Στη Rebound, εκεί που πήγαινες να "εξαφανιστείς" ενώ σε βλέπουν
ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ
ΘΡΥΛΙΚΗ "ΝΤΙΣΚΟΤΕΚ"

Στη Rebound, εκεί που πήγαινες να "εξαφανιστείς" ενώ σε βλέπουν

Αποχαιρετισμός στο ιστορικό υπόγειο της πλατείας Αμερικής.

Μέχρι τις 2 πήγαιναν λίγοι, σίγουρα εκείνοι που ήθελαν να ακούσουν το πρόγραμμα πριν γίνει γκοθ «λαϊκό». Μετά τις 4 όλο και περισσότερα «πλάσματα της νύχτας», παραδομένα όχι στα δάκρυα των Tuxedomoon αλλά στην αιώνια αναζήτησή του «άφτερ»: DJs που είχαν τραβήξει την πρίζα κάπου αλλού στην Αθήνα, παιδιά του σέρβις έχοντας μετρήσει και το τελευταίο tip, αγόρια και κορίτσια αρκετά γκαζωμένα για να μαζευτούν σπίτι.

Στο ενδιάμεσο οι πολλοί.

Η Rebound ήταν πάντα πιο γλυκιά μετά από κάποια ιεροτελεστία, αν δεν ήσουν ο regular του κάθε Σαββατόβραδου. Ιδανικά μια συναυλία πριν, μερικά ποτά στο κέντρο, ταξί «μας αφήνετε πλατεία Αμερικής» και μετά κατέβασμα της σκάλας την ώρα που ακούγονταν Chameleons (μακάρι), Clan of Xymox (σπανιότερα) ή Sisters of Mercy (όχι πάλι). Στη συνέχεια, κάθε μα κάθε φορά η ίδια στιχομυθία, «μα, είσαι καλά, πήρες ποτό; μόνο μπίρα εδώ». (Για κάποιον περίεργο λόγο, οι Αθηναίοι όταν κάνουν την αποτίμηση της βραδιάς τους με το ντεπόν του επόμενου μεσημεριού, στέκονται δυσανάλογα στην ποιότητα των ποτών κι όχι στο ότι πριν λίγες ώρες κατέβασαν ένα τάνκερ.)

Μια βόλτα γύρω γύρω, προς Θεού κι eye liner, όχι διασχίζοντας την πίστα - η Rebound φυσικά άλλαξε πολύ από το 1986 και μετά, μερικοί κανόνες της ευτυχώς επιβίωσαν χαλαρωμένοι. Μια ματιά πάνω αριστερά στον κρυμμένο DJ να παλεύει με το reverb των 80s και τα κατεστραμμένα ηχεία. Μια μπίρα ακόμα («μα καλά, εσύ δεν πήρες ποτό πριν;»). Ένα τελευταίο διερευνητικό τσεκ, από την κολώνα της εισόδου. Λίγος συνωστισμός στον στενό διάδρομο προς τη μόνιμα πλημμυρισμένη τουαλέτα, εκεί που (όπως σε όλα τα κλαμπ -συγγνώμη «ντισκοτέκ»- που σέβονται τον εαυτό τους) έχουν ξεκινήσει φασώματα και παρεξηγήσεις, έχουν δωθεί υποσχέσεις για το υπόλοιπο της νύχτας αλλά και γενναία άκυρα.

Στο κέντρο χορεύουν.

Στη Rebound, εκεί που πήγαινες να
ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ
Στη Rebound, εκεί που πήγαινες να
ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ

Ατομικά, κατά βάση. «Σπέρνουν», «οργώνουν», «κάνουν μαλλιά», συμμετέχουν σε έναν άτυπο διαγωνισμό για τη μεγαλύτερη πλατφόρμα ή το πιο σάπιο μήλο που μπορεί να δώσει χρώμα σε ένα κραγιόν. Οι νεόκοποι θαμώνες είναι μετρημένοι απέναντι στους βετεράνους που κοιτάνε αυστηρά και ίσως δεν τους αρέσει και πολύ που στη μέση της πίστας ξερνάνε τα σωθικά τους τραγουδώντας αυτήν τη live εκτέλεση του “The Mercey Seat” από Nick Cave and the Bad Seeds. Δεν έχει πολλή σημασία, θα μπλεχθούν όλοι μαζί όταν παίξουν οι «Σκιές» των Metro Decay και η Rebound θα μπει σε φουλ οπερατικό mode.

Υπάρχουν εκείνοι που ψήνονται περισσότερο για τα ηλεκτρονικά, από Front 242 και Cabaret Voltaire στην αναβίωση του minimal synth με “Devil’s Dancers”, υπάρχουν και οι παραδοσιακοί γότθοι που αναγγέλουν θεατρικά την άφιξή τους πίστα για τα 3’30” κάτι πατροπαράδοτου όπως το “Kick in the Eye” ή το “Love Like Blood”, υπάρχουν και οι σκληροί πιουρίστες που περιμένουν να μπουν οι Death in June για να εξηγήσουν στους «βασικούς» πώς γίνεται. Υπάρχεις κι εσύ που, χωρίς να το καταλάβεις, έχεις βρεθεί να κάνεις τον περιστρεφόμενο δερβίση ακούγοντας -ποιος ξέρει μετά από πόσα χρόνια - το “Charlotte Sometimes” των Cure (…που για κάποιον ύποπτο λόγο την επόμενη μέρα το θυμάσαι πιο γρήγορο απ’ ότι είναι στην πραγματικότητα).

Στη Rebound, εκεί που πήγαινες να
ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ
Στη Rebound, εκεί που πήγαινες να
ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ
Στη Rebound, εκεί που πήγαινες να
ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ

«Το μουσικό μας σπίτι», «εκεί που έχασα μέρος του ηχητικού μου φάσματος», «τα καλύτερα μας χρόνια», «καλύτερα… η Rebound τελείωσε το…[αυθαίρετη χρονολογία, μάλλον όταν σταμάτησε να βγαίνει ο author]», «τα τελευταία χρόνια είχε γεμίσει με χιψτεροτουρίστες», «ok boomer, τα τελευταία χρόνια η Rebound ήταν καλύτερη και πιοο ακομπλεξάριστη από ποτέ». Κι όλοι μαζί “no tears for the creatures of the night” - Τα τελευταία 24ωρα, σχετικά γκρουπ και σελίδες αλλά και οι πιο «σκοτεινές» γωνιές των σόσιαλ που μιλάνε ελληνικά έχουν γεμίσει με λυρικούς αποχαιρετισμούς, τραγούδια και playlists, πολλές πολλές φωτογραφίες (Τελικά, απ’ ότι φαίνεται, μόνο εγώ νόμιζα ότι υπήρχε μια σιωπηρή συμφωνία για no photo policy.) Κι αρκετό παραδοσιακό debate σχετικά με το ποιος δικαιούται να θρηνεί περισσότερο, ποιος δικαιούται να κρατήσει το άλμπουμ με τις αναμνήσεις.

Ευτυχώς.

Γιατί, αν ένα μέρος διατηρούσε ακόμα αυτήν την εφηβική αφέλεια, αυτό το φλογερό πάθος του «είσαι/ντύνεσαι/συμπεριφέρεσαι αυτό που ακούς» ήταν η Rebound. Κι αυτό, νομίζω, ότι είναι και το μυστικό που την κράτησε επίκαιρη 30+ χρόνια, ανανεώνοντας διαρκώς τα κύτταρά της. Ξεκίνησε ως ένα μέρος που πήγαιναν τα «φρικιά» (κι όπως θέλει ο αστικός μύθος και «σκινάδες» γυρεύοντας φασαρίες), καθιερώθηκε στην εποχή που είχε νόημα η φράση «μουσικές φυλές της πόλης», επέστρεψε σταδιακά την τελευταία 15ετία όταν όντως ανακαλύφθηκε από τους τουρίστες του hip.

Σε μια εποχή που, και λόγω της Κρίσης, έλειψαν οι μεγάλες αφηγήσεις από την αθηναϊκή νύχτα. Κι όλοι αναζήτησαν στην «υπόγα» κάτι true - κάτι που είναι ειρωνικό κι ενδιαφέρον ταυτόχρονα, αν σκεφτεί κανείς ότι η Rebound ήταν η «φυσική έδρα» μιας σκηνής που αποθεώνει την επιτήδευση. Βαριεστημένοι από την μουσική ομοιομορφία, τους mixologists με τα τσιγκελωτά μουστάκια και τη γενικότερη νυχτερινή ανηδονία, κλάμπερς, indie kids ή απλά περίεργοι έσπευσαν σε ένα μέρος που μπορούσαν να το «ζήσουν». Να εξαφανιστούν σε κοινή θέα. Και συνήθως τα κατάφερναν.

Στη Rebound, εκεί που πήγαινες να
ΠΗΝΕΛΟΠΗ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ


Είναι αφόρητα κλισέ και μελοδραματικό, αλλά είναι κι αφόρητα αληθινό ότι κάθε φορά που κλείνει ένα νυχτερινό ίδρυμα, πεθαίνει κι ένα μικρό κομμάτι από τη νιότη μας. Ας το προσπεράσουμε κι ας διαλέξουμε την αμέσως επόμενη κοινοτοπία από τη λίστα. Μπορούμε να θεωρήσουμε και τη Rebound έμμεση απώλεια της πανδημίας, αλλά τουλάχιστον «θα μας μείνει η μουσική». Κι εδώ έχει άφθονη από αυτή που δοξάστηκε στο νούμερο 43 της οδού Μηθύμνης.

Cue “The Last Song” από Trisomie 21

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Λα γκρεκα Μπελετσα, Έξοδος