Πόσο θα πρέπει να ανησυχούμε για την εξάπλωση του ιού Έμπολα;
Διαβάζεται σε 4'
Η επιδημία Έμπολα στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό εξαπλώνεται αθέατη. Πόσο θα πρέπει να ανησυχούμε;
- 17 Μαΐου 2026 20:55
Μέχρι και πριν λίγες ημέρες, τα βλέμματα παγκοσμίως είχαν στραφεί γύρω από τον χανταϊό. Πλέον, τα… ηνία φαίνεται να τα παίρνει ο ιός Έμπολα και μάλιστα, στη χείριστη μορφή του.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας χαρακτήρισε την επιδημία Έμπολα που προκλήθηκε από τον ιό Bundibugyo σε Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και Ουγκάντα ως κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τη δημόσια υγεία διεθνούς ενδιαφέροντος (public health emergency of international concern).
Ωστόσο, υπογραμμίζει πως δεν πληρούνται τα κριτήρια για τον χαρακτηρισμό πανδημίας, αν και προκαλεί έντονη ανησυχία. Στη ΛΔ του Κονγκό έχουν καταγραφεί 336 ύποπτα κρούσματα και 88 θάνατοι.
Τα Αφρικανικά Κέντρα για τον Έλεγχο και την Πρόληψη Ασθενειών συγκάλεσαν κατεπείγουσα συνάντηση με τις αρχές της ΛΔ του Κονγκό, την Ουγκάντα, το Νότιο Σουδάν και διεθνείς εταίρους για να εντείνουν τη διασυνοριακή επιτήρηση και να ενισχύσουν τις προσπάθειες αντιμετώπισης του προβλήματος.
Πριν πανικοβληθούμε όμως, ας πάρουμε τα πράγματα (ψύχραιμα) από την αρχή.
Τι είναι ο ιός Έμπολα
Ο Έμπολα παραμένει συχνά θανατηφόρος, παρά τις θεραπείες και τα εμβόλια που αναπτύχθηκαν πρόσφατα. Από το 1976, όταν εντοπίστηκαν τα πρώτα κρούσματα στο τότε Ζαΐρ, τη σημερινή ΛΔ του Κονγκό, έχουν χάσει τη ζωή τους τουλάχιστον 15.000 άνθρωποι στην Αφρική.
Ο ιός μεταδίδεται με τα σωματικά υγρά και τα κύρια συμπτώματα της νόσου είναι ο πυρετός, η αιμορραγία και η διάρροια.
Ο ιός εξαπλώνεται για εβδομάδες αθέατος σε μια περιοχή που πλήττεται από εμφύλιο πόλεμο, καθιστώντας δύσκολη την αντιμετώπισή του. Πρόκειται για τη σπάνια μορφή Bundibugyo, η οποία έχει υψηλή θνησιμότητα, μεταξύ του ενός τρίτου και του μισού των ανθρώπων που έχουν μολυνθεί.
Σύμφωνα με τον ΠΟΥ, ο κίνδυνος για τον υπόλοιπο κόσμο παραμένει χαμηλός. Ακόμα και κατά τη μεγάλη επιδημία του 2014-2016, εμφανίστηκαν μόλις τρία κρούσματα στο Ηνωμένο Βασίλειο, και όλοι ήταν υγειονομικοί που είχαν εθελοντικά προσφέρει βοήθεια.
«Η κατάσταση είναι αρκετά σύνθετη ώστε να απαιτεί διεθνή συντονισμό», τονίζει η Δρ Αμάντα Ρότζεκ από το Pandemic Sciences Institute του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.
Η σπάνια μορφή Bundibugyo και οι προκλήσεις της
Η τρέχουσα επιδημία προκαλείται από τη σπάνια μορφή Bundibugyo, μία από τις τρεις γνωστές που προκαλούν επιδημίες, αλλά σχετικά άγνωστη. Προηγουμένως είχε προκαλέσει μόνο δύο μικρές επιδημίες, το 2007 και το 2012, σκοτώνοντας το 30%-50% των ανθρώπων που είχαν μολυνθεί.
Το Bundibugyo δημιουργεί σοβαρά προβλήματα. Δεν υπάρχουν εγκεκριμένα εμβόλια ή φάρμακα γι’ αυτή τη μορφή, ενώ τα διαγνωστικά τεστ συχνά αποτυγχάνουν να επιβεβαιώσουν τη μόλυνση.
Η αντιμετώπισή του βασίζεται σε υποστηρικτική φροντίδα, στη διαχείριση πόνου, λοιμώξεων, ενυδάτωσης και θρέψης. Η έγκαιρη φροντίδα αυξάνει σημαντικά τις πιθανότητες επιβίωσης.
Τα συμπτώματα εμφανίζονται από δύο έως 21 ημέρες μετά τη μόλυνση, αρχικά παρόμοια με αυτά της γρίπης, με πυρετό, πονοκέφαλο και κόπωση, και εξελίσσονται σε έμετο, διάρροια, δυσλειτουργία οργάνων και αιμορραγίες.
Η μετάδοση γίνεται μέσω μολυσμένων σωματικών υγρών, κυρίως αίματος και εμέτου, αλλά συνήθως μόνο αφού εμφανιστούν τα συμπτώματα.
Η καθυστέρηση στην ανίχνευση και οι δυσκολίες της περιοχής
Το πρώτο γνωστό κρούσμα καταγράφηκε στις 24 Απριλίου, ενώ χρειάστηκαν τρεις εβδομάδες για να επιβεβαιωθεί η επιδημία. Η καθυστερημένη ανίχνευση σημαίνει ότι οι υγειονομικές αρχές βρίσκονται πίσω από τις ανάγκες ελέγχου της εξάπλωσης.
Ο ΠΟΥ προειδοποιεί ότι αυτό μπορεί να οδηγήσει σε “πολύ μεγαλύτερη επιδημία από αυτή που καταγράφεται”.
Η ταχεία ταυτοποίηση των μολυσμένων και των πιθανών επαφών τους αποτελεί τον βασικό άξονα αντιμετώπισης, όπως και η αποφυγή διάδοσης του ιού σε νοσοκομεία και κέντρα περίθαλψης. Η ασφαλής ταφή των θανόντων είναι επίσης κρίσιμη, καθώς το σώμα παραμένει μολυσματικό.
Η κατάσταση περιπλέκεται από τον μεγάλο αριθμό ήδη μολυσμένων και το γεγονός ότι η επιδημία λαμβάνει χώρα σε περιοχές που μαστίζονται από ένοπλη σύγκρουση, με πάνω από 250.000 εκτοπισμένους. Οι περιοχές αυτές περιλαμβάνουν ορυχεία με κινητούς και μεταβατικούς πληθυσμούς, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο διάδοσης.
Παρά τις δυσκολίες, το Κονγκό διαθέτει μεγάλη εμπειρία στην αντιμετώπιση του Έμπολα και η αντίδραση σήμερα είναι «σημαντικά ισχυρότερη από ό,τι πριν από μια δεκαετία», σύμφωνα με τη Δρ Ντανιέλα Μάνο από το London School of Hygiene & Tropical Medicine, που μίλησε στο BBC.
Η έκβαση της επιδημίας θα κριθεί από την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητα της τρέχουσας παρέμβασης.