Μια προσωπική ιστορία ανάστασης

Μια προσωπική ιστορία ανάστασης

Όλοι κουβαλάμε στη ψυχή μας "φορτία" που είναι έως και περιττά. Όλοι μπορούμε να διεκδικήσουμε κάτι καλύτερο για τον εαυτό μας και τελικά, όλοι έχουμε δικαίωμα σε μια ανάσταση. Αρκεί να τη θέλουμε.

Οι λεγόμενες “οικογενειακές γιορτές” ήταν ο εφιάλτης μου, από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου. Ο λόγος ήταν πολύ συγκεκριμένος: δεν είχα οικογένεια. Εννοώ από παιδί ζούσα μια κατάσταση στην οποία αποχωρούσε -από το μάταιο τούτο κόσμο-, ο ένας μετά τον άλλον, με τη σκιά του θανάτου να γίνεται πιο μεγάλη, πιο πυκνή, μέσα στα χρόνια.

Από μικρή λοιπόν, ανέπτυξα ένα μηχανισμό επιβίωσης κατά τον οποίον κάθε μέρα ήταν ίδια. Δηλαδή, δεν διαχώριζα γιορτή, Κυριακή και σχόλη -γενέθλια, επετείους κλπ, κλπ. Είχα καταλήξει στο ότι αν δεν δίνεις ιδιαίτερη σημασία στις μέρες, τις εποχές (κλπ, κλπ), γίνεται πιο εύκολη η επιβίωση, πιο ήπιος ο -αφόρητος- πόνος που προκαλεί το αίσθημα της έλλειψης. Αυτό που σου “παίρνει” το οξυγόνο, βαραίνει την ύπαρξη σου. Πιο μικρό το -τεράστιο- κενό. Κάπως έτσι κινήθηκα για διάστημα μεγαλύτερο των δυο δεκαετιών.

Βοηθούσε, είναι η αλήθεια, η δουλειά. Στα media -αν το θες- δεν υπάρχουν αργίες, γιατί πάντα υπάρχει δουλειά. Ποιος στη χάρη μου λοιπόν, αφού πάντα είχα κάτι να κάνω, για να απασχολώ το μυαλό μου, να μη του επιτρέπω να μπει σε οδυνηρά “χωράφια”. Μετά ήλθε η κρίση, οι δουλειές μειώθηκαν και ήλθα αντιμέτωπη με τη ζωή. Ήλθα αντιμέτωπη με την πραγματικότητα. Με όσα κενά είχα δημιουργήσει, πιστεύοντας πως προστατεύω τον εαυτό μου. Η αλήθεια είναι ότι έπαθα κατάθλιψη. Για την ακρίβεια, της επέτρεψα να με κυριαρχήσει -γιατί ζούσα μαζί της για όσα χρόνια νόμισα πως έκανα... την Κινέζα.

Όταν έφτασα στο ναδίρ, διαπίστωσα πως δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο νόημα να συνεχίσω να ζω σε μια ευθεία -αδιάφορη- γραμμή, χωρίς συγκινήσεις, συναισθήματα ή ό,τι άλλο. Οι φόβοι μου (του παραπάνω πόνου, του ενός ακόμα θανάτου) ήταν ο λόγος που είχα αποφασίσει να μην κάνω δική μου οικογένεια -μολονότι ήταν ξεκάθαρο πως η ψυχή μου θα γιατρευόταν μόνο με την ανιδιοτελή αγάπη.

Κουρασμένη από το τίποτα, από το να αντιμετωπίζω κάθε συνάντηση, κάθε έξοδο, κάθε ταξίδι ως “δεν έγινε και τίποτα” (δεν έβλεπα γύρω μου, δεν είχα μάθει να εκτιμώ), πήρα την απόφαση να ζήσω. Για την ακρίβεια, το πήρα προσωπικά (το βλέπεις το οξύμωρο, έτσι;). Κατέληξα στο ότι θα έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου μέχρι τη δικαίωση. Μέχρι να αποκτήσει αξία η κάθε μέρα. Ακόμα και αν ήταν μια ακόμη Δευτέρα. Το concept ήταν πως αρνιόμουν να δεχθώ ότι στο ύστατο χαίρε, το μόνο που θα είχα να θυμηθώ θα ήταν μιζέρια και πόνος. Έβαλα ως στόχο τη χαρά -λέξη με την οποία δεν είχα ιδιαίτερη σχέση έως τότε και, αλήθεια θα σου πω ότι, δεν ήξερα πώς να τη διαχειριστώ!

Ε, άπαξ και ξεφορτώθηκα τη μαύρη “κουρτίνα” που 'χα γύρω μου, όλα έγιναν πιο απλά. Όχι εύκολα, αφού έπρεπε να ξεφορτωθώ το μηχανισμό που με “έτρεφε” για δεκαετίες, αλλά σίγουρα καλύτερα.

Συνειδητοποίησα πως είχα οικογένεια -πέραν της προφανούς, δηλαδή των θείων μου και των εξάδελφων μου: τους φίλους μου. Έκανα μια επιχείρηση “σκούπα” και με όποιο κόστος, κράτησα μακριά ανθρώπους που δεν κάναμε καλό ο ένας στον άλλον (τους κοινώς λεγόμενους “τοξικούς”). Επέλεξα να μοιραστώ τη ζωή μου με όσους είχαμε κοινές συνισταμένες. Αυτό δεν σημαίνει πως συμφωνούμε σε όλα. Σημαίνει ότι υπάρχει αλληλοσεβασμός, εμπιστοσύνη και κατανόηση. Επίσης, κατάλαβα πως άλλο είναι η μοναξιά και άλλο η μοναχικότητα. Δηλαδή, αγκάλιασα τις στιγμές που είμαι με τον εαυτό μου και έμαθα να τον φροντίζω. Τότε έμαθα να φροντίζω -πραγματικά- και όσους νοιαζόμουν και όλα έγιναν καλύτερα. Είχα μάθει πια, να εκτιμώ, τη στιγμή, τη μέρα και όσα είχα να δώσω.

Αυτή είναι -εν περιλήψει- η δική μου ιστορία ανάστασης. Είτε είστε θρήσκοι, είτε όχι υποθέτω πως αντιλαμβάνεστε πως για όλους μας υπάρχει... χώρος για μια ανάσταση. Να απαλλαγούμε από κάτι που μας “τρώει” τη ψυχή, να δούμε διαφορετικά μια κατάσταση που δεν μπορούμε να αλλάξουμε, ώστε να μπορούμε να “υπάρχουμε” σε αυτή με υγεία. Κυρίως να μάθουμε πως δεν υπάρχουν δεδομένα πράγματα. Θα ακουστεί κλισέ -ίσως και αστείο-, αλλά τελικά είμαστε οι επιλογές μας. Δεν χρειάζονται πολλά για να ζήσουμε μια στιγμή ευτυχίας. Μόνο να έχουμε αποφασίσει πως θέλουμε να τη διεκδικήσουμε.

Αυτό μπορεί να σημαίνει από το να πάρουμε τηλέφωνο κάποιον που μας λείπει, να του το πούμε και να μοιραστούμε μαζί του έναν καφέ, σε παγκάκι έως το να δούμε έναν άνθρωπο που είναι σημαντικός για εμάς, χωρίς να προτάξουμε τη βολή μας. Τα “δεν μπορώ, δεν προλαβαίνω, δεν, δεν”.

Πρόσφατα “έχασα” μια φίλη, στην οποία δεν είπα ποτέ πόσο την αγαπώ και τι σημαίνει για εμένα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που “έφευγε” κάποιος και δεν είχα φροντίσει να τον ενημερώσω για τα συναισθήματα μου. Δεν είχα δώσει το χρόνο που άξιζε. Ορκίστηκα πως αυτό δεν θα ξανασυμβεί. Έκτοτε προσπαθώ να βρίσκω χρόνο για όσους με ενδιαφέρουν, γιατί τελικά όντως, ποτέ δεν ξέρεις τι ξημερώνει. Και πονά πολύ να το διαπιστώνεις όταν είναι αργά. Αν λοιπόν, έχω κάτι να σας πω από όσα μου 'χει διδάξει η ζωή είναι να “ανοίξετε” τις καρδιές σας, να επιδιώξετε τη γαλήνη στο μυαλό σας, έχοντας προσδιορίσει τις προτεραιότητες σας κατά τρόπο που να σας κάνουν να αισθάνεστε καλά με τον εαυτό σας. Και τότε η ανάσταση είναι κοντά.

Να έχετε υγεία και καλό Πάσχα

ADVERTISING

SHARE: