ZUMA PRESS/VISUALHELLAS.GR

CHARLES SOBHRAJ, Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ “ΕΡΠΕΤΟΥ”

Συνήθως οι serial killers έχουν ιστορικό βίας στα παιδικά τους χρόνια και ενίοτε τραυματισμούς στον εγκέφαλο που καθορίζουν τη μοίρα τους. Ο Charles Sobhraj, o "Serpent" του Netflix άλλαξε την 'κοσμοθεωρία' των ψυχιάτρων.

Οι ιστορίες των serial killers ξεκινούν συνήθως από έντονα φαινόμενα (πάσης φύσεως) βίας στο οικογενειακό περιβάλλον που συχνά προκαλούν τραύμα στο ‘κομμάτι’ του εγκεφάλου που είναι υπεύθυνο για τον έλεγχο της συνείδησης των πράξεων μας, την κρίση και τις συναισθηματικές αντιδράσεις (βλ. μετωπιαίος λοβός). Έναν ρόλο παίζουν πάντα κληρονομικές διαταραχές που δεν διαγνώστηκαν ποτέ και άρα δεν φροντίστηκαν -ποτέ-, μαζί και η εγκατάλειψη και το έντονο αίσθημα του αδικημένου/απελπισμένου. Του ‘γιατί γεννήθηκα;’.

Η αλήθεια είναι πως οι περισσότεροι εγκληματίες ήταν από παιδιά ‘προγραμματισμένοι’ να ζήσουν τη ζωή που έζησαν. Ο Charles Sobhraj δεν επιβεβαιώνει απόλυτα τον κανόνα. Όπως και δεν τον διαψεύδει απόλυτα. Ο Charles Sobhraj είναι ο ‘Serpent’ που trendαρει εδώ και εβδομάδες στο Netlix. Και οδήγησε τους επιστήμονες στο χώρο της ψυχικής υγείας να αναθεωρήσουν τα έως τότε ευρήματα, για το πώς προσδιορίζεται ο ψυχοπαθής.

Ο κομπιναδόρος, έμπορος ναρκωτικών, διακινητής πολύτιμων λίθων και δολοφόνος -τουλάχιστον 20 ανθρώπων- Sobhraj παρουσιαζόταν ως celebrity σε δυο διαφορετικές ηπείρους, όπου έδρασε. Απέδρασε τρεις φορές από φυλακές, η μία ήταν στην Ελλάδα και όταν κατάλαβε πως ο κύκλος είχε ‘κλείσει’ εξασφάλισε συμφωνία 15.000.000 δολαρίων, πριν καταδικαστεί.

Αυτή είναι η ιστορία του

Ο Hotchand Bhawnani Gurumukh Charles Sobhraj γεννήθηκε στις 6/6 του 1944 στη γαλλική Ινδοκίνα. Ο πατέρας του ήταν Ινδός ράπτης και η μητέρα του Βιετναμέζα. Δεν είχαν παντρευτεί. Το παιδί ήταν άπατρις. Το πρώτο αίσθημα που ένιωσε ήταν η αδιαφορία των γονιών του, για την ύπαρξη του. Ο πατέρας του είχε εγκαταλείψει τη μητέρα του λίγο μετά τη γέννηση του Charles (πήρε αυτό το όνομα μετά το καθολικό του βάπτισμα, ως έφηβος), με συνέπεια εκείνη να κατηγορεί δια βίου το γιο της για αυτήν την απόρριψη. Δεν την ενδιέφερε πώς αισθανόταν το παιδί της για τη δική της απόρριψη και εκείνη του μπαμπά του -που αδιαφορούσε περιτράνως. Για να ‘παλέψει’ με την εγκατάλειψη το παιδικό μυαλό του Charles ανέδειξε τον πατέρα του σε μυθική, ηρωική φιγούρα.

Κάποια στιγμή η μητέρα του γνώρισε έναν Γάλλο στρατιώτη, με τον οποίον παντρεύτηκε. Ο Alphonse Darreau ενδιαφέρθηκε να υιοθετήσει τον Charles. Δεν θέλησε να του δώσει και το όνομα του. Του φερόταν εξαιρετικά. Όπως φερόταν στα παιδιά που απέκτησε με την Song. Το αγόρι όμως, αισθανόταν πως δεν ‘άνηκε’ στο ίδιο του το σπίτι. Τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα μετά έναν σοκ που υπέστη ο Darreau σε μάχη. Έκτοτε μπαινοέβγαινε στα νοσοκομεία για μετατραυματική διαταραχή άγχους και στο μυαλό του ο Charles απομυζούσε τους οικογενειακούς πόρους που δεν υπήρχαν σε αφθονία. Εκείνος άρχισε να κάνει ό,τι περνούσε από το μυαλό του, ώστε να κερδίσει την προσοχή των γονιών του. Κατά τους επιστήμονες “για τα παραμελημένα παιδιά ακόμα και η αρνητική προσοχή είναι καλύτερη από την απουσία αυτής”.

Μολονότι ο μετέπειτα δημοφιλής ως Serpent ήταν έξυπνος και χαρισματικός, ανέκαθεν ήταν και ανυπάκουος, με παραβατική συμπεριφορά. Σπανίως πήγαινε στο σχολείο και όταν πήγαινε, τα θέματα που είχε με την πειθαρχία τον οδηγούσαν σε τιμωρίες. Επιπροσθέτως, δεν βοηθούσαν τα πήγαινε-έλα της οικογένειας από τη Γαλλία στην Ινδοκίνα, για να αισθανθεί κάποια σιγουριά ή ασφάλεια. Μηδέ οι αλλεπάλληλες αποτυχημένες προσπάθειες να δημιουργήσει μια σχέση με το βιολογικό του πατέρα.

Κάποια στιγμή η μητέρα του και ο πατριός του σταμάτησαν να τον ‘ξελασπώνουν’. Είχε γίνει ανεξέλεγκτος.

Την πρώτη φορά που συνελήφθη ήταν 19 χρόνων (1963). Ο λόγος ήταν ληστεία. Τον έστειλαν στη φυλακή Poissy, κοντά στο Παρίσι, ένα κτίριο που είχε δημιουργηθεί το 16ο αιώνα ως μοναστήρι και στα κελιά υπήρχε χώρος μόνο για ύπνο. Τις υπόλοιπες ώρες οι κρατούμενοι χωρίζονταν ανάλογα με την αγριότητα του εγκλήματος τους, τη λογική που είχαν και την εθνικότητα τους.

Κατά την τριετή του φυλάκιση (διάστημα στο οποίο ουδείς εκ των δικών του έδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον να μάθει αν ζει ή αν έχει πεθάνει) αποφάσισε να φτιάξει τη δική του οικογένεια -με τον ίδιο ως πατρική φιγούρα- και να τιμωρήσει την κοινωνία για το κακό που του είχε κάνει. Το τελευταίο statement ήταν μια έκφανση της νέας του τέχνης.

Ο Charles Sobhraj στη φυλακή. AP

Ο μικρόσωμος -κατά το ήμισυ Ασιάτης- νεαρός δεν πέρασε πολύ καλά τους πρώτους μήνες στη φυλακή. Η λύση στα προβλήματα που είχαν προκύψει ήταν να μάθει να χειραγωγεί τους ανθρώπους. Ξεκίνησε με τους φρουρούς, ώστε να του κάνουν ειδικές χάρες. Όπως; Να τον αφήνουν να έχει βιβλία στο κελί του. Συνέχισε με τον Felix d’ Escogne, έναν νέο και πλούσιο άνδρα που εργαζόταν ως εθελοντής στο σωφρονιστικό ίδρυμα. Όταν αποφυλακίστηκε -υπό όρους- ο Charles μετακόμισε στο σπίτι του ‘σωτήρα’ του, ο οποίος είχε προσπαθήσει να φτιάξει τη σχέση του νέου του φίλου με τους γονείς του (χωρίς επιτυχία) και μετά τον ανέλαβε πλήρως -από την εκπαίδευση του έως τη συναισθηματική σταθερότητα. Ήταν αυτός που τον σύστησε στην ανώτερη κοινωνία του Παρισιού. Τη λάτρεψε. Την ίδια ώρα, δεν μπορούσε να αποχωριστεί τον υπόκοσμο, όπου πάντα ένιωθε πιο άνετα. Μέσα από διάφορες ‘κομπίνες’ είχε καταφέρει να μαζέψει αρκετά χρήματα.

Σύντομα επέστρεψε στη φυλακή, ανήμερα της πρότασης γάμου που είχε κάνει στην τότε αρραβωνιαστικιά του.

Είχε κλέψει ένα αυτοκίνητο, για να πάει τη Chantal σε ένα καζίνο. Εκεί έχασε πολλά λεφτά και στο γυρισμό οδηγούσε σαν μανιακός, έως ότου εκείνη αποδεχθεί την πρόταση γάμου. Λίγα λεπτά αργότερα, τον σταμάτησε ένα περιπολικό και τον συνέλαβε. Επέστρεψε για οκτώ μήνες στο Poissy. Ο d’ Escogne ζήτησε τη ψυχιατρική εκτίμηση του φίλου του, μέσω επιστολής που είχε στείλει στο δικαστή. Είχε τονίσει σε αυτή πως “εκμεταλλεύεται στο εκατό τοις εκατό τις αδυναμίες των γύρω του. Έχει ελάχιστη συνείδηση και μπορεί να είναι ευγενικός, αλλά και ραδιούργος. Παρορμητικός και επιθετικός”.

Όταν ήταν πια ξανά ελεύθερος άνθρωπος, παντρεύτηκε τη Chantal που κυοφορούσε το παιδί τους, λίγους μήνες αργότερα. Τότε (1970) ήταν που ο Charles αποφάσισε να αφήσει την Ευρώπη για την Ανατολή, καθώς είχε στενέψει ο κλοιός και ήταν θέμα χρόνου να συλληφθεί ως υπεύθυνος σειράς ληστειών σε εύπορα σπίτια. Ζήτησε από τον d’ Escogne να του δανείσει το αυτοκίνητο του, για δυο μέρες. Φόρτωσε σε αυτό ό,τι πολύτιμο είχε, πήρε τη Chantal και εξαφανίστηκαν προς την ανατολική Ευρώπη.

Εμφάνιζαν πλαστά έγγραφα, λήστευαν όσους πίστευαν πως θέλουν να γίνουν φίλοι και όταν έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη, στο Παρίσι το ζευγάρι ήταν καταζητούμενο από την αστυνομία. Η Chantal γέννησε στη Βομβάη την Usha. Ο Charles είχε ήδη εθιστεί στον τζόγο, όπου ‘πήγαν’ τα περισσότερα λεφτά του. Εκεί πήγαν και τα κοσμήματα που συνήθιζε να δωρίζει στη Chantal, για να την καλμάρει που την άφηνε συνέχεια μόνη.

Για να ‘ρεφάρει’ συμφώνησε να μετάσχει σε ένοπλη ληστεία -σε κοσμηματοπωλείο- που έγινε το 1973 καθ υπόδειξη ενός Γάλλου που του είχαν συστήσει. Κατάφερε να αποδράσει (παραπονέθηκε για έλκος στομάχου, υποβλήθηκε σε αχρείαστη επέμβαση και δραπέτευσε από το νοσοκομείο με τη βοήθεια της Chantal), αλλά συνελήφθη να οδηγεί κλεμμένο αυτοκίνητο, έπειτα από τηλεφώνημα ανθρώπου που έκρινε πως η εικόνα του ταίριαζε με την περιγραφή του καταζητούμενου ληστή του κοσμηματοπωλείου.

Δανείστηκε χρήματα για την εγγύηση της αποφυλάκισης από τον πατέρα του και μετά διέφυγε στην Καμπούλ. Εκεί έκλεβε hippies και ‘έτρεχε’ διάφορες απάτες εις βάρος τουριστών. Βρέθηκε και πάλι στη φυλακή, γιατί δεν είχε πληρώσει το ξενοδοχείο όπου διέμενε για δυο μήνες. Απέδρασε ξανά, αφού βρήκε τρόπο να εξασφαλίσει μια σύριγγα, τη χρησιμοποίησε για να ‘βγάλει’ λίγο από το αίμα του, το οποίο ήπιε ώστε να πείσει πως έχει έλκος. Στο νοσοκομείο νάρκωσε τον φρουρό του και εξαφανίστηκε. Αυτήν τη φορά ο προορισμός του ήταν το Ιράν. Η Chantal πήρε την κόρη τους και επέστρεψαν στη Γαλλία. Ορκίστηκε να μην τον ξαναδεί ποτέ.

Είχε εξασφαλίσει τουλάχιστον 10 διαφορετικά διαβατήρια. Κάποια τα είχε αγοράσει. Άλλα τα είχε κλέψει. Κανένα δεν είχε το όνομα του. Το 1972 και το 1973 ταξίδεψε σε Καράτσι, Πακιστάν, Ρώμη, Τεχεράνη, Καμπούλ, Γιουγκοσλαβία, Βουλγαρία και Κοπεγχάγη.

Η επανασύνδεση με τον ‘ηλίθιο’ αδελφό του και η σύλληψη στην Αθήνα

Στην Κωνσταντινούπολη συνάντησε έπειτα από χρόνια, τον νεαρότερο -ετεροθαλή- αδελφό του, Αndre. Μια στάση εδώ: όταν ήταν ο Charles 10 χρόνων είχε πει στη μητέρα του πως “πάντα βρίσκω κάποιον ηλίθιο να κάνει ό,τι θέλω”. Είχε προηγηθεί κλοπή που είχε διαπράξει ο ετεροθαλής αδελφός του, μ με τη μητέρα τους να κατηγορεί τον Charles ως ιθύνοντα νόα.

Ο Tahar Rahim υποδύεται τον Charles Sobhraj και η Jenna Coleman την Marie-Andrée Leclerc στην πολύ πετυχημένη σειρά του Netflix. Netflix

Στην επανασύνδεση τους, ο Andre ορκίστηκε να υπακούει τον Charles, o οποίος είχε δηλώσει πως δεν θα επέστρεφε ποτέ στη Γαλλία, αφού ήταν καταζητούμενος σε αυτήν τη χώρα. Πρότεινε έτσι, άλλους προορισμούς στον αδελφό του. Συγκεκριμένα, χώρες της Ασίας όπου -όπως του είχε πει- δεν θα ξεχώριζαν εμφανισιακά, ενώ η αστυνομία ήταν πιο ‘διαχειρίσιμη’. Ο Andre ήθελε να γυρίσουν στην Ευρώπη. Τελικά, έκαναν ό,τι είπε ο πρεσβύτερος. Μετά κάποιες ληστείες στην Τουρκία, ταξίδεψαν στην Ελλάδα όπου συνέχισαν τη δράση τους. Συνελήφθησαν για ληστεία κοσμημάτων. Ο Charles έλπισε πως η γείτονα δεν θα έδινε πληροφορίες για τα αδέλφια στην Ελλάδα -δεδομένης της ιστορικής σχέσης των χωρών. Δεν επιβεβαιώθηκε.

Είχε εξηγήσει στον Andre πως για το καλό και των δυο, θα ήταν χρήσιμο να πάρει ο ένας την ταυτότητα του άλλου. Το καλό ήταν μόνο δικό του, αφού ο Charles καταζητούνταν σε πολλά έθνη. Τα αδέλφια κατέληξαν στις φυλακές του Κορυδαλού και μετά της Αίγινας, με την ποινή τους να είναι 18 μήνες κάθειρξης. Για τρίτη φορά ο πρωταγωνιστής μας προσποιήθηκε τον ασθενή, απέδρασε από το περιπολικό που τον πήγαινε από τη φυλακή στο νοσοκομείο και εξαφανίστηκε. Τράβηξε προς ανατολικά.

Ο Andre αποκάλυψε ποιος ήταν πραγματικά (ότι δεν ήταν ο Charles), με τις ελληνικές αρχές να τον παραδίδουν στις τουρκικές όπου δικάστηκε και φυλακίστηκε για ενάμιση χρόνο -σε καταναγκαστικά έργα. Σε αυτό το διάστημα ο Charles δρούσε στην Ινδία, το Κασμίρ και το Ιράν. Ακολούθησε την πεπατημένη: έβρισκε γαλλόφωνους ή αγγλόφωνους τουρίστες, συνήθως ζευγάρια τους έκανε φίλους και μετά τους πρότεινε να τον βοηθήσουν στη μεταφορά κοσμημάτων -με το αζημίωτο. Αν δεν δέχονταν, έκλεβε τα τραπεζογραμμάτια, τα διαβατήρια και τα ταξιδιωτικά τους εισιτήρια.

Δεν δρούσε μόνος, αλλά με την -γραμματέα ιατρείου στο Quebec- Marie-Andrée Leclerc. Είχαν γνωριστεί στην Ταϊλάνδη το 1975. Έκανε ό,τι ήξερε για να τη ‘μάγεψει’ και να μπορεί να τη χειραγωγεί μέχρι το μεδούλι. Τη συνέχεια μπορείτε να τη δείτε στο Netflix. Εν περιλήψει να πούμε πως ο Sobhraj και πάλι προσπάθησε να ‘φτιάξει’ μια δική του οικογένεια -με την πλέον διεστραμμένη έννοια του όρου-, εν τούτοις έγινε ο ‘Bikini Killer’, καθώς όσοι δεν συμφωνούσαν με το πλάνο δολοφονούνταν.

Συνήθως τα θύματα του -τουρίστες που πήγαιναν στην Ινδία για πνευματικό ταξίδι ή ναρκωτικά- εντοπίζονταν, φορώντας μπικίνι. Το 1976 συνελήφθη μαζί με τη Leclerc. Αμφότεροι καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη -ως ένοχοι για ένα φόνο και με τα στοιχεία να δείχνουν πως ευθύνονταν για άλλους 11, που αργότερα έγιναν 19. Δέκα χρόνια μετά ο Sobhraj απέδρασε, γνωρίζοντας πως έχει ζητήσει την έκδοση του η Ταϊλάνδη και όντας βέβαιος ότι εκεί θα καταδικαζόταν εις θάνατον. H Lelcerc αφέθηκε ελεύθερη το 1983, όταν διαγνώστηκε με καρκίνο στις ωοθήκες, στο τελευταίο στάδιο και της επετράπη να επιστρέψει στον Καναδά. Πέθανε στις 20/4 του 1984. Ήταν 38 χρόνων.

Η επιστροφή στο Παρίσι για εκατομμύρια λόγους

O Sobhraj συνελήφθη εκ νέου στην Ινδία όπου δωροδόκησε τους πάντες για να απολαύσει στη φυλακή διαμονή, αντίστοιχη αυτής σε πεντάστερο ξενοδοχείο. Μεταξύ των δώρων που έκανε σε όσους τον εξυπηρετούσαν, ήταν ναρκωτικές ουσίες. Έμεινε στη φυλακή έως το 1997, όταν αποφάσισε να επιστρέψει στο Παρίσι. Είχε ήδη υπογράψει συμβόλαιο παραχώρησης των δικαιωμάτων της ζωής του -ώστε να γίνει ταινία- για 15.000.000 δολάρια. Ο λόγος που επέλεξε να πάει στην ‘Πόλη του Φωτός’ ήταν γιατί εκεί μπορούσε να ‘χρεώσει’ κάθε συνέντευξη που έδινε, για 5.000 δολάρια. Είχε προσλάβει και ατζέντη που δεν δεχόταν την όποια πρόταση για ραντεβού, αν οι ενδιαφερόμενοι δεν ανέφεραν πρώτα τα χρήματα που ήταν διατεθειμένοι να δώσουν.

Το 2003 επέστρεψε στο Νεπάλ, όπου συνελήφθη για τη δολοφονία Αμερικανίδας τουρίστριας το 1975. Αμέσως άνοιξαν όλες οι ‘παγωμένες’ υποθέσεις που τον αφορούσαν. Το 2004 καταδικάστηκε σε ισόβια. Το 2014 καταδικάστηκε και για τη δολοφονία κοπέλας από τον Καναδά, το 1975. Παραμένει φυλακισμένος στο Νεπάλ. Το κελί του πάλι, θύμιζε δωμάτιο ξενοδοχείου.

Πώς ο Sobhraj άλλαξε την ‘κοσμοθεωρία’ των ψυχιάτρων

Έχει διαγνωστεί με διαταραχή αντικοινωνικής προσωπικότητας που είναι μορφή ψυχοπάθειας. Το 2008 αρραβωνιάστηκε τη Nihita Biswas, κόρη του δικηγόρου του και μεταφράστρια του. Εκείνος ήταν 64 χρόνων. Εκείνη 20. Ειρήσθω εν παρόδω, η κόρη του εγκληματία ήταν 37. Δεν άργησαν να παντρευτούν, με την Biswas να φτάνει έως τον Nicolas Sarkozy για να του ζητήσει να βοηθήσει τον ‘αθώο’ σύζυγο της. Ακολούθως, μετείχε στην εθνική έκδοση του Big Brother. Όταν ο άνδρας της υποβλήθηκε το 2017 σε επέμβαση στην καρδιά, του έδωσε το αίμα της.

Aν σκότωσα ποτέ κάποιον ή διέταξα τη δολοφονία κάποιου, ήταν για καθαρά επιχειρηματικούς λόγους. Μια δουλειά. Σαν και αυτή του στρατηγού του στρατού.

Ο Robert Hare, καθηγητής του University of British Columbia, που πέρασε όλη του τη ζωή να μελετά τους ψυχοπαθείς (με έρευνα, συνεντεύξεις και πειράματα σε περιβόητους εγκληματίες) κατέληξε στο ότι “υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες ψυχοπαθείς που ζουν, εργάζονται και κυνηγούν τα ‘θηράματα’ τους ανάμεσα μας. Μπορεί να είναι το αφεντικό σας, ο σύντροφος σας ή η μητέρα σας. Όσοι δημιουργούν μονοπάτια καταστροφής και πόνου, χωρίς να έχουν την παραμικρή τύψη ή μετάνοια. Χωρίς να επηρεάζεται η συνείδηση τους. Και κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να γίνει για να ‘διορθωθεί’ αυτό”.

Ο Sobhraj σκότωνε για οικονομικό και προσωπικό κέρδος. Γιατί ήθελε τα διαβατήρια των θυμάτων του, που διευκόλυναν τη διακίνηση πολύτιμων λίθων και ναρκωτικών. Δεν τον όριζε κάποια σεξουαλική επιθυμία και δεν ένιωθε την παραμικρή ικανοποίηση από τους φόνους του. Τα θύματα του τύχαινε να βρίσκονται στο δρόμο του και είχαν κάτι που ήθελε.

Όπως είχε πει ο ίδιος σε δημοσιογράφο “αν σκότωσα ποτέ κάποιον ή διέταξα τη δολοφονία κάποιου, ήταν για καθαρά επιχειρηματικούς λόγους. Μια δουλειά. Σαν και αυτή του στρατηγού του στρατού”.

Ο Hare εξήγησε πως για ψυχοπαθείς σαν τον Sobhraj, οι οποίοι είναι ανίκανοι να νιώσουν μεταμέλεια το ‘θέλω να σε σκοτώσω’ έχει την ίδια συναισθηματική δύναμη με το ‘θέλω να σε φιλήσω’. Δεν έχουν ιδέα περί φόβου και ως εκ τούτου δεν αντιλαμβάνονται την απειλή της τιμωρίας (είναι ως μη υπάρχουσα). Στη διάγνωση του υπήρχε η υποκατηγορία συμπεριφοράς, την οποία οι αναλυτές ονομάζουν ‘ο μάστερ μαριονέτας’. Αυτοί χειραγωγούν κάποιον για να φτάσουν σε κάποιον άλλον. Η δύναμη τους είναι μεγαλύτερη, γιατί είναι κρυμμένη. Αν εμφανιστεί στο διάβα τους κάποιος καλύτερος, παρατούν στη στιγμή αυτόν που ελέγχουν ήδη και προχωρούν σε εκείνον.

Ψυχοπαθείς σαν τον Sobhraj μαθαίνουν να λένε μόνο ό,τι θέλει να ακούσει η κοινωνία. Μπορούν να επαναλάβουν αναρίθμητες φορές το ‘μετανιώνω’ χωρίς ποτέ να το εννοούν” καταλήγουν οι επιστήμονες.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα