Μια γενιά με το pause πατημένο στο Βίντεο Κλαμπ Φαντασία
Διαβάζεται σε 9'
Ο Νικόλας Λαμπάκης και ο Μιχάλης Μαλανδράκης μιλούν στο NEWS 24/7 με αφορμή την παράσταση «Βίντεο Κλαμπ Φαντασία» που θα παρουσιαστεί στο Θέατρο Σταθμός.
- 25 Σεπτεμβρίου 2026 06:07
Σε ένα βιντεοκλάμπ που παλεύει να κρατηθεί ζωντανό, δυο φίλοι γυρίζουν την πιο παράξενη ταινία της ζωής τους. Ο λόγος για το «Βίντεο Κλαμπ Φαντασία», που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Ένα Φεστιβάλ στη Σαμοθράκη 2025, των Νικόλα Λαμπάκη, απόφοιτου της Σχολής Σκηνοθεσίας του Εθνικού Θεάτρου και του Université Paris VIII, και Μιχάλη Μαλανδράκη (Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2019 και Ά βραβείο Επιτροπής & Κοινού στα D – Athens Διονύσια Greek 2025). Το έργο είναι εμπνευσμένο από μια αληθινή ιστορία εστιάζει στα όνειρα μιας γενιάς που μεγάλωσε μέσα στις διαδοχικές κρίσεις της Ελλάδας.
Ο Βασίλης έχει έναν ξεκάθαρο στόχο: να ξεκινήσει μια νέα ζωή στην Αμερική. Για να αποκτήσει πράσινη κάρτα, προσπαθεί να στήσει έναν εικονικό γάμο με μια Αμερικανίδα. Για να τα καταφέρει, όμως, πρέπει να πείσει τις αμερικανικές αρχές ότι η σχέση τους είναι απόλυτα αληθινή.
Λίγο πριν από την κρίσιμη συνέντευξη που θα κρίνει το μέλλον του, καταφεύγει στην αποθήκη του βιντεοκλάμπ του καλύτερού του φίλου, του Σπύρου, ζητώντας τη βοήθειά του για να τον προπονήσει και να τον προετοιμάσει κατάλληλα. Την ίδια στιγμή, ο Σπύρος δίνει τον δικό του αγώνα για να κρατήσει ανοιχτό το τελευταίο βιντεοκλάμπ της γειτονιάς, έχοντας ένα μεγάλο όραμα: να μετατρέψει την αποθήκη του καταστήματος σε μια νυχτερινή λέσχη προβολών για σινεφίλ νοσταλγούς.
Εκεί, ανάμεσα σε κασέτες VHS, ξεχασμένες αφίσες και αμερικάνικα όνειρα, οι δυο τους σκαρώνουν την «τέλεια» ερωτική ιστορία: πού γνωρίστηκαν, πότε ερωτεύτηκαν, ποιο τραγούδι χόρεψαν και όλες τις μικρές λεπτομέρειες που κάνουν ένα ψέμα να μοιάζει με αλήθεια.
Μια πικρόγλυκη κωμωδία για τους έρωτες που επινοούμε, τις ζωές που ονειρευόμαστε και τις ταινίες που μας έμαθαν ότι κάπου αλλού, ίσως, όλα να είναι καλύτερα.
Νικόλας Λαμπάκης: Από μία σύμπτωση στο βίντεο κλαμπ
Ο Νικόλας Λαμπάκης αναφέρει το πώς γεννήθηκε η ιδέα για το «Βίντεο Κλαμπ Φαντασία»: “Το «Βίντεο Κλαμπ Φαντασία» γεννήθηκε από μια σειρά ευτυχών συμπτώσεων, όταν δέχθηκα μια πρόσκληση από τη Βένια Σταματιάδη, καλλιτεχνική διευθύντρια του «Ένα Φεστιβάλ στη Σαμοθράκη», να σκηνοθετήσω ένα σύγχρονο νεοελληνικό θεατρικό έργο που θα παρουσιαζόταν για πρώτη φορά στο φεστιβάλ, το καλοκαίρι του 2025. Αυτή ήταν η αφορμή για να συναντήσω τον Μιχάλη Μαλανδράκη, με τον οποίο αποφασίσαμε να γράψουμε μαζί μια ιστορία που να μας συγκινεί πραγματικά. Ανταλλάσσαμε ιδέες και αναζητούσαμε την αφετηρία της. Τελικά, η ιστορία μάς βρήκε εκείνη.
Ένα βράδυ, λοιπόν, στο σπίτι ενός πολύ αγαπημένου μου φίλου, ενώ χαζεύαμε στην τηλεόραση ένα θρίλερ της κακιάς ώρας, εκείνος άρχισε να μου αφηγείται μια περιπέτεια που είχε ζήσει. Γνώριζα ήδη αρκετά πράγματα για αυτή την ιστορία, όμως εκείνο το βράδυ μου αφηγήθηκε τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια.
Όσο τον άκουγα, άρχισα να σκέφτομαι ότι μέσα σε αυτή την ιστορία υπήρχε κάτι έντονα θεατρικό, αλλά και ότι έμοιαζε σαν να ήταν βγαλμένη από σενάριο ταινίας. Τη μοιράστηκα με τον Μιχάλη (Μαλανδράκη) κι έτσι ξεκινήσαμε να δουλεύουμε πάνω στη δική μας πια ιστορία, αναζητώντας τον τόπο δράσης του έργου.
Ένα από τα μέρη που μας είχαν προταθεί από το φεστιβάλ για να παιχτεί η παράσταση ήταν η «Φαντασία», ένα παλιό νυχτερινό κέντρο της Σαμοθράκης, κλειστό εδώ και χρόνια. Παρότι τελικά δεν μπορούσαμε να παρουσιάσουμε το έργο εκεί, το όνομα έμεινε. Ψάχνοντας μαγαζιά με το όνομα «Φαντασία», ανακάλυψα ένα παλιό βιντεοκλάμπ στο Λαύριο – και αργότερα άλλο ένα στο Μεξικό.
Το έστειλα στον Μιχάλη και κάπως έτσι γεννήθηκε το «Βίντεο Κλαμπ Φαντασία». Αποφασίσαμε ότι η θεατρική δράση του έργου θα εκτυλίσσεται στην αποθήκη ενός παλιού βιντεοκλάμπ και ότι η «κινηματογραφική» δράση θα μας μεταφέρει σε μια αίθουσα ελέγχου στο αεροδρόμιο του Σικάγο.
Οι χαρακτήρες του έργου, πέρα από την αληθινή ιστορία που είχαμε στα χέρια μας, εμπνεύστηκαν εν μέρει και από τους ηθοποιούς της παράστασης, τον Σπύρο Μπόσγα και τον Βασίλη Μπόγδανο, με τους οποίους, μάλιστα, ήμουν σίγουρος ότι θέλω να συνεργαστώ για το φεστιβάλ, πριν ακόμη να ξέρω ποιο έργο τελικά θα σκηνοθετήσω.
Αισθάνομαι ότι μέσα στο έργο υπάρχουν πολλά στοιχεία που αντανακλούν τόσο προσωπικά βιώματα όσο και εμπειρίες της γενιάς μας. Οι χαρακτήρες του έργου νιώθω πως μοιάζουν με τους φίλους μου, παιδιά των δυτικών συνοικιών της Θεσσαλονίκης, σαν εκείνους με τους οποίους μεγάλωσα. Είναι δύο λαϊκά παιδιά της εργατικής τάξης, αυθεντικοί, αφοπλιστικά ειλικρινείς, με μια ελαφρότητα που συχνά κρύβει τις πληγές, τις ματαιώσεις και τους φόβους τους.
Για μένα, κομβικά θέματα του έργου είναι η αντρική φιλία και η αγάπη για το σινεμά, που αποτελεί ένα προσωπικό καταφύγιο στο σήμερα, όπως ήταν και τα βιντεοκλάμπ στα παιδικά μας χρόνια — τόποι χαράς, προσμονής και ανακάλυψης.
Αυτό που με συγκινεί βαθιά στο έργο είναι η αδυναμία ή η άρνηση των ηρώων να ενηλικιωθούν με τους όρους που επιβάλλει η εποχή μας, αλλά και η απόσταση ανάμεσα στο μέγεθος των ονείρων τους και στις κοινωνικές και οικονομικές αδυνατότητες που διαμορφώνουν τη ζωή τους.”
Μιχάλης Μαλανδράκης: Είμαστε μια γενιά που έμαθε να αναβάλλει διαρκώς πράγματα που κάποτε θεωρούσε αυτονόητα.
Ο Μιχάλης Μαλανδράκης συνεχίζει: “Συμπληρωματικά σε όσα είπε ο Νικόλας, θέλω να προσδιορίσω την πραγματική ιστορία πάνω στην οποία γράψαμε το κείμενο. Ενώ ψάχναμε θέματα, ο Νικόλας μου διηγήθηκε την περιπέτεια ενός κοντινού του φίλου, ο οποίος προσπαθώντας να φύγει για την Αμερική, αποφάσισε να «αρραβωνιαστεί» μια Αμερικανίδα, προκειμένου να πάρει fiancé visa και στη συνέχεια άδεια παραμονής.
Μόλις προσγειώνεται στο αεροδρόμιο στην Αμερική, το Homeland Security τον οδηγεί σε μια αίθουσα και μέσα από αλλεπάλληλες ερωτήσεις προσπαθεί να διαπιστώσει αν η μεταξύ τους ερωτική σχέση είναι αληθινή ή ψεύτικη.
Την κατάληξη και το πόρισμα τους δεν θα το προδώσουμε, αλλά θέλω να δώσω μια εικόνα των προσωπικών ερωτήσεων που προϋποθέτει μια τέτοια διαδικασία, όπως «Τι σας αρέσει περισσότερο πάνω της; Πού βγήκατε πρώτο ραντεβού; Από ποιο μαγαζί πήρατε το δαχτυλίδι αρραβώνων; Τσακώνεστε; Γιατί τσακώνεστε; Περιγράψτε μας τις πρώτες διακοπές σας».
Αυτή η παραβίαση και η διείσδυση στον εσωτερικό πυρήνα του ατόμου δείχνουν τη σκληρή πραγματικότητα της διαδικασίας. Αλλά επειδή, όπως είπε κάποτε ο Οδυσσέας Ιωάννου και δεν το ξέχασα ποτέ, «η πραγματικότητα έχει το μισό δίκιο», το υπόλοιπο το έχει το όνειρο και η φαντασία.
Γι’ αυτό το μισό έργο τοποθετείται στην πραγματική συνέντευξη του Βασίλη από τις αμερικανικές αρχές και το άλλο μισό λίγους μήνες νωρίτερα, στην προετοιμασία του μαζί με τον κολλητό του τον Σπύρο, στην αποθήκη ενός από τα τελευταία βίντεο κλαμπ της πόλης. Το μαγαζί ανήκει στον πατέρα του Σπύρου, που το κρατάει ανοιχτό για να συμπληρώσει τα απαραίτητα ένσημα για την σύνταξή του.
Όσον αφορά τους χαρακτήρες, νομίζω πως ένιωσα την ανάγκη να τους περάσω δύο πράγματα, που βρήκαν κοινό έδαφος και με τις προθέσεις του Νικόλα. Το ένα είναι πως ανήκουμε σε μια γενιά που, την ίδια στιγμή που γνωρίζει τι συμβαίνει σε κάθε πλάτος και μήκος του πλανήτη και βλέπει στο feed της στο Instagram αμέτρητες εικόνες από εξωτικές παραλίες στις Σεϋχέλλες και από κορυφές ναών στο Περού, την ίδια στιγμή που η παγκοσμιοποίηση μειώνει τις αποστάσεις και καθιστά τα ταξίδια και τα πάντα φαινομενικά πιθανά, είμαστε παράλληλα μια γενιά που είδε τα φαινομενικά διάπλατα όρια του κόσμου να περιορίζονται απότομα και ξαφνικά.
Είμαστε μια γενιά που βίωσε τη σκληρότητα της οικονομικής κρίσης, γαλουχήθηκε στην ανεργία και στις κακοπληρωμένες δουλειές, είδε τα πάντα να κλείνουν στην πανδημία και έμαθε να αναβάλλει διαρκώς πράγματα που κάποτε θεωρούσε αυτονόητα. Και κάπως έτσι, έμεινε να δραπετεύει στη φαντασία. Και δεν την υποτιμώ καθόλου. Ίσα – ίσα, όσο πιο ζόρικη γίνεται η πραγματικότητα, τόσο μεγαλύτερη ανάγκη έχεις το συμπλήρωμα της φαντασίας.
Το δεύτερο πράγμα που ήθελα να περάσω στο έργο είναι πολύ πιο απλό: η αγάπη για το σινεμά. Για το ίδιο το μέσο και για την μαγική του επίδραση. Δεν θυμάμαι ένα σωρό πράγματα που συνέβησαν πριν από πέντε ή δέκα χρόνια, αλλά θυμάμαι πολύ καθαρά το καλοκαίρι που έμαθα το σινεμά.
Πρώτη Λυκείου, ένας φίλος μού έδωσε ένα στικάκι με μερικές ταινίες. Κάθε επόμενο βράδυ αυτού του καλοκαιριού, όταν όλοι κοιμόντουσαν στο σπίτι, έβαζα να δω κι από μία. Και μόλις τελείωναν, είχα έναν ενθουσιασμό που τόσο έντονα θυμάμαι και μου λείπει πολύ. Θυμάμαι ότι μετά, από την υπερένταση, δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Έβγαινα στο μπαλκόνι, κοιτούσα τη θέα από το σπίτι, τα μακρινά φώτα, και σκεφτόμουν όσα είχα μόλις δει: την παρέα των πιτσιρικάδων στο La Haine και το «μέχρι εδώ όλα καλά», τον χορό του Mr. Blonde στο Reservoir Dogs, τον Κλιντ Ίστγουντ να προχωράει στην έρημο του Σέρτζιο Λεόνε. Και συνειδητοποιούσα ξαφνικά, για πρώτη φορά στα δεκαέξι μου, πόσο απέραντος και τεράστιος είναι ο κόσμος, τι απίστευτα πράγματα υπάρχουν έξω από τη γειτονιά μου – και, για κάποιον λόγο, εκείνη τη στιγμή μου φαίνονταν όλα πολύ κοντά.
Αυτή την πιο γλυκιά ψευδαίσθηση του κόσμου, τους ανοιχτούς ορίζοντες που σου δίνουν το σινεμά και η φαντασία, αυτή την αίσθηση θέλαμε να περάσουμε. Ελπίζω να τα καταφέραμε, έστω και λίγο”.
Συντελεστές
Κείμενο: Μιχάλης Μαλανδράκης, Νικόλας Λαμπάκης
Σκηνοθεσία: Νικόλας Λαμπάκης
Ερμηνεύουν: Βασίλης Μπόγδανος, Σπύρος Μπόσγας
Σκηνικά – κοστούμια: Ζενεβιέβ Αθανασοπούλου
Φωτισμοί: Σάκης Μπιρμπίλης
Μουσική: Panu (Παναγιώτης Μανουηλίδης)
Τραγούδι: Demy
Φωτογραφίες: Αναστασία Γιαννάκη Βίντεο: Μαύρα Γίδια
Παραγωγή: Πολιτισμός Σταθμός Θέατρο
Πληροφορίες
Παραστάσεις: Σάββατο 3 & Κυριακή 4 Οκτωβρίου στις 18:15 και από 9 Οκτωβρίου έως 13 Νοεμβρίου κάθε Παρασκευή στις 23:30
Διάρκεια: 80΄
Ηλεκτρονική προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/binteo-klamp-fantasia/
Θέατρο Σταθμός
Βίκτωρος Ουγκώ 55
Μεταξουργείο Αθήνα (πλησίον του Μετρό Μεταξουργείο)
τηλ. 210 52 30 267