Είδαμε τον “Αίαντα” του Αργύρη Ξάφη στην Επίδαυρο – Όταν η διπλωματία υπερισχύσε του ηρωισμού

Είδαμε τον “Αίαντα” του Αργύρη Ξάφη στην Επίδαυρο – Όταν η διπλωματία υπερισχύσε του ηρωισμού
KAROL JAREK

Είδαμε τον Αίαντα του Σοφοκλή που σκηνοθέτησε ο Αργύρης Ξάφης στο Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου και σας μεταφέρουμε τις εντυπώσεις μας.

Ένα σκηνικό λευκό. Παγωμένο. Απρόσιτο. Με μία γυμνή στρατιωτική σκηνή που μοιάζει με κατεστραμμένο θερμοκήπιο στο βάθος. Η Τέκμησσα θρηνεί μπροστά από ένα πτώμα τυλιγμένο σε νάιλον. Τριγύρω του αίματα. Ο Αίαντας είναι νεκρός. Και η δραματουργική συνθήκη έχει ανατραπεί, καθώς το έργο του Σοφοκλή έχει “αναποδογυρίσει”.

«Ὣς πότε γιὰ πάντα;» αναρωτιούνται οι ήρωες του Σοφοκλή, καθηλωμένοι σ’ αυτό το παγωμένο και αφιλόξενο περιβάλλον, όπου ο χρόνος μοιάζει να μην κυλάει.

Ο Αργύρης Ξάφης επιλέγει να παρουσιάσει για λογαριασμό του Εθνικού Θεάτρου τον “Αίαντα” του Σοφοκλή, ένα από τα αρχαιότερα σωζόμενα δράματα του Σοφοκλή που δραματοποιεί τον μύθο του διάσημου ομηρικού πολεμιστή Αίαντα του Σαλαμίνιου. Το έργο περιγράφει μία οριακή στιγμή για την ανθρώπινη ιστορία, αυτή που ένας νέος κόσμος αναδύεται πάνω στον παλιό: ο κόσμος της διπλωματίας, της διαλλακτικότητας και της πονηριάς αρχίζει σιγά σιγά να επισκιάζει τον γνήσιο ηρωισμό και τους παλιούς ήρωες.

KAROL JAREK

Χωρίς μικρόφωνα, με φλας μπακ

Στην Τροία, μετά τον θάνατο του Αχιλλέα γίνεται η «όπλων κρίσις», διαγωνισμός δηλαδή για ν’ αποφασιστεί ποιος ήρωας θα αποκτήσει τα περιώνυμα όπλα του νεκρού. Διεκδικητές είναι ο Αίαντας κι ο Οδυσσέας. Οι Αχαιοί αποφασίζουν υπέρ του δεύτερου. Ο Αίαντας εξοργίζεται (μήνις) από την απόφαση αυτή, που θεωρεί πως τον αδικεί κατάφωρα. Έτσι, αποφασίζει να εκδικηθεί, σφάζοντας τη νύχτα τους Αχαιούς που τον αδίκησαν. Ωστόσο, η θεά Αθηνά θολώνει τον νου του, κι έτσι αντί για τους αδικητές του σφάζει τα ζώα που είχε συγκεντρώσει ο στρατός ως λάφυρα. Όταν συνειδητοποιεί τι έκανε, ντροπιασμένος αυτοκτονεί, γιατί νιώθει πως ούτε να ξεπλύνει τη ντροπή του με έναν ένδοξο θάνατο στη μάχη μπορεί ούτε όμως να επιστρέψει στην πατριδα, αφού και εκεί, δεν θα έχει μάτια ν’ αντικρίσει τους φίλους του εκεί.

Ένας καινούριος κόσμος έχει αναδυθεί, στον οποίον εκείνος δεν χωρά, γιατί αδιαφορεί για τις αξίες με τις οποίες γαλουχήθηκε.

KAROL JAREK

Ο Αργύρης Ξάφης στην πρώτη του αναμέτρηση με το αρχαίο δράμα στο αργολικό θέατρο δε διστάζει να ρισκάρει και να μην ακολουθησει την κλασική πεπατημένη. Και πράττει ορθά. Έτσι, ξεκινά κάνοντας μία… δραματουργική τούμπα, από τη μέση σχεδόν του έργου, όταν ο Αίαντας είναι πια νεκρός και η γυναίκα του Τέκμησσα στο άκουσμα αυτού του νέου θρηνεί. Πρόκειται για μία ευθεία παράσταση, δουλεμένη εις βάθος στη δραματουργία της από την Ασπασία-Μαρία Αλεξίου και τον ίδιο τον Ξάφη, με επεμβάσεις μεν, χωρίς αφαιρέσεις δε. Ακούγεται δηλαδή όλο το έργο πεντακάθαρα, απλώς ανεστραμμένο.

Όπως και ο ίδιος ο σκηνοθέτης αναφέρει, ”αναγνωρίζοντας στον πυρήνα του αριστουργήματος του Σοφοκλή έναν βαθύ στοχασμό πάνω στην έννοια του χρόνου, τα αναποδογυρίσματα και τις αντιστροφές του, εμπνέεται από την ίδια την ψυχική κατάσταση του κεντρικού ήρωα για να μιλήσει για ένα τέλος εποχής αλλά και για την ίδια την αλλοπρόσαλλη και αδυσώπητη φύση του χρόνου”.

Χωρίς μικρόφωνα και ψείρες, στηριζόμενος στην ακουστική του θεάτρου, η αφήγησή του έχει σχήμα κυκλικό και ξεκινά από το “κέντρο” του μύθου (in media res), δηλαδή από το γεγονός που αποτελεί την “καρδιά” της πλοκής, από το πιο ουσιαστικό και το πιο καίριο περιστατικό. Το αφηγηματικό κείμενο αρχίζει in medias res, και το αφηγηματικό κενό που δημιουργείται στον αναγνώστη για τα γεγονότα που χρονικά προηγούνται, ο λόγος δηλαδή που αυτοκτόνησε ο Αίαντας, μας αποκαλύπτεται σταδιακά με ένα μεγάλο φλας μπακ.

Εξαιρετικοί οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, χάρη στους οποίους βιώσαμε και την πιο εμπνευσμένη ίσως στιγμή της παράστασης, την αναπαράσταση της σφαγής των υποτιθέμενων Αχαιών από τον Αίαντα. Μέσα από το αδιαφανές νάιλον νομίζαμε πως είδαμε και δεν… είδαμε μια πραγματικότητα, όπως ακριβώς ο τραγικός ήρωας και δεν καταλαβαίνουμε αν τα θύματά του είναι οι Αχαιοί ή κοπάδια ζώων.

KAROL JAREK

Οι ερμηνείες

Οι ερμηνείες των ηθοποιών συνιστούσαν ένα αρμονικό σύνολο. Η Εύη Σαουλίδου μας χάρισε μία δυναμική και ευαίσθητη ταυτόχρονα Τέκμησσα -τι όμορφη σκηνή αυτή που σέρνει μόνη το πτώμα του νεκρού συζύγου της- η Δέσποινα Κούρτη έδωσε μία άλλη αποκαλύπτική πνοή στον ρόλο της Θεάς Αθηνάς, εξαιρετικός ο Χρίστος Στυλιανού στον ρόλο του Τεύκρου και ο πολύ έμπειρος Δημήτρης Ήμελλος έδωσε τη δική του μοναδική απόχρωση στον ρόλο του πολυμήχανου Οδυσσέα. Ο Γιάννης Νταλιάνης ως Μενέλαος υπήρξε πολύ στιβαρός και στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε η ερμηνεία του Νίκου Χατζόπουλου ως Αγαμέμνονα. Ο Στάθης Σταμουλακάτος στην πρώτη του επιδαύριο “κάθοδο” κατάφερε να ανταπεξέλθει στις ιδιαίτερα υψηλές απαιτήσεις του ρόλου του και να ακροβατήσει στα συναισθήματά του, ωστόσο δεν ήταν λίγες οι φορές που τον “κατάπινε” ο ρόλος του και δεν “πατούσε” στις λέξεις και τους στίχους με την απαιτούμενη ένταση.

Ο δεκαμελής χορός (Ασημίνα Αναστασοπούλου, Δημήτρης Γεωργιάδης, Αφροδίτη Κατσαρού, Ερατώ Καραθανάση, Φάνης Κοσμάς, Λάμπρος Κωνσταντέας, Ευσταθία Λαγιόκαπα, Αλκιβιάδης Μαγγόνας, Ειρήνη Μπούνταλη, Φώτης Στρατηγός), ενώ είχε εξαιρετική κίνηση (Χαρά Κότσαλη), έμοιαζε συχνά να είναι ατάκτως παρατεταγμένος στην αργολική ορχήστρα.

KAROL JAREK

Τα… φάλτσα

Στο εγχείρημα αυτό αστοχίες υπήρξαν, αλλά ευτυχώς δεν κατάφεραν να “πνίξουν” το τελικό αποτέλεσμα. Καταρχάς, η μετάφραση του Νίκου Α. Παναγιωτόπουλου ήταν περισσότερο λόγια από όσο θα έπρεπε και δεν ήταν λίγες οι φορές που νιώθαμε πως τα λόγια έβγαιναν με δυσκολία από τα στόματα των πρωταγωνιστών, πως “κολλούσαν” ιδίως στα μακρόσυρτα και περίπλοκα επίθετα των ηρώων. Αυτό γινόταν ιδιαίτερα αισθητό στα χορικά, τα οποία και “τραβούσαν” αδικαιολόγητα πολύ με αποτέλεσμα η παράσταση τελικά να διαρκεί δύο ώρες.

Επιπροσθέτως, η όψι της παράστασης (σκηνικά Μαρία Πανουργιά) ήταν άνιση, παρόλο που ήταν εντυπωσιακή. Αυτό που ξένισε ιδιαίτερα πολύ ήταν τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη. Ο χορός φορούσε στο πρώτο μέρος άχαρα λευκά πανωφόρια και σκουφιά που έμοιαζαν με μπουρνούζια, ενώ οι πρωταγωνιστές πλουμιστά ενδύματα σε έντονους χρωματισμούς που δεν έδεναν αρμονικά με το όλον. Στο δεύτερο μέρος, το σκηνικό τα κοστούμια που έγιναν πιο γήινα και σίγουρα πιο ταιριαστά με την ατμόσφαιρα του έργου. Τέλος, προβληματική ήταν η μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή, η οποία έμοιαζε ασυντόνιστη με τα επί σκηνής τεκταινόμενα.

Συμπέρασμα

Ένα στιβαρό σκηνοθετικό βάπτισμα πυρός, μία τολμηρή και απολύτως εμπεριστατωμένη δραματουργικά πρόταση για το πώς μπορούν να διαβαστούν τα αρχαία κείμενα σήμερα και μία παράσταση που συνομιλεί με τους σύγχρονους παραστασιακούς και ηθικούς κώδικες.

Ακολουθήστε το News247.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα