Γιάννης Καλαβριανός: Ας ξεκουνηθούμε λίγο και ας ζήσουμε τη ζωή
Διαβάζεται σε 12'
Ο Γιάννης Καλαβριανός μιλά στο NEWS 24/7 με αφορμή την επιστροφή στο θεατρικό σανίδι της παράστασης «Γιοι και κόρες» από τις 16 Οκτωβρίου.
- 13 Οκτωβρίου 2026 06:22
Ποια είναι τελικά η σημαντικότερη ιστορία της ζωής μας; Ένας μεγάλος έρωτας, μια απώλεια, μια συνάντηση, μια απόφαση που άλλαξε τα πάντα; Ή μήπως μια φαινομενικά ασήμαντη στιγμή, που τότε πέρασε απαρατήρητη, αλλά έμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη μας;
Ο Γιάννης Καλαβριανός έθεσε αυτό το ερώτημα σε ηλικιωμένους ανθρώπους από ολόκληρη την Ελλάδα και οι απαντήσεις τους έγιναν οι «Γιοι και κόρες», μία από τις πιο ιδιαίτερες και συγκινητικές παραστάσεις του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου.
Ένα έργο που πρωτοπαρουσιάστηκε το 2012 και έκτοτε διέγραψε μια εντυπωσιακή πορεία στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, φτάνοντας από θεατρικές σκηνές και διεθνή φεστιβάλ μέχρι σχολεία, φυλακές και γηροκομεία. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, οι «Γιοι και κόρες» επιστρέφουν ανανεωμένοι, με νέες ιστορίες, πέντε ηθοποιούς της νεότερης γενιάς και την ίδια βαθιά ανάγκη να ακουστούν οι φωνές εκείνων που η επίσημη Ιστορία άφησε στο περιθώριο.
Από τις 16 Οκτωβρίου, η παράσταση βρίσκει νέα θεατρική στέγη στο ανακαινισμένο Θέατρο ΕΛΕΡ «Ελένη Ερήμου», στην Πλάκα.
Ο Γιάννης Καλαβριανός εξηγεί γιατί επιστρέφει σήμερα στους «Γιους και κόρες», ένα έργο που έχει ήδη διαγράψει μια τόσο μεγάλη διαδρομή… “Γιατί αισθάνθηκα πως δεν έχει τελειώσει. Το «Γιοι και κόρες» δεν ήταν ποτέ ένα κλειστό έργο. Κάθε φορά που παιζόταν κάπου, εμφανίζονταν άνθρωποι που μας έλεγαν μια καινούργια ιστορία, την οποία καταγράφαμε. Κάποιες από αυτές μπαίνουν, κάποιες αντικαθιστούν άλλες και το έργο συνεχίζει να μεταβάλλεται μαζί με τη ζωή μας. Όταν αποφασίσαμε να το ξανακάνουμε, δεν με ενδιέφερε να αναβιώσουμε την παράσταση του 2012.
Είχα την ανάγκη να ξαναβρώ το κέντρο μου. Και να αφεθώ και πάλι στις ιστορίες. Τα κοινωνικά δίκτυα έχουν δημιουργήσει μια παράλληλη πραγματικότητα, που για κάποιους είναι η πραγματική τους. Αναρωτιόμουν αν η εποχή εξακολουθεί να έχει την ανάγκη να ακούει απλές ιστορίες. Και διαπίστωσα πως την έχει. Οι ιστορίες των δικών μας ανθρώπων δεν έχουν τίποτε το ηρωικό, δεν τις κατέγραψε η Ιστορία, δεν είχαν θεατές όταν συνέβησαν. Έχουν όμως αντέξει στον χρόνο”.
Το έργο ξεκίνησε από μια πολύ απλή ερώτηση προς ηλικιωμένους ανθρώπους: «Αν έπρεπε να ξεχωρίσετε μία ιστορία από όλη σας τη ζωή, ποια θα ήταν αυτή;». Τι σας αποκάλυψαν τελικά οι απαντήσεις τους για το τι θεωρεί ένας άνθρωπος σημαντικό όταν κοιτάζει πίσω τη ζωή του;
Το μεγαλύτερο μάθημα ήταν ότι σχεδόν κανείς δεν επέλεγε αυτό που θα περιμέναμε ως «μεγάλο» ή «εξαιρετικό». Περιμέναμε ηρωικές πράξεις, πολέμους, ιστορικές στιγμές και ακούγαμε για έναν έρωτα, ένα ταξίδι, μια δουλειά, έναν άνθρωπο που χάθηκε. Κάποιος μπορεί να έχει ζήσει την Κατοχή, να έχει επιβιώσει από βομβαρδισμούς και τον λιμό, αλλά να θεωρεί σημαντικότερο ότι κατάφερε να βρεθεί σε ένα παραθαλάσσιο σπίτι και να ατενίζει τη θάλασσα.
Η απόσταση αλλάζει την κλίμακα των πραγμάτων. Αυτά που μοιάζουν τεράστια την ώρα που συμβαίνουν μπορεί να γίνουν ελάχιστα με την πάροδο του χρόνου, και άλλα που πέρασαν σχεδόν απαρατήρητα μπορεί τελικά να αποδειχθούν καθοριστικά.
Δεν ξέρω εάν συμβαίνει και σε εσάς. Σε εμένα συμβαίνει πολύ συχνά, χρόνια μετά από ένα ταξίδι, να θυμάμαι περισσότερο τη βόλτα σε ένα μικρό στενό ή μια ασήμαντη γειτονιά παρά την επίσκεψη σε ένα μεγάλο μνημείο.
Ο υπότιτλος μιλά για «μια παράσταση για την αναζήτηση της ευτυχίας». Έπειτα από τόσα χρόνια ζωής του έργου, έχετε καταλάβει λίγο καλύτερα τι είναι τελικά η ευτυχία για τους ανθρώπους;
Έχω καταλάβει κυρίως τι δεν είναι. Δεν υπάρχει μια μόνιμη κατάσταση ευτυχίας στην οποία κάποτε φτάνεις και εγκαθίστασαι. Ευτυχώς, γιατί θα ήταν μάλλον αφόρητο.
Αν είμαστε τυχεροί, γευόμαστε μικρές δόσεις της. Και πολλές φορές δεν καταλαβαίνουμε πως είμαστε ευτυχισμένοι την ώρα που συμβαίνει. Το αντιλαμβανόμαστε αργότερα. Οι άνθρωποι που συναντήσαμε είχαν περάσει πολέμους, φτώχεια, απώλειες, μετανάστευση, κι όμως μέσα στις αφηγήσεις τους υπήρχαν διαρκώς στιγμές χαράς. Ερωτεύονταν, έκαναν παιδιά, γελούσαν, έφτιαχναν σπίτια, φύτευαν κήπους. Η ζωή, ευτυχώς, δεν περιμένει να λυθούν όλα τα προβλήματά της για να συνεχίσει.
Οι ήρωές σας είναι άνθρωποι που δεν μπήκαν ποτέ στα βιβλία της Ιστορίας. Τι μπορεί να μας πει η «μικρή», προσωπική ιστορία που αδυνατεί να καταγράψει η επίσημη ιστορία;
Η επίσημη Ιστορία είναι αναγκασμένη να καταγράφει ημερομηνίες, κυβερνήσεις, πολέμους, συνθήκες, αριθμούς νεκρών. Δεν μπορεί να καταγράψει τι μαγείρευε κάποιος όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, ποιον ερωτεύτηκε μέσα σε ένα καταφύγιο ή με ποιον είδε την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών της Αθήνας.
Εγώ ασχολούμαι ακριβώς με αυτό. Γιατί εκεί αντιλαμβάνομαι τι σημαίνει πραγματικά ένα ιστορικό γεγονός. Το «1940» είναι μια χρονολογία μέχρι να ακούσεις κάποιον να σου λέει τι έκανε εκείνο το πρωί. ‘Ένας άνθρωπος μας είχε πει: «Όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος, κατάλαβα τι πραγματικά σήμαινε στη ζωή αυτό που στη γραμματική ονομάζαμε “χρόνο”». Οι μικρές ιστορίες είναι το πραγματικό καύσιμο της Ιστορίας και όσοι αγνοήθηκαν από αυτήν είναι εκείνοι που πραγματικά συνέχισαν τη ζωή σε αυτή τη χώρα.
Το έργο ξαναφτιάχτηκε με νέες ιστορίες. Τι προσθέτουν αυτές οι ιστορίες στη σημερινή εκδοχή και τι άλλαξε στο δικό σας βλέμμα από το 2012 μέχρι σήμερα;
Οι καινούργιες ιστορίες φέρνουν την παράσταση μέχρι το lockdown και την πανδημία, άρα σε γεγονότα που αποτελούν πλέον και δική μας κοινή μνήμη.
Όταν ξεκινούσαμε, δεν μπορούσα να υποψιαστώ πόσα κοινά μπορεί να είχα με τον παππού μου. Οι γιαγιάδες ήταν σαν άνθρωποι από έναν άλλον γαλαξία. Χωρίς, στην πραγματικότητα, ανθρώπινες ιδιότητες, κάτι σαν τοτέμ καλοσύνης.
Συναντώντας όλους εκείνους που μας εμπιστεύτηκαν τις ιστορίες τους, καταλάβαμε πως δεν είχαμε μπροστά μας «ηλικιωμένους», αλλά ανθρώπους. Μια γυναίκα 85 ετών ήταν το ίδιο κορίτσι των 16, με τις ίδιες απορίες, ντροπές και χιούμορ όπως και τότε.
Στην πραγματικότητα, το «Γιοι και κόρες» έδωσε στους ανθρώπους που συναντήσαμε την υπόσταση που τους στερούσε η νεανική αφέλειά μας και με συμφιλίωσε με τους γονείς μου και τις αγωνίες που είχαν και δεν καταλάβαινα.
Υπάρχει κάποια ιστορία από όσες ακούσατε όλα αυτά τα χρόνια που εξακολουθεί να σας ακολουθεί ή να σας συγκινεί διαφορετικά από τις υπόλοιπες;
Υπάρχουν πολλές, αλλά παραδόξως με ακολουθούν περισσότερο λεπτομέρειες παρά ολόκληρες ιστορίες. Μια φράση, ο τρόπος που κάποιος σταματούσε για λίγο πριν συνεχίσει, κάτι που θυμόταν με τρομερή ακρίβεια εξήντα χρόνια μετά, ενώ είχε ξεχάσει όλα τα υπόλοιπα.
Θα ξεχώριζα την ιστορία μια γυναίκας που η γιαγιά της ήταν ράφτρα του Κεμάλ, ενός άνδρα που σκότωσε τον λοχαγό του, βρέθηκε στην Αμερική, πλούτισε και τα έχασε όλα και της κυρίας που βρέθηκε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, επέζησε και μετά την απελευθέρωσή της έγινε δασκάλα γιόγκα!
Και βέβαια υπάρχει πάντα πίσω από την παράσταση η ιστορία του δικού μου παππού. Ήξερα ότι δεν άκουγε καλά και φορούσε ακουστικό. Πολύ αργότερα έμαθα ότι είχε χάσει την ακοή του στον τορπιλισμό της «Έλλης». Για μένα, μέχρι τότε, ήταν απλώς ο παππούς μου. Δεν είχα υποψιαστεί ότι, πριν γίνει ο παππούς μου, ήταν ένας νέος, όμορφος άνδρας που βρέθηκε σε ένα γεγονός που για εμένα ήταν μάθημα στην Ιστορία, ενώ για εκείνον ήταν η αρχή της αναπηρίας του.
Την ημέρα της κηδείας του γεννήθηκε η ιδέα της παράστασης. Ο παππούς μου μού έκανε, με τον θάνατό του, το μεγαλύτερο δώρο. Η πρώτη λέξη που ακούγεται στην παράσταση είναι το όνομά του.
Οι ιστορίες αυτές ερμηνεύονται τώρα από πέντε ηθοποιούς μιας νεότερης γενιάς. Τι αλλάζει όταν άνθρωποι που δεν έζησαν πολλά από αυτά τα γεγονότα καλούνται να τα κουβαλήσουν στη σκηνή;
Αυτή ακριβώς είναι η ιδέα της παράστασης. Οι ηθοποιοί δεν χρειάζεται να έχουν ζήσει τον Εμφύλιο για να καταλάβουν τι σημαίνει διχασμός, ούτε να έχουν υπάρξει μετανάστες στη Γερμανία του ’60 για να καταλάβουν τι σημαίνει να αφήνεις πίσω τη ζωή σου.
Οι πέντε ηθοποιοί φέρουν στη σκηνή τη δική τους εποχή. Δεν υποδύονται το παρελθόν ούτε παίζουν τους ηλικιωμένους. Μια νέα ηθοποιός, 35 ετών, λέει: «Ακόμη και στα 72 μου, ψάχνω κάποιον να με ερωτευτεί πραγματικά.» Και ο θεατής αντιλαμβάνεται πόσο γρήγορα κυλάει για όλους μας ο χρόνος. Η γυναίκα που μας το είπε, ήταν κάποτε 35 και έγινε 72, όπως θα γίνει και η ηθοποιός, όπως θα γίνουν και οι θεατές. Η ζωή τρέχει. Οπότε ας ζήσουμε τη ζωή χωρίς καθυστερήσεις.
Οι «Γιοι και κόρες» έχουν παιχτεί από θέατρα και φεστιβάλ μέχρι σχολεία, φυλακές και γηροκομεία. Υπήρξε κάποιο κοινό ή κάποια παράσταση που σας έκανε να δείτε διαφορετικά το ίδιο σας το έργο;
Πολλές φορές. Πολύ γρήγορα καταλάβαμε ότι οι θεατές αυτής της παράστασης δεν παραμένουν απλώς θεατές. Οι ιστορίες τούς θυμίζουν τις δικές τους και μετά την παράσταση έρχονται να τις διηγηθούν. Και μπαίνουν σε μια επόμενη εκδοχή. Έτσι, το έργο ανανεώνεται συνεχώς.
Με συγκίνησε ιδιαίτερα όταν άρχισαν να έρχονται οι άνθρωποι που μας είχαν αφηγηθεί τις ιστορίες. Στην αρχή φοβούνταν λίγο. Νόμιζαν ότι θα δουν τη ζωή τους εκτεθειμένη στη σκηνή. Όταν κατάλαβαν ότι δεν προσπαθούσαμε να τους φωτογραφίσουμε, αλλά να κάνουμε τη δική τους ιστορία αφορμή για να αναγνωρίσουν και άλλοι άνθρωποι κάτι δικό τους, άρχισαν να ξανάρχονται με φίλους, παιδιά και εγγόνια.
Χαίρομαι όταν έρχονται θεατές διαφορετικού μορφωτικού ή οικονομικού επιπέδου. Οι παραστάσεις πρέπει να μπορούν να αφορούν όλους. Από τον αναλφάβητο ως τον καθηγητή πανεπιστημίου και από τον άστεγο ως τον πιο πλούσιο άνθρωπο του κόσμου.
Τότε μια παράσταση επιτελεί τον στόχο της: όταν παύει να είναι απλώς ένα καλλιτεχνικό γεγονός και γίνεται αφορμή για τη δημιουργία μιας κοινότητας. Η δική μας κοινότητα είναι όλοι οι άνθρωποι που μπορούν ακόμη να γελάσουν ή να κλάψουν και δεν διστάζουν να το κάνουν.
Σήμερα ζούμε σε μια εποχή όπου καταγράφουμε σχεδόν τα πάντα, αλλά συχνά ακούμε λιγότερο ο ένας τον άλλον. Πιστεύετε ότι κινδυνεύουμε να χάσουμε περισσότερα τελικά;
Ναι, γιατί άλλο καταγράφω και άλλο θυμάμαι. Έχουμε χιλιάδες φωτογραφίες στο κινητό μας από πράγματα που πιθανότατα δεν θα ξαναδούμε ποτέ και την ίδια στιγμή μπορεί να μη γνωρίζουμε μια βασική ιστορία από τη ζωή του ανθρώπου που κάθεται απέναντί μας.
Η καταγραφή δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι τίποτε δεν πρόκειται να χαθεί. Αλλά αυτό που χάνεται δεν είναι μόνο η πληροφορία. Είναι η αφήγηση. Ο τρόπος που κάποιος επιλέγει να θυμηθεί κάτι, πού σταματά, τι παραλείπει, πότε γελάει, τι εξακολουθεί να τον πονάει μετά από πενήντα χρόνια.
Η σπουδαία Τζίνα Πολίτη μας είχε πει μια φράση που ακούγεται αυτούσια και με τη φωνή της στην παράσταση: «Το παρελθόν είναι το πώς το λέμε, το πώς το αφηγούμαστε».
Το σημαντικό, λοιπόν, δεν είναι να καταγράφουμε περισσότερο. Είναι να συνεχίσουμε να λέμε ιστορίες. Και να έχουμε τον χρόνο να ακούμε και τις ιστορίες των άλλων.
Και αν κάποιος έθετε σήμερα σε εσάς την ερώτηση του έργου —«αν έπρεπε να ξεχωρίσετε μία ιστορία από όλη σας τη ζωή, ποια θα ήταν αυτή;»— τι θα απαντούσατε;
Το σκέφτομαι κατά καιρούς και ακόμη δεν έχω αποφασίσει. Και χαίρομαι γι’ αυτό.
Όσο δεν μπορώ να διαλέξω, σημαίνει ότι εξακολουθούν να συμβαίνουν πράγματα που διεκδικούν τη θέση της σημαντικότερης ιστορίας. Θα ήθελα να αργήσω πολύ ακόμη να μπορώ να απαντήσω με βεβαιότητα.
Εύχομαι η ζωή να συνεχίσει να μας δίνει ωραίες ιστορίες. Αλλά ας ξεκουνηθούμε λίγο και ας τη ζήσουμε.
Συντελεστές
Κείμενο-σκηνοθεσία: Γιάννης Καλαβριανός
Σκηνικά-Κοστούμια: Μαρία Καραθάνου
Μουσική: Χρύσανθρος Χριστοδούλου
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Επιμέλεια κίνησης-Βοηθός σκηνοθέτη: Αλεξία Μπεζίκη
Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Μαργαρίτα Τζαννέτου
Φωτογραφίες: Ναυσικά Κίρκη, Ελίνα Γιουνανλή
Σχεδιασμός αφίσας: Sonke
Εκτέλεση παραγωγής: Ρόζα Καλούδη
Social Media-Video Trailer: Nαυσικά Κίρκη
Παραγωγή: Εταιρεία Θεάτρου Sforaris
Παίζουν: Μαρία Κωνσταντά, Γιάννης Μαστρογιάννης, Ζωή Μυλωνά, Δήμητρα Ονουφριάδου, Βασίλης Τσαλίκης
Πληροφορίες
Θέατρο ΕΛΕΡ «Ελένη Ερήμου» (Φρυνίχου 10, Πλάκα, Μετρό Ακρόπολη)
Τηλέφωνο: 211 735 3928
Έναρξη: Παρασκευή 16 Οκτωβρίου
Ημέρες & Ώρες Παραστάσεων
Παρασκευή: 21:00
Σάββατο: 18:00 & 21:00
Κυριακή: 18:00
Διάρκεια: 100 λεπτά (χωρίς διάλειμμα)
Προπώληση: Αγορά εισιτηρίων ticketservices.gr