Ο Χρήστος Λούλης στον ρόλο του Θείου Βάνια και η Ηρώ Μπέζου στον ρόλο της Σόνια Γκέλυ Καλαμπάκα

ΣΤΗΝ ΠΡΟΒΑ ΤΟΥ “ΘΕΙΟΥ ΒΑΝΙΑ”: ΜΗΠΩΣ ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΤΣΕΧΩΦ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟΣΟ ΒΑΡΕΤΟΙ ΟΣΟ ΠΙΣΤΕΥΟΥΜΕ;

Είδαμε την πρόβα του πολυαναμενόμενου "Θείου Βάνια" του Δημήτρη Καραντζά και μιλήσαμε με τους συντελεστές της παράστασης.

Μπαίνοντας στο θέατρο Προσκήνιο, βρέθηκα μπροστά σε μία μεγάλη έκπληξη. Ένα τραπέζι, ένα τεράστιο τραπέζι είχε καταλάβει σχεδόν ολοκληρωτικά τη σκηνή. Οι καρέκλες ίσα που χωρούσαν στο κενό ανάμεσα στο τραπέζι και τον τοίχο. Η πρόβα είχε ήδη ξεκινήσει από ώρα. Η Σόνια- Ηρώ Μπέζου και η Έλενα – Θεοδώρα Τζήμου μιλούν έντονα για τον έρωτα της πρώτης με τον γιατρό έχοντας ανέβει πάνω του. Tην ίδια στιγμή ο Σερεμπριακώφ- Μανώλης Μαυροματάκης και η Μαρίνα- Μαρία Φιλίνη γυρίζουν γύρω από το τραπέζι και τακτοποιούν.

Ο Δημήτρης Καραντζας μ’ ένα τσιγάρο στο στόμα κρατά ακατάπαυστα σημειώσεις στο κείμενο που έχει μπροστά του. Όταν τελειώνει η σκηνή, δίνει οδηγίες κατά μόνας στις δύο ηθοποιούς. Μιλάει αρκετή ώρα μαζί τους. Την ίδια στιγμή ο Δημήτρης Καμαρωτός κάνει δοκιμές στο ηχοτοπίο που περιβάλλει την παράσταση. Κατεβαίνει στη σκηνή, δοκιμάζει τα σημεία από τα οποία βγαίνει ο ήχος.

Η Μαρία Φιλίνη σιγυρίζει το τεράστιο τραπέζι της παράστασης Γκέλυ Καλαμπάκα

Αμέσως μετά προβάρουν όλοι μαζί ένα άλλο χαρακτηριστικό απόσπασμα του έργου. Στη μία άκρη του τραπεζιού κάθονται όλοι οι ήρωες και στην άλλη μόνος του ο Σερεμπριακώφ- Μανώλης Μαυροματάκης. Όλοι απέναντι στο αντικείμενο θαυμασμού τους. Κάθονται ασφυκτικά κοντά ο ένας απέναντι στον άλλον. Μόνο η Σόνια κάθεται όρθια στην άκρη της σκηνής. Ο Σερεμπριακώφ τούς αναφέρει τα σχέδιά του για το κτήμα, δε διστάζει να τους προτείνει ακόμη και την πώλησή του. Είναι η στιγμή που ο Θείος Βάνιας (Χρήστος Λούλης) αναφωνεί το “Πάει η ζωή μου χάθηκε” και προσπαθεί να ορθώσει για πρώτη φορά το ανάστημά του απέναντι στην αυθεντία. Δίπλα του η μητέρα του Μαρία Βασίλιεβνα (Ξένια Καλογεροπούλου) κοιτάζει τον καθηγητή στα μάτια και γελά δυνατά σε κάθε του “χαριτωμενιά”.

Ο Δημήτρης Καραντζάς ελέγχει τα πάντα. Διορθώνει τον τόνο της φωνής τους, το βλέμμα τους, τη στάση του σώματός τους. Τους βυθίζει μέσα στη δική του οπτική διαρκώς…

Όλες οι ερωτήσεις που είχα προετοιμάσει μου φάνηκαν άτοπες μπροστά στο τεράστιο αυτό τραπέζι που δέσποζε. Ένιωθα πως η συζήτησή μας έπρεπε να κινηθεί προς αλλού και να πάρει άλλες διαστάσεις. Στο διάλειμμα ανεβαίνω κι εγώ πάνω στη σκηνή και καθόμαστε γύρω από το τραπέζι. Και εκεί ξεκινά μία συζήτηση και κάπως μαγικά, σχεδόν στον αυτόματο, ο ένας συμπληρώνει τον άλλο, προσθέτει, αλλάζει θέμα. Ό,τι ακριβώς δηλαδή γίνεται σε αυτά τα μεγάλα τραπέζια, όταν υπάρχει ωραίο φαγητό, κρασί και πάνω απ΄όλα καλή διάθεση. Ένας τέλειος διάλογος λοιπόν, γύρω από το τραπέζι του Θείου Βάνια.

Ο Χρήστος Λούλης, η Μαρία Φιλίνη και ο Αντώνης Αντωνόπουλος Γκέλυ Καλαμπάκα

Γιατί ο Θείος Βάνιας

Ο Δημήτρης Καραντζάς εξηγεί για ποιον λόγο αποφάσισε φέτος να ανεβάσει τον Θείο Βάνια λέγοντας πως : “δεν είπα μέσα μου πως σήμερα αυτό που χρειάζεται το θέατρο είναι ο Θείος Βάνιας. Εγώ χρειάζομαι το έργο αυτό, είναι ένα έργο που με απασχολεί πολύ, που είχα εμμονή μαζί του από το σχολείο ακόμη. Είναι νομίζω το πιο καλογραμμένο του Τσέχωφ, θεωρώ πως η τρίτη πράξη είναι το μεγαλύτερο αριστούργημα που έχει γραφτεί ποτέ.

Κάπως μοιάζει σαν να έχει περάσει ή θα περάσει η ανθρωπότητα από πάνω του, ένα σύστημα ανθρώπων που είναι τελματωμένοι μπροστά σε κάτι που φαντάζει ιδανικό…

Σήμερα, λοιπόν, με τον Θείο Βάνια, γι΄αυτό το τεράστιο τραπέζι που υπάρχει σαν συνθήκη παράστασης και που στην ουσία είναι ένα τραπέζι που μετά βίας χωράνε οι άνθρωποι, πιο πολύ το ίδιο το τραπέζι χωράει στη σκηνή. Κάπως μοιάζει σαν να έχει περάσει ή θα περάσει η ανθρωπότητα από πάνω του, ένα σύστημα ανθρώπων που είναι τελματωμένοι μπροστά σε κάτι που φαντάζει ιδανικό…

Είναι ένα τραπέζι που έχει στην αρχή τα πάντα. Είναι ένας παράδεισος αφθονίας και ουτοπίας, στον οποίο όμως οι άνθρωποι κατά κάποιον τρόπο δεν μπορούν να υπάρξουν. Είναι μαγκωμένοι μπροστά σε όλες τις πιθανότητες της ζωής. Και ενώ όλα στη ζωή τους είναι στενά, ακόμη και οι θέσεις στις οποίες βρίσκονται, όλα είναι εκεί. Αφθονία και καταπίεση την ίδια στιγμή. Όλα όσα σέρνουν μαζί τους αενάως, όλο αυτό καταλήγει να γίνει τελικά ένα εφιαλτικό τοπίο στο οποίο αντί να ανθίσει η ομορφιά, επικρατεί η καταστροφή και η ασχήμια.

Η Ξένια Καλογεροπούλου, η Ηρώ Μπέζου και ο Χρήστος Λούλης Γκέλυ Καλαμπάκα


Οι ήρωες προσπαθούν να βρουν την ομορφιά σε κάτι που έχουν οι ίδοι διαστρεβλώσει και καταστρέψει από την υπερβολική τους επιθυμία. Είναι ένα τοπίο επιθυμιών όπου οι επιθυμίες του ενός με τον άλλου αλληλοσυγκρούονται μέχρι όλοι να βρεθούν διαψευσμένοι.

Και αυτό το τέλμα και η πιθανότητα μέσα στο τέλμα να έχει μία ελπίδα για τη ζωή, νομίζω είναι απόλυτα το σήμερα. Γιατί εγώ όπως νιώθω το σήμερα είμαι σε ένα αδιανόητο τέλμα, αλλά ακόμη δε θέλω να αυτοκτονήσω, οπότε προσπαθώ…”

Ένα τοπίο επιθυμιών όπου οι επιθυμίες του ενός με τον άλλου αλληλοσυγκρούονται μέχρι όλοι να βρεθούν διαψευσμένοι.

Ο Φιντέλ Ταλαμπούκας παίρνει τον λόγο λέγοντας “ξεκινά στην αρχή σαν μια αίθουσα πρωινού με έναν τρόπο απόλυτα τυπικό. Ένα σύστημα κινήσεων, πράξεων και ακρίβειας για να περάσει η ζωή, η καθημερινότητα. Προτείνουν αυτό για να αντέξουν. Πως θα τρώνε, θα πίνουν και θα συζητούν έως τέλους. Αλλά μέσα σε αυτό γεννιούνται και άλλες πιθανότητες και άλλες ψευδαισθήσεις γιατί έχει να κάνει πολύ το έργο με αυτές. Βουτούν στις ψευδαισθήσεις τους μέχρι εσχάτων…”

Το τραπέζι σαν σύμβολο…

Η Ξένια Καλογεροπούλου κάθεται στα αριστερά μου και ακούει με τρομερή προσοχή τη συζήτηση. Είναι η μαμά του Θείου Βάνια, “μία στριμμένη γριά που νομίζει πως είναι έξυπνη. Όλο κατσαδιάζω τον γιο μου και ανακατεύομαι” αστειεύεται. Γι΄αυτήν το τραπέζι αυτό συμβολίζει την οικογένεια, αλλά μία οικογένεια με δυσκολίες. Γιατί γύρω από το τραπέζι αυτό εμφανίζονται όλα τα προβλήματα που έχουν όλοι μέσα και έξω τους.

“Είναι τόσο ωραίο έργο αυτό, το έπαιζα και στην σχολή. Είναι από τα πιο ωραία έργα που υπάρχουν. Είναι και ο θίασος καταπληκτικός και τους καμαρώνω όλους. Τους κοιτάζω, όχι ότι βλέπω, αλλά με τον τρόπο μου” συμπληρώνει.

Ο Δημήτρης Καραντζάς συμπληρώνει “η Ξένια, δηλαδή η Μαρία Βασίλιεβνα, έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στο έργο γιατί αυτή έχει βάλει το μικρόβιο του καθηγητή σε όλους. Την υπακοή και την υποταγή σε αυτόν σαν να είναι το ανώτερο πνευματικό ον. Κάτι που για μένα συνιστά μία από τις μεγαλύτερες διαψεύσεις του έργου. Αυτή η πίστη που έχουν σε αυτόν. Όπως και η οποιαδήποτε πίστη».

Η Σόνια της παράστασης, η Ηρώ Μπέζου, γυρνά τη συζήτηση και πάλι στο τραπέζι και τον συμβολισμό του. “Δουλεύουμε πάνω σε αυτή την αίσθηση που έχουμε πάρει από τον Δημήτρη. Ενώ, δηλαδή, το τραπέζι αποτελεί ένα όριο και φαίνεται πως είναι κάτι τεράστιο και πως οι δυνατότητες είναι μεγάλες, στην πραγματικότητα είναι μόνο αυτό. Το πού νομίζεις πως μπορείς να κινηθείς, το ποια νομίζεις πως είναι η ζωη σου, τα δεδομένα που έχεις στο μυαλό σου, τα στεγανά. Η ιδέα και μόνο πως αυτό το πράγμα μπορεί να πάρει άλλες διαστάσεις, είναι και αυτό που στην παράσταση όλοι προσπαθούμε να πλησιάσουμε σαν στιγμή των ηρώων. Οι ήρωες νομίζουν πως το τραπέζι είναι αρκετό γιατί είναι πλούσιο, ωραίο και μεγάλο, αλλά είναι μόνο αυτό. Και όταν μετά κάτι ανοίγει, ο άνθρωπος είναι απροπόνητος να διαχειριστεί το κενό”.

Οι ήρωες νομίζουν πως το τραπέζι είναι αρκετό γιατί είναι πλούσιο, ωραίο και μεγάλο, αλλά είναι μόνο αυτό. Και όταν κάτι ανοίγει, ο άνθρωπος είναι απροπόνητος να διαχειριστεί το κενό”.

Ο Χρήστος Λούλης ενσαρκώνει τον Θείο Βάνια. Το τραπέζι τού θυμίζει μία οικογένεια, ένα ξενοδοχείο όπου τρώνε κάτι εναλλακτικά πρωινά όλοι μαζί ή ένα μοναστήρι όπου κάθονται όλοι. “Όταν το βλέπω στρωμένο με όλα τα φαγητά πάνω του τοποθετημένα σε τάξη, μου θυμίζει έναν κήπο. Σαν την προσπάθεια του ανθρώπου να οριοθετήσει, να καλλωπίσει και να βάλει σε τάξη τη φύση. Αυτός, όμως, είναι ένας αγώνας χωρίς τέλος. Γιατί πάντα θα χωθεί ένα ζιζάνιο ή θα χυθεί λίγο τσάι. Όπως στον παράδεισο, όπου πάντα θα υπάρχει και κάτι που απαγορεύεται. Και λες, γιατί μου τα δίνεις όλα και μου απαγορεύεις αυτό το ένα; Θέλω αυτό που απαγορεύεται. Και όλοι θέλουν αυτό που δεν μπορούν και στο τέλος, όσο μεγάλο και αν είναι, όσα πολλά και να χωράει, όπως λέει η Ηρώ, τόσο πιο πνιγηρό γίνεται είναι, παρά σε ελευθερώνει. Είναι σαν να σου θυμίζει πως όσο μεγάλο κι αν είναι το τραπέζι, η ζωή είναι πιο μικρή”.

"Όσο μεγάλο κι αν είναι το τραπέζι, η ζωή είναι πιο μικρή" λέει ο Χρήστος Λούλης Γκέλυ Καλαμπάκα


Ο απαγορευμένος καρπός…

Ο Μανώλης Μαυροματάκης που υποδύεται τον Σερεμπριακώφ αποκαλύπτει ποιος είναι αυτός ο απαγορευμένος καρπός. “Αυτή η ευμάρεια είναι που δημιουργεί την ασφυξία, που αντί να δώσει την αίσθηση το παραδείσου και της ελευθερίας, αυτό το ίδιο το αίτημα της απόλυτης ελευθερίας γίνεται πνιγηρό και πολύ τωρινό. Αυτό το τραπέζι και για μένα προσωπικά είναι ασφυκτικό. Θυμάμαι και εμείς είχαμε στην τραπεζαρία μας ένα τέτοιο, όχι τόσο μεγάλο και πραγματικά είναι εφιάλτης στον ύπνο μου. Είναι κάτι πολύ ασφυκτικό. Δεν είναι τυχαίο που δημιουργεί αυτήν την αίσθηση”.

“Σε μένα το συγκεκριμένο τραπέζι μού προκαλεί το αίσθημα της οικογενειακής θαλπωρής που μπορεί να υπάρξει αν έχεις κάποια βιώματα” προσθέτει ο Φιντέλ Ταλαμπούκας, ο γιατρός Άστρωφ. “Είναι σαν να το έχεις πάρει στην οθόνη του κινητού σου και να το έχεις μεγεθύνει. Το περίεργο του συγκεκριμένου τραπεζιού είναι το πλάτος του που δημιουργεί μία απόσταση. Ακόμη και τα τραπέζια στα μοναστήρια είναι πιο στενά, δημιουργούν μία εγγύτητα. Ενώ εδώ, κάθεσαι στο ίδιο σημείο με κάποιον και ταυτόχρονα είσαι και πολύ μακριά. Είναι η ψευδαίσθηση της εγγύτητας”.

Η Μαρία Φιλίνη ενσαρκώνει τη Μαρίνα και λέει “αυτό για μένα είναι η ζωή. Η ζωή με όλες τις δυνατότητες και την ευμάρεια, με όλη την τάξη που προσπαθούμε να της επιβάλλουμε, όταν προσπαθούμε να την τιθασεύσουμε. Ενώ αυτή θα φέρει ανακατατάξεις, πράγματα που θα πέσουν, θα σπάσουν. Δε θα φύγει ποτέ το τραπέζι αυτό, η ζωή θα συνεχίσει ανεξάρτητα από το πως εσύ φέρεσαι πάνω του. Σαν πάνω σε αυτό να υπάρχουν οι ζωές των ανθρώπων με τις τρικυμίες τους αλλά πάλι στο ίδιο πλαίσιο”.

Το τραπέζι αυτό το διακρίνει μία τελετουργία, το πώς πίνεις το τσάι δηλαδή ή το πώς τρως” παρατηρεί η Θεοδώρα Τζήμου, η Έλενα Αντρέεβνα του έργου. “Και έχει μεγάλο ενδιαφέρον το πως εκδηλώνονται όλες αυτές οι ζωές μέσω αυτής. Μία τελετουργική δράση λοιπόν φανερώνει όλη αυτή την ιστορία και την κάνει ακόμη πιο μαγική με έναν τρόπο”.

“Είναι αυτό που λέει η Μαρία (Φιλίνη)”, προσθέτει ο Δημήτρης Καραντζάς. Ενώ ξεκινάει όντως από ένα άδειο τοπίο, αρχίζει σιγά σιγά να στρώνεται και να επεκτείνεται και σιγά σιγά ο άνθρωποι αρχίζουν και συνυπάρχουν με τον πιο κυριολεκτικό και τυπικό τρόπο που έχουμε μάθει. Λειτουργεί σαν τόπος συνάντησης που αρχίζει να γίνεται ασφυκτικός και ακολούθως αποσυντίθεται, λερώνεται, συγκρούεται, φτάνει σε τέλμα και αποφασίζει να μαζευτεί, ώστε να γίνει ένας καινούργιος τόπος. Το μάζεμά του νομίζουν πως φέρνει τη λύτρωση, αλλά τελικά αυτό δεν ισχύει. Ό,τι κι αν έχουν πάθει τα μέλη που συμμετέχουν στο τραπέζι αυτό, ακόμη κι αν φεύγουν λαβωμένα ή με ελπίδες, αυτό παραμένει συμπαγές”.

Θεωρώ δραματουργικά ευφυή τη σύλληψη αυτού του τραπεζιού. Γιατί όλοι λένε παίζεις Τσέχωφ; Μα δε γίνεται τίποτα σ΄αυτόν! Το τραπέζι αυτό είναι ένας ευφυέστατος τρόπος για να ανέβει, γιατί βλέπεις μία καθημερινότητα μαζί με αυτό το κείμενο” αναφέρει η Μαρία Φιλίνη και ο Αντώνης Αντωνόπουλος, ο Τελιέγκιν, καταλήγει… “στο τραπέζι μένουν τα ίχνη όλων”.

Ο Φιντέλ Ταλαμπούκας, ο Αντώνης Αντωνόπουλος κι ο Χρήστος Λούλης Γκέλυ Καλαμπάκα


Δεν είναι στη μόδα οι τραπεζαρίες πάντως σήμερα…

“Μάλλον δεν είναι στη μόδα οι συναντήσεις. Να μη συναντηθείς με τον άλλο στο τραπέζι για πολύ γιατί εκεί αρχίζει η έκθεση. Στο τραπέζι εκτίθεσαι…” λέει η Θεοδώρα Τζήμου. “Σήμερα έχουμε το πάσο. Να φύγεις όσο το δυνατό πιο γρήγορα”, λέει μεταξύ σοβαρού και αστείου ο Φιντέλ Ταλαμπούκας και ο Χρήστος Λούλης καταλήγει “άλλη μια καραντίνα να έρθει και θα σου πω πώς θα έρθει στη μόδα η τραπεζαρία”.

Η δυναμική των ηρώων και η θέση τους τραπέζι

Στο τραπέζι αυτό νιώθω κάτι που έχω νιώσει πολλές φορές σε κάποια σπίτια που έχω πάει και έχω μείνει. Ψάχνω μια θέση που να μου ταιριάζει και δε βρίσκω ποτέ. Δε νιώθω ποτέ καλά πουθενά. Και αλλάζω θέσεις συνέχεια, ή τραβάω την καρέκλα μου πίσω προς πέρα δώθε και ποτέ δε νιώθω άνετα. Αυτό αισθάνομαι για τον ρόλο μου. Σαν να είναι ένα τραπέζι που το έφτιαξα με τα χέρια μου και τώρα δεν ξέρω τι να το κάνω. Και αν βρω μια θέση δεν ξέρω πώς να κάτσω” ομολογεί ο Χρήστος Λούλης.

“Η αίσθηση που έχω είναι παρόμοια με του Χρήστου”, λέει ο Φιντέλ Ταλαμπούκας.Έχω την αμηχανία του ξένου, του επισκέπτη. Ο ρόλος ο ίδιος, ο γιατρός, δεν μπορεί να συνεννοηθεί, να συμβαδίσει και να υπάρξει στη ζωή αυτή καλά. Έχει προβλήματα. Οποτε και η θέση του σε αυτό το τραπέζι είναι παρόμοια. Δεν ξέρει καθόλου πως να κάτσει. Και πάνω απ΄όλα έχει την αίσθηση πως πρέπει να φύγει από εκεί και να πάει κάπου αλλού. Ή τουλάχιστον να γκρεμίσει το τραπέζι αυτό και να φτιάξει κάποιο άλλο”.

Για τον Αντώνη Αντωνόπουλο είναι καθοριστική μία φράση που λέει η Σόνια: “Και εσεις δεν είστε ευχαριστημένος από αυτή τη ζωή; Αυτό τους χαρακτηρίζει όλους. Υπάρχει ένα χάσμα σε αυτό. Είναι ο Βάνιας από τη μία και η Μαρίνα από την άλλη, αλλά κάπως κανείς δεν είναι πραγματικά ευτυχισμένος από τη ζωή. Όλοι προσπαθούν να ενωθούν μέσω της τελετουργίας και του φαγητού και δεν τα καταφέρνουν. Συνεχώς σκοντάφτουν και τελικά όλοι είναι μόνοι” συνεχίζει ο ηθοποιός.

Ο Φιντέλ Ταλαμπούκας και η Ηρώ Μπέζου Γκέλυ Καλαμπάκα

Και εγώ συμφωνώ πως όλοι είναι μόνοι” παρατηρεί η Ηρώ Μπέζου.Ενώ υπάρχουν δεσμοί και μάλιστα πολύ ισχυροί, η σύνδεση απουσιάζει. Νιώθω τη Σόνια, τον δικό μου χαρακτήρα, σαν να είναι μέρος του τραπεζιού, σαν να είναι ταυτισμένος τόσο πολύ με το σπίτι και με τον χώρο, αλλά σαν να μην υπάρχει η δυνατότητα απόλαυσης των πραγμάτων. Δεν μπορώ να νιώσω πως με αφορά η έννοια της ελευθερίας, της απόλαυσης, της ευτυχίας ή και της δυστυχίας”.

“Μου άρεσε πολύ που είπες πως είσαι μέρος του τραπεζιού. Αυτό το πρόσχημα πως για να έρθουμε κοντά πρέπει να ταυτιστούμε μαζί του” λέει ο Μανώλης Μαυροματάκης. “Γίνεσαι ο ίδιος το πρόσχημα, η λειτουργικότητά του, ο ρόλος που έχεις πάρει… Τα αισθήματά μου απέναντι σε ένα τέτοιο τραπέζι ή και μικρότερο είναι πολύ κοντά στα συναισθήματα που έχει ο ρόλος μου. Δεν αισθάνομαι καλά σε κανένα τραπέζι σπιτιού. Σε μία ταβέρνα σε ένα μπαρ έρχομαι πιο κοντά με τους ανθρώπους. Μου αρέσει να έρχεται κόσμος στο σπίτι, αλλά εγώ δεν αισθάνομαι άνετα, γιατί αισθάνομαι μία υποχρέωση να είναι ευχαριστημένοι όλοι. Και χαίρομαι που όλοι χαίρονται, αλλά εγώ δε χαίρομαι”.

Και συμπληρώνει “Και του καθηγητή δεν του αρέσει πολύ το τραπέζι. Είναι ο μόνος που δεν αισθάνεται ματαιωμένος και ας είναι. Φοβάται γιατί έχει περισσότερο έντονα τα υπαρξιακά του θέματα. Και αποφασίζει να το κατασστρέψει. Βέβαια για να το πετύχει αυτό, θεωρεί πως υπερέχει των άλλων, έχει φτιάξει ένα δικό του σύστημα όπου οι υπόλοιποι είναι οι “φοιτητές” του που τον ακούν. Όλοι οι άλλοι έχουν μία πιθανότητα μέσα από τη δυστυχία, τις ακυρώσεις, τις καθηλώσεις και τις μεταθέσεις τους κάτι να δουν και να καταλάβουν. Ο καθηγητής όχι. Έχει προαποφασίσει τη μοίρα του”.

Ο Δ. Καραντζας συμπληρώνειΌντως ο καθηγητής βρίσκεται σε ένα τοπίο ασφυξίας γιατί είναι ένας τόπος ανοίκειος. Έχει να αντιμετωπίσει το παρελθόν μιας οικογένειας που έχει αφήσει χρόνια και τώρα στην επαρχία αισθάνεται εκτός του περιβάλλοντός του. Αυτό λοιπόν το τραπέζι ταυτίζεται με την αποστροφή που νιώθει με αυτόν τον τόπο και για αυτό όσο ο τόπος αυτός επεκτείνεται, του δημιουργεί την ανάγκη να τον αποδομήσει”.

Ο Μανώλης Μαυροματάκης είναι ο καθηγητής στον “Θείο Βάνια” του Δημήτρη Καραντζά Γκέλυ Καλαμπάκα

Έρχεται και κάθεται στην κεφαλή;

“Έρχεται και κάθεται μακριά από τους άλλους. Από την αρχή δίνει ένα σήμα πως εγω δε θα παίξω με τα υπόλοιπα παιδάκια. Γιατί δεν είμαι παιδάκι, εγώ είμαι πιο σημαντικός. Και δεν αλλάζει ποτέ θέση…” σημειώνει ο Μανώλης Μαυροματάκης.

Το τραπέζι έχει και κάτι άλλο φοβερό” παρατηρεί η Θεοδώρα Τζήμου,πως ο άλλος που κάθεται απέναντί σου λειτουργεί σαν καθρέφτης. Έχεις απέναντι κάποιον, τον παρατηρείς και σε παρατηρεί. Αρχίζεις και συσχετίζεσαι με τον άλλον, θες δε θες. Γι΄αυτό τα καλά γλέντια που οι άνθρωποι ξεπερνούν τους εαυτούς τους ξεκινούν από τα τραπέζια και όλα τα οικογενειακά δράματα στα τραπέζια καταλήγουν”.

Τα καλά γλέντια που οι άνθρωποι ξεπερνούν τους εαυτούς τους ξεκινούν από τα τραπέζια και όλα τα οικογενειακά δράματα στα τραπέζια καταλήγουν”.

Κυρία Καλογεροπούλου, πώς αισθάνεται η δική σας ηρωίδα;

Δεν ξέρω πώς αισθάνεται η Μαρία Βασίλιεβνα πραγματικά. Δεν ξέρω πώς ήταν η ζωή της. Ξέρω πως έχει γιο τον Βάνια και πως κάτι έζησε. Αυτή θαύμαζε πάρα πολύ τον καθηγητή, αν και δεν καταλάβαινε τίποτα από δαύτον. Νόμιζε πως καταλάβαινε και διαβάζει διάφορα βιβλία. Νομίζω δεν ξέρει και η ίδια τι αισθάνεται. Έχει θέση στο τραπέζι αναγκαστικά. Είναι η πρεσβύτερη και την ανέχονται” σημειώνει η Ξένια Καλογεροπούλου.

Είναι μονίμως εκεί, επόπτης των πάντων με ένα βιβλίο στο χέρι. Είναι σαν να παρατηρεί διαβάζοντας” προσθέτει ο Δημήτρης Καραντζάς και ο Αντώνης Αντωνόπουλος τονίζει πως “για μένα λέει και το πιο σκληρό πράγμα στο έργο. Την ώρα που ο Βανιας προσπαθεί να επαναστατήσει στο σύστημα, είναι αυτή που του κόβει τα φτερά”.

“Έχει δίκιο ο Αντώνης”, παραδέχεται ο Δ. Καραντζάς. “Όταν έχει προσπαθήσει να βάλει όλη του τη ζωή μπροστά και να υπερασπιστεί αυτό που έχει κάνει και έρχεται σε ευθεία αντιπαράθεση με τον Σερεμπριακώφ ακούγεται όντως η πιο σκληρή φράση. Του προτείνει υπακοή, να τον υπακούει τη στιγμή που αυτός είναι έτοιμος να κάνει τη μεγάλη ανατροπή”.

Η Ξένια Καλογεροπούλου Γκέλυ Καλαμπάκα


Γιατί υπακούει όμως;

Κάποτε υπάκουε, τώρα όχι και τόσο” σημειώνει η Ξ.Καλογεροπούλου. “Κάποτε η ηρωίδα μου τον φανταζόταν αλλιώς. Έλεγε πως ο γιος της είναι μία φωτεινή προσωπικότητα, ένας άνθρωπος με πεποιθήσεις πολύ γερές και τώρα τον βλέπει επαναστατημένο και κάπως χαζό και δεν της αρέσει καθόλου”.

“Ε, οι μαμάδες αυτά κάνουν” ομολογεί ο Χρήστος Λούλης. “Το ωραίο στο έργο είναι πως μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις, βρίσκει κάποιος την αναλογία που συμβαίνει σε όλους τους ανθρώπους και τις εποχές. Είναι η στιγμή που σταματούν να πιστεύουν, η στιγμή που καταλαβαίνεις πως έκανες λάθος που φανατίστηκες. Γιατί και ο Βανιας είχε φανατιστεί υπέρ του καθηγητή. Με τη Σόνια ήταν πλήρως δοσμενοι σε έναν σκοπό που δεν ήταν δικός τους. Ήταν αλλουνού. Είναι αυτό που λες πως πήρα έναν ρόλο και έχασα τον εαυτό μου”.

Καταλήγουμε όλοι να λέμε το αντίστροφο από το παλιό τσιτάτο «είσαι αυτό που κάνεις». Λέμε «πως κάνουμε αυτό που είμαστε». Ένα μοιρολατρικό πράγμα. Γιατί ό,τι και να προσπαθήσεις, ό,τι και να επιθυμήσεις, τελικά κάνεις αυτό που είσαι.

“Τη στιγμή που ο Σερεμπριακώφ προτείνει σαν λύση ακόμη και τον ξεριζωμό και αγγίζει το όριο, ο Βάνιας δεν μπορεί να κάνει το επόμενο βήμα” λέει ο Δ. Καραντζάς. “Φτάνει στο σημείο ακόμη και να βγάλει ένα όπλο και να τον πυροβολήσει- παρότι για μένα είναι αρκετά αμφιλεγόμενο το τι κάνει ακριβώς εκεί. Δεν μπορείς εύκολα, όταν έχει αφιερώσει τη ζωή σου σε έναν άνθρωπο και εξαιτίας του δεν έζησες, να κάνεις το επόμενο βήμα. Γιατί το επόμενο βήμα είναι το κενό. Και ο ίδιος μπορεί να φτάνει σε μία προσωπική ανάσχεση. Είναι σαν να έχει περάσει το τοπίο των πιθανότητων και τελικά ξαναγυρνά εκεί που ήταν..”

“Μπορεί να λένε όλοι, αχ να αλλάζαμε ζωή, αλλά κανείς δε θέλει. Όλοι πάμε στο πιο ασφαλές, που μακροπρόθεσμα είναι όμως το πιο επικίνδυνο” λέει εμφατικά ο Χρήστος Λούλης. “Και καταλήγουμε όλοι να λέμε το αντίστροφο από το παλιό τσιτάτο «είσαι αυτό που κάνεις». Λέμε «πως κάνουμε αυτό που είμαστε». Ένα μοιρολατρικό πράγμα. Γιατί ό,τι και να προσπαθήσεις, ό,τι και να επιθυμήσεις, τελικά κάνεις αυτό που είσαι.”

Το τέλος είναι συγκινητικό” το λέει σκεπτική η Θεοδώρα Τζήμου. “Γιατί είναι σαν να καταλήγουν οι άνθρωποι στην πιο απλή λειτουργία. Του να ζεις. Που όλοι αυτό κάνουμε στην τελική”.

Ναι”, επανέρχεται ο Χρήστος Λούλης, στο τέλος που λέει η Σόνια αυτόν τον μονόλογο που “ακυρωθήκαμε από αυτό, ακυρωθήκαμε από το άλλο, δε μας βγήκε τίποτα, όμως αυτό που μας μένει να κάνουμε είναι το να ζήσουμε. Και το να ζήσουμε δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση”.

Αυτή η στιγμή για μένα γίνεται μία μεγάλη απόπειρα ανάκτησης δύναμης για να ζήσουμε. Και όχι το να ζήσουμε, γιατί έτσι μας τα έφερε η ζωή. Αυτός ο μονόλογος δεν έχει μέσα αυτό μόνο αυτόν τον τραγικό επίλογο” καταλήγει ο Δ. Καραντζάς.

Η Θεοδώρα Τζήμου και η Ηρώ Μπέζου Γκέλυ Καλαμπάκα


Πίστη στην απλότητα

“Αυτό το «θα ζήσουμε» ξεκινά από τη Μαρίνα που είναι αυτή που φροντίζει όλο αυτό το σύστημα και αυτή που έχει συμφιλιωθεί περισσότερο με την απλή πρακτική ζωή, έξω από τις μεγάλες φαντασιώσεις. Είναι αυτή που αφήνει όλα αυτά να γίνουν ξέροντας πως θα φτάσουν εκεί. Για μένα είναι ένα πολύ συγκινητικό και σοφό πρόσωπο” εξομολογείται ο Δημήτρης Καραντζάς και η Μαρία Φιλίνη συμφωνεί λέγοντας “είναι και η μόνη που δε θα ήθελε να είναι κάπου αλλού. Δεν πνίγεται. Πιστεύει στη συντήρηση αυτού του πράγματος”.

Και ο Μανώλης Μαυροματάκης προσθέτει “Έχει πίστη ο χαρακτήρας της Μαρίνας. Πίστη στην απλότητα. Αυτοί οι άνθρωπο αν ήταν αυτό που δεν είναι – γιατί αυτό το χαρακτηριστικό έχουν, δε θέλουν να είναι αυτό που είναι- θα ήταν πιο ευτυχισμένοι; Όχι δεν θα ήταν. Μόνο αν έβλεπαν αλλιώς τα πράγματα θα ήταν ίσως λίγο πιο ευτυχισμένοι ή θα έβρισκαν έναν τρόπο να διαχειριστούν τη ματαιότητα της ζωής. Και αυτό η πίστη το κάνει. Όχι η θρησκευτική, η πίστη στην απλότητα”.

Λέμε όλα αυτά τα βαρύγδουπα για την τραγικότητα τόση ώρα” αλλάζει το κλίμα ο Χρήστος Λούλης, “αλλά δε θα μπορούσε να λείπει και η γελοιότητα από όλα αυτά και αυτό δεν το έχουμε θίξει. ’Εχουμε συνηθίσει να βλέπουμε τον Τσέχωφ πάρα πολύ σοβαρα και έχουμε ξεχάσει τον γελοίο άνθρωπο. Αυτόν που πιστεύει πως μπορεί να ισορροπήσει στα χέρια του 50 πιάτα και γίνεται χάλια. Έχει πολύ χιούμορ το έργο αυτό λοιπόν”.

“Ναι, νομίζω πως το έργο είναι σε ένα τοπίο που όλα τα πράγματα είναι μαζί. Στην απλότητα που μιλά η Μαρία δεν ονομάζονται τα πράγματα σοβαρά ή μη σοβαρά. Απλώς υπάρχουν εκεί μέσα” προσθέτει η Θεοδώρα Τζήμου και ο Μανώλης Μαυροματάκης καταλήγει “είναι προάγγελος του Μπέκετ ο Τσέχωφ. Φαρσικοποιεί την τραγικότητα της ύπαρξης”.

Θείος Βάνιας- Από 26 Οκτωβρίου στο Θέατρο Προσκήνιο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα