Βουλή: Θετικές οι προοπτικές για την οικονομία, αλλά χρειάζεται πολιτική συναίνεση

Η αίθουσα της Ολομέλειας της Βουλής
Η αίθουσα της Ολομέλειας της Βουλής EUROKINISSI

Στην τριμηνιαία έκθεση για την πορεία της οικονομίας σημειώνεται μεταξύ άλλων ότι οι προοπτικές της οικονομίας είναι θετικές, όμως τονίζει ότι σε μεσοπρόθεσμη βάση η αποκατάσταση της μακροοικονομικής και δημοσιονομικής ισορροπίας δεν συνεπάγεται το τέλος της προσπάθειας ούτε υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού

Την ανάγκη μιας ελάχιστης πολιτικής συναίνεσης για την υπέρβαση της οικονομικής κρίσης επισημαίνει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής στην τριμηνιαία έκθεση για την πορεία της οικονομίας.

Κάνοντας μια ανασκόπηση των οικονομικών και δημοσιονομικών εξελίξεων του πρώτου τριμήνου του χρόνου εκτιμά ότι οι προοπτικές της οικονομίας είναι θετικές και ότι ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα το 2018 είναι «απολύτως εφικτός».

Ωστόσο, η έκθεση σημειώνει ότι σε μεσοπρόθεσμη βάση η αποκατάσταση της μακροοικονομικής και δημοσιονομικής ισορροπίας δεν συνεπάγεται το τέλος της προσπάθειας ούτε υπάρχουν περιθώρια εφησυχασμού. Στο εφεξής, η οικονομική πολιτική θα πρέπει να στρέψει την προσοχή της στην αντιμετώπιση των προβληματικών αποθεμάτων (stocks) που δημιούργησε η μακρόχρονη οικονομική κρίση στους ισολογισμούς της ελληνικής οικονομίας. Σε αυτό εκτός από τις ευθύνες που έχει κάθε τομέας της οικονομίας (δημόσιο, νοικοκυριά, επιχειρήσεις, τράπεζες) επισημαίνεται ότι και «ο πολιτικός κόσμος θα πρέπει να συνδράμει με μια ελάχιστη συναίνεση καθώς η σταθεροποίηση ξεπερνά τα συνταγματικά όρια μιας Κυβέρνησης».

Κάνοντας ανασκόπηση

Στη διάρκεια του 2017 οι κυριότερες οικονομικές μεταβλητές παρουσίασαν βελτίωση:

Ο ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ ήταν θετικός και διαμορφώθηκε στο 1,4% το 2017, έπειτα από δύο χρόνια στασιμότητας. Αυτό οφείλεται κυρίως στην ιδιαίτερα θετική επίδοση των επενδύσεων (παρουσίασαν αύξηση 9,6%) και των εξαγωγών (αύξηση 6,8% ), καθώς η ιδιωτική κατανάλωση παρουσίασε στασιμότητα (αύξηση 0,1%) και η δημόσια κατανάλωση υποχώρησε κατά 1,1%.

Η ρευστότητα της οικονομίας βελτιώθηκε καθώς καταγράφηκε αύξηση των νέων τραπεζικών δανείων, ιδιαίτερα των επιχειρηματικών, ως επακόλουθο, μεταξύ άλλων, της αύξησης των καταθέσεων κατά 6,9 δισ. ευρώ στις εγχώριες τράπεζες, της σταδιακής απεξάρτησής τους από τον Έκτακτο Μηχανισμό Ρευστότητας (ELA) και της βελτίωσης της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού δηλαδή κατ’ ουσίαν της μείωσης των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων. Παράλληλα, η άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων του 2018 για τις ελληνικές τράπεζες ολοκληρώθηκε, χωρίς να προκύψουν πρόσθετες κεφαλαιακές ανάγκες.

Ο ρυθμός πληθωρισμού, αν και επιβραδύνθηκε, παραμένει θετικός, ενώ το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι σχεδόν ισορροπημένο.

Η ανεργία μειώθηκε κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες φτάνοντας στο τέλος του 2017 στο 21,5% από 23,6% στο τέλος του 2016, η απασχόληση αυξήθηκε με τον υψηλότερο ρυθμό που έχει παρατηρηθεί από το 2001 και οι ροές μισθωτής εργασίας κατέγραψαν το υψηλότερο θετικό ισοζύγιο από το 2013.

Το πρωτογενές πλεόνασμα ξεπέρασε τους στόχους του προγράμματος για τρίτο έτος φτάνοντας το 2017 στο 4,2% του ΑΕΠ και καταγράφηκε συνολικό πλεόνασμα (συμπεριλαμβανομένων των τόκων δημοσίου χρέους) για δεύτερο συνεχές έτος κατά 0,8% του ΑΕΠ.

Οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων συνεχίζουν να καταγράφουν αποκλιμάκωση με αποτέλεσμα η διαφορά τους (spread) έναντι των αποδόσεων των αντίστοιχων γερμανικών και πορτογαλικών τίτλων να έχει περιοριστεί.

Λαμβάνοντας υπόψη τις παραπάνω εξελίξεις στην πραγματική οικονομία, οι προσδοκίες για τη χώρα μας είναι θετικές. Με βάση τις πιο πρόσφατες προβλέψεις από την ΕΕ και το ΔΝΤ τονίζεται ότι το 2018 αναμένεται επιτάχυνση του ρυθμού μεγέθυνσης της ελληνικής οικονομίας κοντά στο 2% ενώ ήδη αρκετοί βραχυχρόνιοι δείκτες οικονομικής δραστηριότητας και προσδοκιών παρουσιάζουν θετική εικόνα.

Σημειώνεται επίσης ότι δημοσιονομικά στοιχεία του πρώτου τριμήνου καταδεικνύουν ότι είναι απόλυτα εφικτή η επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων του προγράμματος προσαρμογής για το 2018 η οποία αναμένεται να οδηγήσει σε περαιτέρω μείωση των αποδόσεων των ελληνικών ομολόγων

Υπογραμμίζεται επίσης ότι προϋπόθεση για την επίτευξη των ευνοϊκών προβλέψεων για το 2018 συνιστά η ολοκλήρωση της τέταρτης και τελευταίας αξιολόγησης που θα οδηγήσει σε ολοκλήρωση του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής.

Ελάφρυνση χρέους χωρίς "αιρεσιμότητες"

Όπως επισημαίνεται, η ολοκλήρωση του προγράμματος και ο τερματισμός της χρηματοδότησης από τον επίσημο τομέα θα οδηγήσουν στον καθορισμό ενός νέου πλαισίου εποπτείας. Με δεδομένο ότι το επίσημο πλαίσιο για την «Άσκηση εποπτείας μετά το πρόγραμμα» του κανονισμού 472/2013 δεν είναι ιδιαίτερα λεπτομερές, οι ακριβείς όροι θα καθοριστούν από την πολιτική διαπραγμάτευση που θα ολοκληρωθεί στους επόμενους μήνες.

Σε ό,τι αφορά την ελάφρυνση του χρέους το κρίσιμο ζητούμενο, σύμφωνα με την έκθεση είναι τα μέτρα ελάφρυνσης που θα αποφασιστούν θα πρέπει να συμβάλουν στη μελλοντική σταθερότητα και να μην χαρακτηρίζονται από αιρεσιμότητα – καθώς κάτι τέτοιο καθιστά δύσκολη την εκτίμηση των χρηματοδοτικών αναγκών της ελληνικής οικονομίας και θα καταστήσει δαπανηρότερη την αποκατάσταση της κανονικής χρηματοδότησης του Ελληνικού Δημοσίου από τις ιδιωτικές αγορές, δηλαδή τον τελικό σκοπό του όλου εγχειρήματος.

Η ολοκλήρωση του προγράμματος και η εξάλειψη των εξωτερικών ανισορροπιών της ελληνικής οικονομίας υπήρξε το αποτέλεσμα μεταρρυθμίσεων και προσπαθειών διαδοχικών κυβερνήσεων τα τελευταία οκτώ χρόνια και σημαντικών επιβαρύνσεων για τους πολίτες της χώρας. Το ελληνικό κράτος έχει ένα υψηλό δημόσιο χρέος περίπου 330 δις ευρώ, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου ανήκει στον επίσημο τομέα των κρατών μελών της Ευρωζώνης, δηλαδή η εξυπηρέτησή του αποτελεί αντικείμενο πολιτικής διαπραγμάτευσης.

Οι εγχώριες επιχειρήσεις και νοικοκυριά, έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές περίπου 130 δισ. ευρώ προς το ελληνικό δημόσιο (φορολογικές αρχές και ασφαλιστικά ταμεία) και άλλα 95 δισ. ευρώ στις τράπεζες από μη εξυπηρετούμενα δάνεια. Αυτό το τελευταίο σημαίνει ότι περίπου τα μισά δάνεια των τραπεζών δεν εξυπηρετούνται, την ίδια ώρα που οι καταθέσεις τους έχουν συρρικνωθεί σημαντικά σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο.

Στις προκλήσεις που έχει να αντιμετωπίσει ακόμα η οικονομία αναφέρονται σε ό,τι αφορά τις εξωτερικές επιδράσεις, τον αυξανόμενο προστατευτισμό από τις ΗΠΑ, ενδεχόμενες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές χρήματος και κεφαλαίου από μια ταχύτερη του αναμενόμενου εξομάλυνση της νομισματικής πολιτικής στις αναπτυγμένες οικονομίες μέσω αύξησης των επιτοκίων.

Στα 230 δισ. ευρώ το ιδιωτικό χρέος

Η έκθεση αναφέρεται εκτός των άλλων σε ειδικό κεφάλαιο και στην εκρηκτική διόγκωση του ιδιωτικού χρέους επιχειρήσεων και νοικοκυριών σε δημόσιο και τράπεζες που φτάνει πλέον τα 230 δις ευρώ, από τα οποία τα 97,8 δις ευρώ είναι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και 130 δις ευρώ οι οφειλές σε εφορία και ασφαλιστικά ταμεία.

Συνδυάζοντας τα στοιχεία ΑΑΔΕ και ΚΕΑΟ, σύμφωνα με την έκθεση προκύπτει ότι το ύψος των ληξιπρόθεσμων οφειλών των φορολογούμενων και ασφαλισμένων προς το δημόσιο ξεπερνάει τα 130 δις ευρώ, δηλαδή το 73% του ΑΕΠ. Συνοπτικά, 46,7 δις προέρχονται από φορολογικά πρόστιμα και πρόσθετα τέλη ασφαλιστικών οφειλών, 22,9 δις από κύριες ασφαλιστικές οφειλές, 21,6 δις από ΦΠΑ, 18,8 δις από φόρους εισοδήματος και 10,6 δις από καταπτώσεις εγγυημένων δανείων. Άλλα 4,7 δις αφορούν λοιπές κατηγορίες φορολογικών οφειλών (τα 2,7 δις είναι φόροι περιουσίας) και τα υπόλοιπα 5,8 δις είναι μη φορολογικές οφειλές (καταλογισμοί, αχρεωστήτως καταβληθέντα, κλπ.).

Σημειώνεται ότι οφειλές προς το δημόσιο δεν επηρεάζουν το δημοσιονομικό αποτέλεσμα. Βεβαιώνονται μεν στην αρχή κάθε έτους αλλά δεν περιλαμβάνονται στα προβλεπόμενα έσοδα. Αυτά που μετρούνται ως έσοδα είναι οι εισπράξεις έναντι φορολογικών και ασφαλιστικών οφειλών.

"Όχι" σε οριζόντιες ρυθμίσεις

Το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής τάσσεται εναντίον σε οριζόντιες ευνοϊκές ρυθμίσεις οφειλών. Όπως τονίζεται «η αυστηρότητα των φορολογικών και ασφαλιστικών αρχών στην είσπραξη των δημόσιων εσόδων θα πρέπει να τηρείται απαρέγκλιτα και να αποφεύγονται γενικευμένες «ευνοϊκές» ρυθμίσεις που δημιουργούν κίνητρα καθυστέρησης πληρωμών και προσδοκίες ευνοϊκής αντιμετώπισης και αναβολής των προστίμων, αποδυναμώνοντας τη φορολογική και ασφαλιστική συμμόρφωση». Τέλος, οι όροι και οι προϋποθέσεις των επιμέρους ρυθμίσεων θα πρέπει να ακολουθούν ενιαίους και διαφανείς κανόνες που θα καθορίζονται σε κεντρικό επίπεδο και θα εφαρμόζονται με σχετικά αυτόματο τρόπο.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Βουλή

ADVERTISING

SHARE: