ΜΙΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΣΤΟ ΚΑΡΑΚΑΣ, ΠΡΙΝ ΔΕΚΑΤΡΙΑ ΧΡΟΝΙΑ
Ο Τσάβεζ ήταν ζωντανός, το Καράκας σχετικά άγνωστο, οι αντιφάσεις παρούσες κι εκκωφαντικές. Κι όμως, στο μέλλον τα πράγματα έγιναν ακόμα χειρότερα…
Ο Ούγο Τσάβεζ ήταν ακόμα ζωντανός. Διένυε τον 13ο χρόνο προεδρίας, έχοντας φανεί αρκετά ανθεκτικός στο πραξικόπημα του 2002, στη γενική απεργία που ακολούθησε, αλλά και στο δημοψήφισμα του 2004 που με σχεδόν 60% επικύρωσε την παραμονή του στην εξουσία. Ήταν όμως ήδη άρρωστος, το είχε ανακοινώσει λίγους μήνες πριν στην τηλεόραση της Κούβας και μάλλον γι’ αυτό είχε σταματήσει λίγους μήνες πριν το talk show Γεια σου Πρόεδρε! (Aló Presidente – ο απόλυτος προπομπός των σημερινών vidcasts) με το οποίο ανάμεσα σε τραγούδια, ιστορίες κι ανέκδοτα, κήρυττε τον «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα». Ή έστω τη δική του εκδοχή, καταλάβατε.
Το Καράκας ήταν, μέχρι αυτές τις μέρες ίσως, μια πρωτεύουσα σχετικά άγνωστη στην Ευρώπη. Χωρίς πολλές αναφορές στην ποπ κουλτούρα, χωρίς αθλητική μυθολογία, συνδεδεμένη προφανώς με το πετρέλαιο και γενέτειρα του θρυλικού στρατηγού Σιμόν Μπολιβάρ, του ηγέτη που απελευθέρωσε τη Νότια Αμερική από τον ισπανικό ζυγό.
Κι εγώ είχα φτιάξει βαλίτσες για το πρώτο υπερατλαντικό μου ταξίδι. Για το προολυμπιακό τουρνουά μπάσκετ που θα έδινε τα εισιτήρια για τους αγώνες του Λονδίνου, λίγες εβδομάδες αργότερα. Οι φήμες τότε έλεγαν ότι ο Τσάβεζ είχε βγάλει από το θησαυροφυλάκιο από 3 έως 5 εκατομμύρια πετροδόλαρα για να αποκτήσει τη διοργάνωση. Και φυσικά ήθελε να πάνε όλα σωστά, να βγει το καλό πρόσωπο της Βενεζουέλας στα -λίγο περισσότερα από το κανονικό- διεθνή μάτια που ήταν στραμμένα στο Καράκας. Κι όσοι ήμασταν καλεσμένοι, εκμεταλλευτήκαμε στο έπακρο αυτή τη γενική επιστράτευση – πόσες φορές στη ζωή σου μπορείς να είσαι σε ένα βαν με τον Βαγγέλη Ιωάννου και μπροστά-πίσω δύο μοτοσικλετιστές της στρατιωτικής αστυνομίας να ανοίγουν δρόμο για να πάρετε τις διαπιστεύσεις σας;
Άλλωστε, οι Βενεζολάνοι, κατά τη διάρκεια των αγώνων, θα γιόρταζαν και την Ημέρα της Μπολιβαριανής Ανεξαρτησίας (5/7), περιμένοντας καλεσμένους απ’ όλον τον κόσμο για να γιορτάσουν “patrio y socialismo”. Τώρα είναι που πρέπει να σας χτυπήσει ένα καμπανάκι για τις μέρες της παλιάς πόλωσης της ορθόδοξης, εκεί στα πρώτα χρόνια της κρίσης, που στα σόσιαλ τσακώνονταν για τη φωτογραφία του Τσάβεζ με Ρένα Δούρου και Κώστα Ήσυχο.
Με το που φτάσαμε, μέσω Ρώμης, στο Καράκας, οι οθόνες στο αεροδρόμιο “Simon Bolivar” (obvs) έδειχναν την ποδοσφαιρική εθνική Ισπανίας να κατακτά το EURO του 2012, κερδίζοντας τους Ιταλούς όσο εμείς διασχίζαμε τους αιθέρες. Τρεις έλεγχοι διαβατηρίων και κατόπιν πυρά προσφορών από ταξιτζήδες για να μας πάνε στην πόλη – ο καθένας να λέει μεγαλύτερη τιμή από τον προηγούμενο, τον οποίο αποκαλούσε φυσικά «πειρατή». Μπήκαμε τελικά σε κάτι 4×4 και ξεκινήσαμε την 40λεπτη διαδρομή μέχρι το Καράκας. Αριστερά-δεξιά μας, πολύχρωμοι οικισμοί από παραγκουπόλεις κι ο δρόμος να μοιάζει με καλτ φεστιβάλ ρετρό οχημάτων (ας πούμε, απίστευτες 50s Σεβρολέτ χωρίς πινακίδες) κι εξεζητημένων τρόπων οδήγησης. Τα σιδερένια κάγκελα στα παράθυρα των διαμερισμάτων των εργατικών πολυκατοικιών (σε διαδοχικά οικοδομικά τετράγωνα), κάπως ανατριχιαστικά. Μια καλή υπενθύμιση, ενώ ήμασταν ακόμα στις πρώτες μέρες του ίνσταγκραμ και πριν εισβάλλει η έννοια «υπερτουρισμός» στη ζωή μας, ότι το combo φτώχεια/κίνδυνος είναι “vibe”, «φετίχ» κι «εμπειρία» μέχρι να το δεις να ξετυλίγεται μπροστά σου.
Καταρρέοντας μετά από μια μέρα που είχε τελικά 32 ώρες, ξυπνήσαμε το επόμενο πρωί με το αίνιγμα του “cambio paralelo”. Το χρήμα στη Βενεζουέλα, όπως και σε αρκετές ακόμα οικονομίες γονατισμένες από τον πληθωρισμό, είναι σχετική υπόθεση. Η τότε ισοτιμία ήταν περίπου 1 ευρώ προς 5,5 μπολιβάρες, μόνο που αν την ακολουθούσες, σου ερχόταν ο ουρανός στο κεφάλι και καταλάβαινες γιατί το Καράκας ήταν το 2012 η 16η πιο ακριβή πόλη στον κόσμο. Στην πραγματικότητα, παντού, από τον δρόμο (όχι καλή ιδέα) μέχρι τη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου (καλύτερα) και κάθε είδους «ανταλλακτήρια» σε όλη την πόλη, μπορούσες να βρεις ισοτιμια έως και 1 προς 11. (Αλλάζοντας ακόμα και με επιχειρηματίες που έκαναν εισαγωγές-εξαγωγές και χρειάζονταν ευρώ και δολάρια για να ξεπερνούν το επιβεβλημένο πλαφόν συναλλαγών.) Μόλις τα καταλάβαμε στην πράξη όλα αυτά, θυμηθήκαμε τον υπεύθυνο ασφαλείας στο αεροδρόμιο που μας έλεγε συνεχώς “paralelo”. Κι εμείς έχοντας ταξιδέψει με ελλιπές homework, να τον κοιτάμε με σχετική απορία.
Για την δραματική ιστορία της οικονομίας της Βενεζουέλας ως μεγαλύτερης πετρελαιοπαραγωγού χώρας στον κόσμο, ακούτε και διαβάζετε παντού αυτές τις μέρες. (Εδώ ένα σύντομο explainer για το πώς φτάσαμε στην επέμβαση Τραμπ.) Εθνικοποιήσεις, αμερικάνικες εταιρείες, ισορροπία του τρόμου, εμπάργκο και κυρώσεις, ο ρόλος του τριγώνου Κίνα-Ιράν-Ρωσία. Στη μέση, μια χώρα που θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένα αυτάρκης να είναι στην πραγματικότητα εξαθλιωμένη.
Θυμάμαι πίσω στο 2012, τότε που με λιγότερο από 1 ευρώ (!) γέμιζες δίλιτρο αυτοκίνητο, μια συμπαθέστατη ελληνοβενεζολάνα 50αρα που είχε ζήσει όλη της την ζωή στο Καράκας, πριν και μετά τον Τσάβεζ, να μας λέει ότι «η Βενεζουέλα είναι μια πολύ περίεργη χώρα». Η παράλληλη οικονομία εκτίνασσε τις τιμές, με τον κατώτατο μισθό καθηλωμένο περίπου στα 180 ευρώ. Ο Κομαντάντε είχε εξασφαλίσει οριζόντια κοινωνική συμμετοχή σε μια σειρά από βασικές κρατικές παροχές. Δωρεάν στέγη, εκπαίδευση και περίθαλψη ύστερα από μια εντυπωσιακή μεταρρύθμιση στο σύστημα υγείας, σημαντική βελτίωση των μεταφορών συν διαφορών ειδών άλλα επιδόματα. Θυμάμαι να μας λένε ότι με διαφορετικές αφορμές μοίραζε ακόμα και τηλεοράσεις ή μηχανάκια. Πάντα σαν «καλός πατερούλης» που φροντίζει προσωπικά για το λαό του και δεν ξεχνά να του το υπενθυμίζει συνεχώς, η φιγούρα του ήταν παντού στο Καράκας από τα murals στις μεγάλες λεωφόρους μέχρι την οθόνη της τηλεόρασης (στην οποία μια μέρα είδα πλάνα από πλατεία Συντάγματος, ως τρέιλερ προβολής του ντοκιμαντέρ Καταστρόικα από τον Άρη Χατζηστεφάνου).
Κι αυτές οι παροχές ήταν που έκαναν τον κόσμο να παραβλέπει την αυταρχικότητα του καθεστώτος. Ένα καθεστώς που, μεταξύ άλλων, διατυμπάνιζε ότι τα τελευταία χρόνια είχε κόψει μαχαίρι το τσιγάρο στους πολίτες του και είχε διαλύσει τα καζίνο. Βέβαια, όπως μας έλεγαν, υπήρχε και μια άλλη ανάγνωση. Μετά τα βασικά που σου παρείχε το κράτος, αναλόγως των προσδοκιών του καθενός σε ένα τέτοιο περιβάλλον, συχνά υπήρχαν μόνο δύο επιλογές: η φτώχεια και η εγκληματικότητα.
Η εγκληματικότητα, και η κουβέντα περί αυτής, ήταν ο μπαμπούλας αυτής της εβδομάδας που περάσαμε περίπου 10.000 χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι μας. Τα στοιχεία της εποχής φαίνονταν σοκαριστικά: 53 δολοφονίες την ημέρα για το έτος 2011, δείκτης εγκληματικότητας μεγαλύτερος από το Μεξικό ή ακόμα και τη γειτονική Κολομβία. Οι συστάσεις ήταν δρακόντιες, πιεστικά επαναλαμβανόμενες. «Μην κάνετε του κεφαλιού σας», «μην πάτε πουθενά ασυνόδευτοι», «μην ξεμυτίζετε σε περιοχές/γειτονιές που δεν ξέρετε» – ένα μόνιμο αποτρεπτικό μάντρα. Εκτός από το εντελώς κέντρο της πόλης, εκεί που έβλεπες ότι η «κουλτούρα του mall» ήταν κυρίαρχη και στο Καράκας, ακριβώς επειδή συνεπαγόταν ένα μίνιμουμ ασφάλειας, συνήθως συνυφασμένη με τη διασκέδαση (πακέτο φαγητό, σινεμά, shopping).
Σε μια όμορφη γιορτή που οργάνωσαν τα μέλη της ελληνικής κοινότητας του Καράκας για την ολιγομελή αποστολη που είχε κάνει το ταξίδι από την πατρίδα, πήρα το πονηρό μου ύφος και ρώτησα κάποια στιγμή δυο συνομήλικους, υπάλληλους στην ελληνική πρεσβεία, αν όντως ευσταθεί αυτή η «τρομοκρατία», ελπίζοντας σε ένα πράσινο φως για να ξεθαρρέψω. «Ό,τι σου έχουν πει επί χίλια», ήταν η απάντηση που δεν άφηνε κανένα περιθώριο παρερμηνείας. Ειδικά, αφού τη διάνθισαν κιόλας με λεπτομέρειες για απαγωγές, καρτέλ στη γειτονική Κολομβία και λύτρα που μάταια θα μάζευαν οι μανούλες μας στην Αθήνα.
Επόμενη ερώτηση για το πώς χαλαρώνουν σε μια τόσο επικίνδυνη πόλη. «Σιγά σιγά μαθαίνεις πού μπορείς να κυκλοφορείς, υπάρχουν όμως σημεία που δεν σταματάς ούτε σε κόκκινο στο φανάρι». Εγκληματικότητα υπήρχε πάντα, αλλά στις μέρες του Κομαντάντε οι συμμορίες έφτασαν τις 5.000 σε όλη τη χώρα. Η εναντίον του προπαγάνδα τον ήθελε να έχει μοιράσει και όπλα στους «φαβελάρχες» για να τον υποστηρίξουν σε ενδεχόμενο ανατροπής. Εκεί βρίσκονται και οι καταβολές των colectivos, της πολιτοφυλακής που δρα αυτές τις μέρες κι έχετε διαβάσει στα κατατοπιστικά ρεπορτάζ της Ελευθερίας Τσαλίκη.
Τα πράγματα δυστυχώς έγιναν χειρότερα. Λιγότερο από έναν χρόνο μετά, τον Μάρτιο του 2013, ο Τσάβεζ πέθανε μόλις στα 58 του. (Θεωρίες συνωμοσίας ανέφεραν μέχρι κι ότι είχε πεθάνει τρεις μήνες νωρίτερα, αλλά καθυστέρησαν την αναγγελία της για πολιτικούς λόγους.) Πολιτική αστάθεια, συνεχείς παρεμβάσεις ξένου παράγοντα, καταγγελίες για πειραγμένες εκλογές, πραξικόπημα Γκουαϊδό (τον οποίο αναγνώρισαν στη Δύση, προτού καθαιρεθεί από τους ίδιους τους βουλευτές του), επιβίωση Μαδούρο με καταγγελίες από τη Διεθνή Αμνηστία για σοβαρές παραβάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από το καθεστώς του.
Κι ένας οικονομικός στραγγαλισμός άνευ προηγουμένου: ο πληθωρισμός υπερδιπλασιάστηκε, το μπολιβάρ υποτιμήθηκε κι άλλο, από το 2019 και μετά το εμπάργκο των ΗΠΑ έγινε πλήρες. Το 1/3 του πληθυσμού της χώρας μετανάστευσε, 2000 άνθρωποι κλείστηκαν στις φυλακές ως αντιφρονούντες στο σύστημα Μαδούρο, διεθνείς παρατηρητές ανέφεραν ότι ο Μαδούρο έκλεψε τις εκλογές του 2024.
Αυτές τις μέρες μπορούμε να βρούμε στο ίντερνετ δεκάδες στιγμιότυπα που να δικαιώνουν τη μία ή την άλλη πλευρά. Βενεζολάνους να διεκδικούν κλαίγοντας την εθνική τους ανεξαρτησία από το ωμό χτύπημα του σερίφη Τραμπ και συμπατριώτες τους να πανηγυρίζουν κλαίγοντας που, έστω με αυτόν τον τρόπο, έπεσε το καθεστώς Μαδούρο και ίσως αναπνεύσουν περισσότερη ελευθερία. Όσο ανακαλώ εκείνη την εβδομάδα στο Καράκας, δεκατρία χρόνια πριν, καταλαβαίνω ότι μπορούν να ισχύουν και τα δύο, χωρίς κανένα τους να είναι απολύτως σωστό.
Γιατί αυτή η χώρα είναι καταδικασμένη στις αντιφάσεις που παράγει ο «μαύρος χρυσός». Δηλαδή, ο ιμπεριαλισμός. Στις φαβέλες που συνωστίζονται οι πολλοί φτωχοί και στα φρούρια που μένουν οι ελάχιστοι πλούσιοι στα προάστια. Στα κορίτσια που επιδεικνύουν τα σιλικονάτα στήθη τους (ως ένδειξη κοινωνικού στάτους περισσότερο από σεξ απίλ) και στα αγόρια που πάνε στα κλαμπ σε μεγάλες παρέες υπό τον φόβο των συμμοριών. Στη θέα που κόβει την ανάσα από το τελεφερίκ που σε ανεβάζει στο εθνικό πάρκο El Avila και στα κάγκελα των παραθύρων που λέγαμε πριν.
Στην άδικη μοίρα να εμφανίζεται ως αυτόκλητος υπερασπιστής της δημοκρατίας ο Ντόναλντ Τραμπ με κριτήριο «την ηθική του κι όχι το Διεθνές Δίκαιο», όπως δήλωσε στους NY Times. Κι ο υπόλοιπος κόσμος να τον παρακολουθεί άπραγος, αν όχι να τον χειροκροτεί μιας και δεν είναι της ώρας «να μιλήσουμε για νομιμότητα», να συνεργάζεται με αυτούς που ήρθε να ανατρέψει, ενώ οι πολίτες τρομοκρατημένοι φοβούνται να κυκλοφορήσουν…