Μόνο το 25% των νέων φαρμάκων προέρχεται από την Ευρώπη
Διαβάζεται σε 5'
Η Ευρώπη, άλλοτε πρωτοπόρος στην ανάπτυξη φαρμάκων, βλέπει σήμερα τη θέση της να υποχωρεί, καθώς το μερίδιό της στην παγκόσμια καινοτομία μειώνεται αισθητά.
- 15 Μαΐου 2026 07:20
Για πολλές δεκαετίες, η Ευρώπη είχε ηγετική θέση στην ανάπτυξη νέων φαρμάκων. Την περίοδο από τη δεκαετία του 1970 έως και τη δεκαετία του 1990, σχεδόν το 50% των νέων φαρμακευτικών ανακαλύψεων παγκοσμίως είχε ευρωπαϊκή προέλευση. Σήμερα, ωστόσο, η κατάσταση έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά. Η ήπειρος αντιστοιχεί πλέον σε λιγότερο από το ένα τέταρτο των νέων φαρμάκων που κυκλοφορούν στην αγορά, ενώ το μερίδιό της στις παγκόσμιες δαπάνες για έρευνα και ανάπτυξη στον φαρμακευτικό τομέα βρίσκεται κάτω από το ένα τρίτο.
Τα δεδομένα αυτά αποτυπώνονται, μεταξύ άλλων, στη συνθετική έκθεση της FP Analytics, η οποία χρηματοδοτήθηκε από την AstraZeneca.
Ένας σημαντικός κλάδος υπό πίεση
Παρά τη μείωση της δυναμικής του, ο τομέας των βιοεπιστημών εξακολουθεί να αποτελεί βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Σύμφωνα με την έκθεση, το 2022 ο κλάδος –που περιλαμβάνει φάρμακα, βιοτεχνολογία και ιατροτεχνολογικά προϊόντα– δημιούργησε ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ύψους 448 δισ. ευρώ και στήριξε περίπου 2,8 εκατομμύρια θέσεις εργασίας στην Ευρώπη.
Επιπλέον, μόνο οι εξαγωγές ιατρικών και φαρμακευτικών προϊόντων ανήλθαν το 2024 σε 313 δισ. ευρώ.
Παρόλα αυτά, η θέση της Ευρώπης στην παγκόσμια αγορά αποδυναμώνεται.
Οι ΗΠΑ, η Κίνα και άλλες ασιατικές οικονομίες επενδύουν περισσότερο, κινούνται ταχύτερα και ενισχύουν τη θέση τους. Αυτό αντικατοπτρίζεται τόσο στον αριθμό των κλινικών δοκιμών όσο και στον ρυθμό ανάπτυξης νέων φαρμάκων.
Η υγεία ως επένδυση και όχι ως δαπάνη
Ένα βασικό εύρημα της έκθεσης είναι ότι στην Ευρώπη η υγεία αντιμετωπίζεται συχνά ως κόστος για τα δημόσια οικονομικά και όχι ως επένδυση με ευρύτερα οφέλη. Όπως επισημαίνεται, η ενίσχυση της καινοτομίας στον τομέα της υγείας δεν οδηγεί μόνο σε καλύτερα θεραπευτικά αποτελέσματα για τους ασθενείς, αλλά συμβάλλει και στην αύξηση της παραγωγικότητας, της ανάπτυξης και της ανθεκτικότητας των κοινωνιών.
Στην έκθεση αναφέρεται εκτίμηση σύμφωνα με την οποία οι επενδύσεις στη βελτίωση της υγείας θα μπορούσαν να προσθέσουν περίπου 12 τρισ. δολάρια στο παγκόσμιο ΑΕΠ έως το 2040. Υπό αυτό το πρίσμα, οι δαπάνες για φάρμακα, έρευνα και νέες τεχνολογίες δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται μόνο ως έξοδα, αλλά και ως εργαλείο ανάπτυξης.
Η Ευρώπη υστερεί στις επενδύσεις
Σύμφωνα με την έκθεση, οι ανταγωνιστές της Ευρώπης κινούνται πιο δυναμικά. Την περίοδο 2010-2022, οι φαρμακευτικές δαπάνες αυξήθηκαν στην Κίνα με μέσο ετήσιο ρυθμό 20,7% και στις ΗΠΑ κατά 5,5%, ενώ στην Ευρώπη μόλις κατά 4,4%.
Η απόσταση είναι ακόμη μεγαλύτερη στον τομέα των καινοτόμων φαρμάκων. Όπως επισημάνθηκε σε συζήτηση στρογγυλής τραπέζης στο περιθώριο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ του 2026 στο Νταβός, οι ΗΠΑ δαπανούν περίπου το 0,8% του ΑΕΠ ανά κάτοικο σε καινοτόμα φάρμακα, ενώ η Ευρώπη περιορίζεται στο 0,3%.
Σε αυτό το πλαίσιο, προτάθηκε από συμμετέχοντες η υιοθέτηση ενός «μοντέλου ΝΑΤΟ» για τις επενδύσεις στην καινοτομία της υγείας, δηλαδή η θέσπιση κοινού και σαφούς στόχου δαπανών από τα ευρωπαϊκά κράτη.
Ρυθμιστικά εμπόδια και καθυστερήσεις
Η έκθεση δίνει ιδιαίτερη έμφαση στα κανονιστικά και γραφειοκρατικά εμπόδια που επιβραδύνουν την καινοτομία. Παρά την ύπαρξη της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, τα 27 κράτη-μέλη διατηρούν διαφορετικά συστήματα και διαδικασίες, γεγονός που καθυστερεί τις εγκρίσεις, την αποζημίωση και τελικά την πρόσβαση των ασθενών σε νέα φάρμακα.
Έτσι, ακόμη και όταν ένα φάρμακο λαμβάνει ευρωπαϊκή έγκριση, μπορεί να περάσουν χρόνια μέχρι να καταστεί διαθέσιμο σε όλες τις εθνικές αγορές. Η έκθεση αναφέρει ότι πάνω από το ένα τρίτο των φαρμάκων που εγκρίθηκαν πρόσφατα σε ευρωπαϊκό επίπεδο δεν είναι διαθέσιμα σε μεγάλες χώρες όπως η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ σε αρκετά μικρότερα κράτη το ποσοστό μη διαθεσιμότητας ξεπερνά τα δύο τρίτα.
Μείωση συμμετοχής στις κλινικές δοκιμές
Ένα ακόμη ανησυχητικό στοιχείο είναι η υποχώρηση της Ευρώπης στις κλινικές δοκιμές. Αν και σε παγκόσμιο επίπεδο οι δοκιμές αυξήθηκαν κατά 38% την περίοδο 2014-2024, το ευρωπαϊκό μερίδιο μειώθηκε στο μισό μέσα στο ίδιο διάστημα.
Η τάση αυτή καταγράφεται σε κρίσιμους τομείς όπως η ογκολογία, οι σπάνιες νόσοι, η παιδιατρική, καθώς και οι κυτταρικές και γονιδιακές θεραπείες, ακόμη και στις δοκιμές πρώτης φάσης. Σύμφωνα με την έκθεση, οι δραστηριότητες αυτές μεταφέρονται ολοένα και περισσότερο σε ταχύτερα και πιο ευέλικτα περιβάλλοντα, κυρίως στην Κίνα. Η περιορισμένη συμμετοχή σε κλινικές δοκιμές ενδέχεται να αφήσει την Ευρώπη εκτός της διαδικασίας ανάπτυξης νέων θεραπειών.
Φάρμακα, ασφάλεια και στρατηγική αυτονομία
Η έκθεση συνδέει επίσης την υγεία με ζητήματα εθνικής ασφάλειας. Σε μια περίοδο όπου η Ευρώπη αυξάνει τις επενδύσεις της στην άμυνα και επιδιώκει μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο μπορεί να επιτευχθεί αυτός ο στόχος όταν υπάρχει εξάρτηση από τρίτες χώρες για βασικά φάρμακα και τεχνολογίες υγείας.
Η βασική ιδέα συνοψίζεται στη διαπίστωση ότι «η ασφάλεια της υγείας αποτελεί στοιχείο της εθνικής ασφάλειας».
Οι επόμενες κινήσεις της Ευρώπης
Στο τέλος, η έκθεση αναγνωρίζει ότι έχουν ήδη δρομολογηθεί ορισμένες πρωτοβουλίες για την ενίσχυση του κλάδου. Το Ηνωμένο Βασίλειο έχει ανακοινώσει την πρόθεσή του να αυξήσει τις δαπάνες για νέα φάρμακα στο 0,6% του ΑΕΠ, ενώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση προωθούνται η στρατηγική για τις βιοεπιστήμες και ο σχεδιαζόμενος νόμος για τη βιοτεχνολογία.
Ωστόσο, το ζητούμενο παραμένει η σύνδεση των στρατηγικών αυτών με ουσιαστικές επενδύσεις, αποτελεσματικότερα κίνητρα, ταχύτερες διαδικασίες έγκρισης, ισχυρή προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας και μια αγορά που επιβραβεύει την καινοτομία χωρίς να περιορίζει την πρόσβαση των ασθενών.
Η έκθεση δημοσιεύθηκε ως policy report στην πλατφόρμα FP Analytics του περιοδικού Foreign Policy.