Ρόμπα: Καλύτερα κουμπώστε την

Φωτογραφία αρχείου
Φωτογραφία αρχείου EUROKINISSI

Τα πολεμικά λάφυρα στα παλιά γερμανικά και η παραιτημένη νοικοκυρά

Το πρόχειρο εξωτερικό φόρεμα που φορούν οι γυναίκες κυρίως μέσα στο σπίτι, πάνω από το νυχτικό ή τα εσώρουχά τους, λέγεται ρόμπα. Πριν μιλήσουμε για την ετυμολογία, να σημειώσουμε πως ρόμπα, συνήθως λευκή, φορούν επίσης οι γιατροί κι οι νοσοκόμες, ενώ οι δικαστικοί στα αγγλικά φορούν «robe», τήβεννο, δηλαδή μακρύ επίσημο ένδυμα που κουμπώνει μπροστά.

Η λέξη παράγεται από το ιταλικό «roba», που κι αυτό προέρχεται από την παλιά γαλλική λέξη «robe», που σημαίνει, σύμφωνα με το λεξικό Μπαμπινιώτη, «πολυτελές ένδυμα, που ο εχθρός αρπάζει ως λάφυρο» - στα παλιά γερμανικά «raube» σήμαινε τη λεία, το λάφυρο.

Βέβαια, στην νεοελληνική αργκό η έκφραση «γίνομαι ρόμπα» σημαίνει γελοιοποιούμαι, ενώ ο ενεργητικός τύπος, «κάνω ρόμπα», σημαίνει ρεζιλεύω. Το άκρον άωτον αυτού του ρεζιλέματος είναι να γίνει κάποιος ή κάποια «ρόμπα ξεκούμπωτη». Τώρα, εσείς θα αναρωτηθείτε ευλόγως πώς και γιατί δηλαδή το πρόχειρο ένδυμα σπιτιού σχετίζεται με τη γελοιοποίηση.

Από πού κρατάει η σκούφια μας

Κάθε λέξη κρύβει μια ιστορία. Η ετυμολογία της, δηλαδή η αναζήτηση της προέλευσής της και της αρχικής της σημασίας, μπορεί να μας οδηγήσει πολύ μακριά, τόσο στα ονόματα των ανθρώπων και των τόπων, όσο και στις λέξεις που περιγράφουν αντικείμενα και αφηρημένες έννοιες.

ADVERTISING

SHARE: