου και Ξανθία στον Άδη (στον δωδέκατο άθλο του, θυμάστε, ο Ηρακλής κατέβηκε στον Άδη και έφερε στον βασιλιά Ευρυσθέα τον Κέρβερο, τον τρικέφαλο σκύλο-φύλακα του Άδη).

Και ερχόμαστε στους βατράχους… Φτάνοντας στον ποταμό Αχέροντα, το όριο μεταξύ του πάνω και του Κάτω Κόσμου κατά τους αρχαίους, και καθώς ο Χάρων περνάει τον Διόνυσο απέναντι με την βάρκα του, ένας Χορός από βατράχια αρχίζει να κρώζει, ενώ ο θεός-επιβάτης τους σιγοντάρει. Είναι η μοναδική στιγμή του έργου όπου εμφανίζονται τα αμφίβια του τίτλου –στην συνέχεια τα χορικά αναλαμβάνουν οι (εξαιρετικοί) Μύστες του Άδη. Σε πρόσφατη συνέντευξή της, η Αργυρώ Χιώτη, που σκηνοθετεί για πρώτη φορά στην Επίδαυρο, ανέφερε πως «ο Χορός των βατράχων ήταν για τον Αριστοφάνη τα λεγόμενα “μεγάλα κούφια λόγια” των δήθεν ποιητών, το μπλα-μπλα, η φασαρία χωρίς ουσία των ποιητών φαφλατάδων.»

Το φινάλε στον Άδη

Νίκος Χατζόπουλος (αριστερά) και Ακύλλας Καραζήσης ως Αισχύλος και Ευριπίδης αντίστοιχα
Νίκος Χατζόπουλος (αριστερά) και Ακύλλας Καραζήσης ως Αισχύλος και Ευριπίδης αντίστοιχα GELI KALAMPAKA

Το ζουμί, βέβαια, των «Βατράχων» εκτυλίσσεται στον Άδη, όπου ο νεοαφιχθείς Ευριπίδης αμφισβητεί στα ίσα το δικαίωμα του σεβάσμιου Αισχύλου να καθίσει στην καρέκλα του καλύτερου τραγικού ποιητή του Κάτω Κόσμου. Με τα πολλά, βάζουν τον Διόνυσο διαιτητή, κι αρχίζουν οι δυο μετρ της τραγωδίας να αραδιάζουν ο καθείς στίχους από τα έργα τους. Αλλά και να διακωμωδούν τους στίχους του αντιπάλου. Σ’ αυτή την σκηνή, την κορυφαία του έργου, ο Αριστοφάνης κεντάει υπέροχη ψιλοβελονιά, βάζοντας τον μεν Ευριπίδη να τονίζει τον ρεαλισμό και την ανθρωπιά των ηρώων του, ενώ ο Αισχύλος αντιτάσσει πως οι δικοί του αρχετυπικοί ήρωες συνιστούν ιδεατά μοντέλα αρετής. Και φυσικά, ο καθένας από τους διαγωνιζόμενους παραθέτει χλευαστικά στίχους του αντιπάλου, διακωμωδώντας το συγγραφικό στυλ του.

Αυτή η κομβική σκηνή των «Βατράχων» θεωρείται από πολλούς επαΐοντες ως ο ακρογωνιαίος λίθος, η βάση για όλη την μετέπειτα θεατρική κριτική ανά τους αιώνες.

Τελικώς, επιστρέφοντας και στο κεντρικό πολιτικό διακύβευμα του έργου, ο Διόνυσος αποφασίζει να ξαναδώσει ζωή στον ποιητή που θα προσφέρει την καλύτερη συμβουλή για την σωτηρία της Αθήνας. Και με δεδομένες τις «αριστοκρατικές» απόψεις του Αριστοφάνη, τις πλέον εφαρμόσιμες και πρακτικές συμβουλές τις δίνει ο συντηρητικός Αισχύλος, και όχι ο νεωτεριστής, μα κούφος Ευριπίδης. Και για να τονιστεί ακόμη περισσότερο η ήττα του προχώ χαμένου, ο Αισχύλος, φεύγοντας, αποφαίνεται πως την καρέκλα του καλύτερου τραγικού ποιητή του Κάτω Κόσμου πρέπει να την πάρει ο πρόσφατα μακαρίτης Σοφοκλής, και όχι ο Ευριπίδης…

Ο λόγος στους πρωταγωνιστές

Στην παραγωγή που θα παρασταθεί αυτή την βδομάδα στην Επίδαυρο, την νέα μετάφραση των «Βατράχων» υπογράφει ο ποιητής και μεταφραστής Νίκος Α. Παναγιωτόπουλος (το έργο εκδόθηκε και στην νέα θεατρική σειρά του Φεστιβάλ), ενώ στους κεντρικούς ρόλους εμφανίζονται, ομολογουμένως αναπάντεχα, η Μαρία Κεχαγιόγλου ως Διόνυσος, και η Εύη Σαουλίδου ως Ξανθίας, ενώ ο Νίκος Χατζόπουλος ενσαρκώνει τον Αισχύλο, και ο Ακύλλας Καραζήσης τον αντίπαλο Ευριπίδη. Σύμφωνα δε με το δελτίο Τύπου, η παραγωγή θέτει ως κεντρικό ερώτημα το πόσο σημαντικός είναι τελικά ο ποιητικός λόγος για την ευημερία μιας κοινωνίας, με την ίδια την σκηνοθέτρια να υπογραμμίζει πως «η ποίηση γίνεται σκοπός και το μέσο για την ανάταση της καρδιάς και του νου των ανθρώπων.»

Η Εύη Σαουλίδου (αριστερά) ως Ξανθίας με την Μαρία Κεχαγιόγλου ως Διόνυσο
Η Εύη Σαουλίδου (αριστερά) ως Ξανθίας με την Μαρία Κεχαγιόγλου ως Διόνυσο GELI KALAMPAKA

Το NEWS 24/7 ζήτησε από τους τρεις ηθοποιούς που ερμηνεύουν την εμβληματική σκηνή με τον δραματουργικό battle των ποιητών να μιλήσουν για τον χαρακτήρα τον οποίον ενσαρκώνουν, επιχειρώντας κατά το δυνατόν, να προβάλλουν τα ζητήματα που τίθενται στο σήμερα. Και ειδικά προς τους δυο άνδρες, που ερμηνεύουν τους δυο τραγικούς ποιητές, τέθηκε και το ερώτημα κατά πόσο η νεωτερικότητα και η ανανέωση κατά κανόνα χάνουν από την συντήρηση και την σα-να-πούμε καθεστηκυία τάξη, που εκλαμβάνονται ως πιο επιθυμητή οδός.

Μαρία Κεχαγιόγλου – Διόνυσος: «Ο Διόνυσος είναι ιδέα, είναι θρησκεία, μια περιοχή που ο άνθρωπος έχει ανάγκη να την αναζητά, όταν του λείπει, και να την γιορτάζει για να την τιμά και να την επαναφέρει. Είναι αυτή η περιοχή του ανοιχτού και ελεύθερου πνεύματος, είναι Λύσιος γιατί “λύνει” και απελευθερώνει με την μέθη και την ιερή έκσταση τον έρμο τον άνθρωπο από τα βαρίδια της καθημερινότητας. Είναι η διαρκής μεταμόρφωση, άρα αλλαγή κι όχι στασιμότητα. Είναι η ίδια η τέχνη του θεάτρου. Είναι η αιώνια εφηβεία, η φύση, το παιχνίδι, το ταλέντο του να ζεις χαρούμενος. Είναι άπιαστος. Όλα αυτά, μαζί με την σκοτεινιά του άλλου κόσμου που δεν γνωρίζουμε. Είναι τιμωρός μόνο όταν δεν τον αναγνωρίζουν και δεν τον τιμούν, όπως στις “Βάκχες”, όπου η συντήρηση και ο αυταρχισμός τον πολεμούν.

Εδώ, ο Αριστοφάνης τον παρουσιάζει πολύ γελοίο και φοβισμένο. Ξορκίζει έτσι, κατά τη γνώμη μου, τον φόβο του θανάτου. Αυτός που μιλάει μέσω του Διονύσου είναι ο ποιητής. Και αν θέλαμε να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Αριστοφάνη από την παράβαση των “Βατράχων”, αυτό που προτείνει είναι ισοπολιτεία και αφοβία. Τώρα, ο καθένας μπορεί να κάνει τις αναγωγές που θέλει σε σχέση με το σήμερα.»

Νίκος Χατζόπουλος – Αισχύλος: «Αν ρωτάτε εμένα προσωπικά, όχι, η συντήρηση δεν είναι επιθυμητή οδός για τις δικές μου αξίες. Αλλά, για κάποιον άλλον μπορεί να είναι. Κάθε κοινωνική ομάδα, κάθε ηγεσία, ανάλογα με τους στόχους της, επιζητά είτε την συντήρηση, είτε την ρήξη με το παρελθόν. Ωστόσο, πιστεύω ότι δεν πρέπει να κρίνουμε τους στόχους και τις αξίες άλλων εποχών και άλλων κοινωνιών σύμφωνα με τα δικά μας μέτρα. Το τι θεωρείται συντήρηση και τι πρόοδος αλλάζει ανάλογα με τα ζητούμενα κάθε εποχής. Εν προκειμένω, μιλάμε για την Αθήνα τον καιρό του Πελοποννησιακού Πολέμου, άρα για ένα κράτος εμπόλεμο. Και μιλάμε για πόλεμο που γίνεται σώμα με σώμα.

Είναι φυσικό, λοιπόν, η σωματική ρώμη, η γενναιότητα, η ευθύτητα του χαρακτήρα, το αξιόμαχο, να θεωρούνται αξίες υψηλότερες (“χρησιμότερες”, θα έλεγα) από την πνευματική εκλέπτυνση και τη φιλοσοφική εκζήτηση. Κατά τον Αριστοφάνη (που ήταν γνωστός για τις αριστοκρατικές απόψεις του), αυτές τις αξίες αντιπροσωπεύει ο Αισχύλος. Ο οποίος δεν είναι εκπρόσωπος της καθεστηκυίας τάξης, όπως αυθαίρετα λέτε, αλλά ενός “ηρωικού” παρελθόντος, το οποίο κάποιοι επικαλούνται τώρα που η Αθήνα βρίσκεται πάλι σε δεινή θέση. Όπως κάποιοι σήμερα επικαλούνται, επί παραδείγματι, την ανδρεία του Κολοκοτρώνη ή του Καραϊσκάκη –αν και κάθε παραλληλισμός είναι παρακινδυνευμένος.

Στους “Βατράχους”, η υπεροχή του Αισχύλου είναι εξαρχής δεδομένη. Ο αγώνας (ή μάλλον η παρωδία αγώνα) γίνεται με υφολογικά κριτήρια. Και με βάση αυτά, ένας, κατά τη γνώμη μου, επιτυχής παραλληλισμός, που τον έχουν ήδη κάνει στο παρελθόν έλληνες σκηνοθέτες, είναι του Αισχύλου με τον Μίκη Θεοδωράκη και του Ευριπίδη με τον Μάνο Χατζιδάκι. Εδώ, ποιος μπορεί να εφαρμόσει το δίπολο συντήρηση-πρόοδος; Κανείς. Κάθε εποχή κάνει τη δική της αξιολόγηση. Για μένα, όμως, το κυρίως θέμα του έργου, το πιο γοητευτικό, είναι η ιδέα ότι ένας ποιητής μπορεί να σώσει την πόλη. Κι εκείνη την εποχή, ο ποιητής ισοδυναμούσε με τον δάσκαλο. Ε, αυτή την αναγωγή στο σήμερα μπορώ να την κάνω χωρίς ενδοιασμούς: να εξάρω τη δύναμη και τη σπουδαιότητα της Παιδείας.»

Σκηνή από τους
Σκηνή από τους "Βατράχους" KAROL JAREK

Ακύλλας Καραζήσης – Ευριπίδης: «Οι όροι συντήρηση και νεωτερικότητα δεν έχουν τον ίδιο ορισμό από εποχή σε εποχή. Υπάρχουν ανθρωπολογικές διαφορές ανάμεσα στις εποχές, όπως και ανάμεσα στους πολιτισμούς· ο δικός μας πολιτισμός είναι τελείως διαφορετικός από τον αρχαιοελληνικό –άσχετο αν κατάγεται, ή ο,τιδήποτε τέτοιο [λέγεται] που μπορεί να είναι και προϊόν επιστημονικής αυθαιρεσίας. Ανθρωπολογικά, ήταν τελείως διαφορετική η σκέψη, η καθημερινότητα, η οργάνωση της κοινωνίας –σκέφτομαι, ας πούμε, ότι οι άνθρωποι που έπαιζαν αυτά τα έργα θα ήταν γεμάτοι εκζέματα, κάποιοι θα ήταν ακρωτηριασμένοι, κάποιοι θα είχαν χάσει την μισή τους οικογένεια από ευλογιά, ήταν τελείως διαφορετική η υφή της ζωής. Είναι πολύ ολισθηρός ο δρόμος του να βλέπουμε τα πάντα μέσα από σημερινά γυαλιά, που οπωσδήποτε παραμορφώνουν.

Πραγματικά, όμως, αυτά που λέει ο Ευριπίδης –ο οποίος, πάλι με τα σημερινά γυαλιά, εκπροσωπεί μια πιο νεωτερική δραματουργία, με κανονικούς ανθρώπους και όχι με πρότυπα-στερεότυπα μεγάλων και ανδρείων ανδρών– μας είναι, φυσικά, πολύ πιο συμπαθητικά. Από την άλλη, το ότι σε μια εποχή πολέμου ο Αριστοφάνης –και χάριν του κοινού του– επιλέγει μέσω του Διονύσου τον Αισχύλο [ως νικητή], είναι αναμενόμενο. Στην νεότερη ιστορία, βέβαια, υπάρχει και το αντίθετο: πόλεμοι να εξωθούν μεγάλες μάζες σε γενναίες προσπάθειες ρήξης με ο,τιδήποτε κατεστημένο, όπως κατά την Ρωσική Επανάσταση. Σ’ αυτό το έργο, βέβαια, ούτε ο Ευριπίδης είναι κάνας επαναστάτης… Το πραγματικά ενδιαφέρον, πάντως, είναι ότι βάζει [ο Αριστοφάνης] αυτούς τους δυο δραματουργούς να αντιπαρατίθενται πάνω σ’ αυτό το ζήτημα.

Για μένα, πάντως, το βασικό είναι να απεμπλακούμε από την ηθική σχέση μας με αυτά τα έργα και με τους χώρους τους επιδαύρειους, και να μπούμε περισσότερο –όσοι θέλουν, φυσικά– σε ανθρωπολογική-εθνογραφική σχέση με την αρχαιότητα, και με αυτά τα κείμενα. Δεν χρειάζεται κανείς να τα βλέπει ούτε θαυμαστικά, ούτε τίποτα. Υπάρχει απλά το ενδιαφέρον μας για έναν άλλο πολιτισμό, όπως για τον κέλτικο ή τον ινδιάνικο, ας πούμε. Εκεί πρέπει να τοποθετηθεί η ενασχόληση με το αρχαίο δράμα. Πέραν της ηθικής, ότι αυτά τα κείμενα μαζί με το ’21 δημιουργούν ένα εθνικό αφήγημα απαραίτητο σε ένα μικρό σύγχρονο κράτος της Βαλκανικής… Εμένα, αυτό το εθνικό-ηθικολογικό αφήγημα με βρίσκει αντίθετο.»


Πληροφορίες: «Βάτραχοι» του Αριστοφάνη, στις 9, 10 και 11 Ιουλίου στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. Ώρα έναρξης 21:00, εισιτήρια 60, 50, 30, 20, 15 και 10€ (μειωμένο 12, 8 και 5€ αναλόγως κατηγορίας), προπώληση στο http://aefestival.gr/festival_events/vatrachoi. Η παράσταση του Σαββάτου θα στριμαριστεί ζωντανά (με αγγλικούς υπότιτλους) μέσω της ειδικής πλατφόρμας του φεστιβάλ, και του καναλιού του στο YouTube , αλλά αποκλειστικά για κατοίκους εξωτερικού.



Ακολουθήστε το News247.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις





ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Θέατρο
SHARE:

24Media Network