Κορονοϊός: Η συμβολή της Ηπαρίνης σε ασθενείς που βρίσκονται σε κρίσιμη κατάσταση

Κλινικές δοκιμές για φάρμακο κατά του κορονοϊού
Κλινικές δοκιμές για φάρμακο κατά του κορονοϊού AP

Σε ασθενείς που έλαβαν υψηλή δόση ηπαρίνης για θρομβοπροφύλαξη, διαπιστώθηκε κατά 67% μειωμένος κίνδυνος θανάτου τις πρώτες 28 ημέρες, σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν χαμηλή δόση.

Ένα από τα προβλήματα που δημιουργεί η σοβαρή νόσηση από κορονοϊό, είναι η εκδήλωση θρομβοτικών επεισοδίων στη φλεβική και αρτηριακή κυκλοφορία. Οι επιστήμονες στην προσπάθειά τους να βελτιώσουν την κατάσταση των ασθενών, παρατήρησαν την επίδραση της χορήγησης ενός γνωστού φαρμάκου, της ηπαρίνης και διαπίστωσαν ότι σε ένα υψηλό ποσοστό η αυξημένη δόση μπορεί να απομακρύνει σημαντικά τον κίνδυνο θανάτου.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που συνέλλεξαν, το 17-69% των ασθενών με Covid-19 που νοσηλεύονται σε ΜΕΘ εκδηλώνουν θρομβωτικό επεισόδιο, ενώ το 13-35% διαγιγνώσκονται με πνευμονική εμβολή, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από αυτό που παρατηρείται σε ασθενείς με σύνδρομο οξείας αναπνευστικής δυσχέρειας που δεν πάσχουν από Covid-19.

Στο νοσοκομείο Södersjukhuset της Στοκχόλμης στη Σουηδία, διεξήχθη μια αναδρομική μελέτη παρατήρησης, σκοπός της οποίας ήταν η αξιολόγηση της συσχέτισης ανάμεσα στη στρατηγική χορήγησης θρομβοπροφύλαξης σε ασθενείς με Covid-19 που ήταν σε κρίσιμη κατάσταση με αναπνευστική ανεπάρκεια και τον κίνδυνο θανάτου, θρομβοεμβολής και αιμορραγίας. Από τους συνολικά 165 ασθενείς με νόσο COVID-19 σε κρίσιμη κατάσταση, λόγω αναπνευστικής ανεπάρκειας, οι οποίοι είχαν εισαχθεί σε δύο ΜΕΘ, τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2020, κρίθηκαν κατάλληλοι για συμπερίληψη στην κλινική δοκιμή οι 152.

Οι ασθενείς χωρίστηκαν σε 3 ομάδες με βάση τη χορήγηση της αρχικής υποδόριας δόσης ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους (LMWH) κατά την εισαγωγή στη ΜΕΘ. Χρησιμοποιήθηκαν δύο διαφορετικές ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους. Η παρακολούθηση όλων των ασθενών ολοκληρώθηκε έως την ημέρα θανάτου ή την 28η ημέρα από την εισαγωγή στη ΜΕΘ.

Σύμφωνα με τη μελέτη, η υψηλή δόση θρομβοπροφύλαξης θα πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας στο πλαίσιο τυχαιοποιημένης μελέτης σε ασθενείς με νόσο Covid-19 οι οποίοι βρίσκονται σε κρίσιμη κατάσταση.

Για τους ασθενείς που έλαβαν υψηλή δόση προφύλαξης η θνησιμότητα ήταν μικρότερη (13,5%) σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν μεσαία δόση (25%) ή μικρή δόση (38,8%)

Πρόκειται, βάσει των γνωστών δεδομένων, για την πρώτη μελέτη που έκανε σύγκριση τριών διαφορετικών δόσεων αντιπηκτικών σε ασθενείς με νόσο COVID-19 που ήταν σε κρίσιμη κατάσταση, σε σχέση με τη για διάστημα 28 ημερών θνησιμότητα, τη θρομβοεμβολή και τα αιμορραγικά επεισόδια. Τα κύρια ευρήματα της μελέτης ήταν τα εξής:

i. Οι ασθενείς που έλαβαν υψηλή δόση θρομβοπροφύλαξης παρουσίασαν 67% μειωμένο κίνδυνο θανάτου τις πρώτες 28 ημέρες σε σύγκριση με αυτούς που έλαβαν χαμηλή δόση.

ii. Η υψηλή δόση θρομβοπροφύλαξης συσχετίστηκε με μικρότερη επίπτωση θρομβοεμβολικών επεισοδίων, ενώ δεν παρατηρήθηκε αυξημένος κίνδυνος αιμορραγιών. Η θνησιμότητα στις 28 ημέρες ήταν ίση με 38,8% στη χαμηλή δόση, 25% στη μεσαία δόση και 13,5% στην υψηλή δόση θρομβοπροφύλαξης, γεγονός που ενδεχομένως αποτελεί ένδειξη σχέσης δόσης-απόκρισης.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Κορονοϊός
SHARE:

24Media Network