Ντόναλντ Τραμπ 2.0: Πώς αλλάζει το δόγμα του MAGA
Διαβάζεται σε 9'
Η εξωτερική πολιτική του Τραμπ κατά τη δεύτερη θητεία του δεν αποτελεί ούτε αποκήρυξη των αρχών του MAGA, ούτε ολοκληρωτική υιοθέτηση του παρεμβατισμού.
- 21 Ιανουαρίου 2026 09:20
Ένα χρόνο στη δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο, η πραγματικότητα στην εξωτερική πολιτική φαίνεται να είναι πολύ πιο υπολογισμένη: κάτω από το φαινομενικό χάος των στρατιωτικών παρεμβάσεων και των διπλωματικών ρήξεων κρύβεται μια στρατηγική για την αντιμετώπιση της ανόδου της Κίνας, γκρεμίζοντας την ίδια τη διεθνή τάξη που κάποτε οικοδόμησαν οι ΗΠΑ.
Με μια πρώτη ματιά, η στάση που υιοθετεί η διοίκηση Τραμπ στην εξωτερική πολιτική κατά τη δεύτερη θητεία της φαίνεται να σηματοδοτεί μια σαφή απόκλιση από το «κήρυγμα του απομονωτισμού» που προωθούσε το κίνημα MAGA από την πρώτη ομιλία του Τραμπ ως προέδρου το 2017. Καθώς η αμερικανική κυβέρνηση προχωρά βαθύτερα στην τρέχουσα θητεία της, μια σειρά από δηλώσεις και ενέργειες -που κυμαίνονται από τη στρατιωτική εμπλοκή στη Βενεζουέλα, την ρητορική απέναντι στη Γροιλανδία και τις προειδοποιήσεις προς το καθεστώς της Τεχεράνης – φαίνεται, επιφανειακά, να έρχονται σε αντίθεση με την κοσμοθεωρία του «America First». Βασικοί πυλώνες αυτής της κοσμοθεωρίας ήταν η σκόπιμη αποξένωση των συμμάχων των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, η υιοθέτηση μιας συναλλακτικής προσέγγισης στις συνεργασίες και διμερείς σχέσεις και μια αυτοσυγκράτηση απέναντι στη Ρωσία.
Αυτή η μετατόπιση δεν πέρασε απαρατήρητη κατά τη διάρκεια του σχηματισμού της νέας διοίκησης στο Λευκό Οίκο. Ο διορισμός του γερουσιαστή Μάρκο Ρούμπιο ως υπουργού Εξωτερικών ερμηνεύτηκε ευρέως ως ένα πρώιμο σημάδι μιας πιο κλασικής, νεοσυντηρητικής στροφής σε αυτό που πολλοί πολιτικοί επιστήμονες και διεθνείς αναλυτές ονόμασαν «Τραμπ 2.0». Η στροφή στην εξωτερική πολιτική κέρδισε περαιτέρω έδαφος τους μήνες που ακολούθησαν, παρά το γεγονός ότι ο Τραμπ συνεχίζει να περιβάλλεται από ένθερμους υποστηρικτές του MAGA, συμπεριλαμβανομένου του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς, του οποίου τα ιδεολογικά διαπιστευτήρια παραμένουν σταθερά ριζωμένα στις αρχές του μη παρεμβατισμού. Πρόσφατες ενέργειες των ειδικών δυνάμεων των ΗΠΑ στη Νιγηρία και τη Βενεζουέλα, σε συνδυασμό με όσα διαδραματίζονται και προετοιμάζονται σε Γροιλανδία και Ιράν, έχουν ενισχύσει την επικρατούσα εκτίμηση για μια ολοένα και πιο παρεμβατική αμερικανική προεδρία στο διάστημα που θα ακολουθήσει.
Αποδέσμευση από την ισχύουσα ισορροπία δυνάμεων
Ο πρώτος πυλώνας αυτής της νέας στρατηγικής στροφής στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής είναι η αποδέσμευση των ΗΠΑ από την διεθνή τάξη όπως διαμορφώθηκε μετά το 1945, η οποία συχνά συνδέεται με το σύστημα του Bretton Woods. Από την οπτική γωνία του MAGA, η μεταπολεμική ισορροπία δυνάμεων είχε περιορίσει την ελευθερία δράσης των ΗΠΑ, ενώ παράλληλα προσέφερε δυσανάλογα οφέλη σε αντίπαλες δυνάμεις, πάνω απ’ όλα στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας. Οι πολυμερείς θεσμοί, οι συμμαχικές υποχρεώσεις και τα παγκόσμια εμπορικά συστήματα δεν θεωρούνται πλέον ως πολλαπλασιαστές ισχύος, αλλά ως δομικά εμπόδια που αποδυναμώνουν την κυριαρχία και τη στρατηγική αυτονομία των ΗΠΑ.
Αυτή η κριτική απηχεί ένα ευρύτερο αναθεωρητικό ρεύμα στην αμερικανική στρατηγική σκέψη, όλο και πιο ορατό σε όλο το πολιτικό φάσμα και σε πολλές δεξαμενές σκέψεων. Η Ουάσινγκτον, σε αυτή την ανάγνωση, δεν αντιλαμβάνεται πλέον τον εαυτό της ως τον δημιουργό συστημάτων και τον αποδέκτη πλεονεκτημάτων από το ισχύον καθεστώς ισορροπίας, αλλά περισσότερο ως μια δύναμη που επιβαρύνεται από κανόνες και θεσμούς που άλλοι εκμεταλλεύονται πιο αποτελεσματικά. Η διατάραξη αυτής της τάξης -ακόμα και με το κόστος της διπλωματικής τριβής και της μεγαλύτερης στρατιωτικής εμπλοκής – δεν είναι επομένως μια ακούσια συνέπεια της εξωτερικής πολιτικής του Τραμπ, αλλά ένας από τους κεντρικούς της στόχους.
Η αντιμετώπιση της Κίνας ως βασικού γεωπολιτικού ανταγωνιστή
Ο δεύτερος, και πιο αποφασιστικός ίσως, πυλώνας είναι η συστηματική αντιμετώπιση της Κίνας ως κύριου στρατηγικού «αμφισβητία» και ανταγωνιστή των ΗΠΑ διεθνώς. Η αναγνώριση της απειλής του Πεκίνου αποτελεί τον συνδετικό κρίκο που συνδέει φαινομενικά ασύνδετες ενέργειες των ΗΠΑ σε πολλά διαφορετικά γεωγραφικά μήκη και πλάτη. Από την Ανατολική Ασία έως το Δυτικό Ημισφαίριο, από την αρχιτεκτονική του παγκόσμιου εμπορίου έως στρατηγικά σημεία ναυτικής «συμφόρησης» όπως ο Παναμάς και η Νότια Σινική Θάλασσα, η αμερικανική προβολή ισχύος γίνεται καλύτερα κατανοητή ως μια προσπάθεια αμφισβήτησης του αυξανόμενου οικονομικού, διπλωματικού και στρατιωτικού αποτυπώματος της Κίνας.
Αυτή η προσέγγιση δεν αποτελεί μια επιστροφή σε μια ανάσχεση τύπου Ψυχρού Πολέμου, ούτε μοιάζει με τον φιλελεύθερο παρεμβατισμό προηγούμενων αμερικανικών διοικήσεων. Αντίθετα, αντανακλά μια επιλεκτική και συναλλακτική μορφή εμπλοκής που στοχεύει στη διατάραξη της παγκόσμιας προόδου του Πεκίνου, αποφεύγοντας παράλληλα τις μόνιμες δεσμεύσεις και τις κανονιστικές φιλοδοξίες του παραδοσιακού διεθνιστικού μοντέλου. Όπως έχουν επανειλημμένα υποστηρίξει ανώτεροι αξιωματούχοι των ΗΠΑ, η σημερινή παγκοσμιοποιημένη οικονομία έχει ευνοήσει δυσανάλογα την Κίνα, καθιστώντας αναγκαία μια αναδιάρθρωση του διεθνούς γεωπολιτικού συστήματος.
Υπό αυτό το πρίσμα, ενέργειες που φαίνονται ασύμβατες με τον απομονωτισμό που κηρύσσει το κίνημα του MAGA αποκτούν διαφορετικό νόημα. Δεν αφορούν το παλιό επιχείρημα της «εξαγωγής δημοκρατίας» ή τη σταθεροποίηση γεωγραφικών περιοχών και κρατών, αλλά τη χάραξη ορίων γύρω από την επέκταση της Κίνας και των χωρών με τις οποίες αναπτύσσει προνομιακές σχέσεις.
Η Βενεζουέλα ως προειδοποίηση
Η στρατιωτική δράση στη Βενεζουέλα καταδεικνύει ιδιαίτερα καλά αυτή τη λογική. Για τους υποστηρικτές του MAGA, η επέμβαση και γενικότερη εμπλοκή στη Λατινική Αμερική φαίνεται ασυνήθιστη. Ωστόσο, στρατηγικά, η Βενεζουέλα αντιπροσωπεύει ένα πεδίο στο οποίο η αμερικανική επίδειξη ισχύος χρησιμεύει ως προειδοποίηση κατά της βαθύτερης ευθυγράμμισης με την Κίνα και άλλες αναθεωρητικές δυνάμεις στο Δυτικό Ημισφαίριο. Υπό αυτή την έννοια, η Βενεζουέλα αποτελεί προειδοποίηση, ένα «σήμα» που αποκαλύπτει την στρατηγική επιλογή της Ουάσιγκτον να ενεργήσει τόσο επιλεκτικά όσο και αποφασιστικά για να διατηρήσει τον στρατηγικό της χώρο, ό,τι αντιλαμβάνεται εκείνη ως σφαίρα επιρροής της.
Η ίδια λογική ισχύει και για τη στάση των ΗΠΑ αλλού. Είτε στην Αφρική και την Αρκτική, είτε στις παγκόσμιες εμπορικές διαπραγματεύσεις, οι ενέργειες των ΗΠΑ αντανακλούν μια προσπάθεια επιβολής κόστους σε κράτη και περιοχές που διευκολύνουν την παγκόσμια εμβέλεια της Κίνας, αντί για μια απλή κίνηση παρεμβατισμού όπως γινόταν στο παρελθόν.
Το Ιράν και ο σινο-ευρασιατικός δεσμός
Σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο το Ιράν αποκτά ιδιαίτερη στρατηγική σημασία. Η ανησυχία της Ουάσιγκτον δεν είναι αποκλειστικά το καθεστώς του Ιράν , αλλά το Ιράν ως πιθανός πυλώνας της κινεζικής προβολής ισχύος σε όλη την Ευρασία. Η εικοσιπενταετής στρατηγική συνεργασία που υπογράφηκε μεταξύ Τεχεράνης και Πεκίνου το 2021 – η οποία καλύπτει όψεις στρατιωτικής, τεχνολογικής και οικονομικής συνεργασίας- έχει συνδέσει το Ιράν στενότερα με τις μακροπρόθεσμες φιλοδοξίες της Κίνας, συμπεριλαμβανομένης της πρωτοβουλίας BRI (Belt and Road Initiative) του Πεκίνου για επέκταση σε ολόκληρη την Κεντρική Ασία, τη Μέση Ανατολή και τον Περσικό Κόλπο.
Στο στρατιωτικό σκέλος, η συνεργασία περιλαμβάνει μεταφορές όπλων, κοινές ασκήσεις και ανταλλαγή τεχνολογίας, ενισχύοντας τις αμυντικές και επιθετικές δυνατότητες του Ιράν. Οικονομικά, ενσωματώνει το Ιράν στα ενεργειακά δίκτυα υποδομής της Κίνας. Η γεωγραφική θέση του Ιράν στο σταυροδρόμι της Μέσης Ανατολής, της Κεντρικής Ασίας και της Νότιας Ασίας το καθιστά απαραίτητο για την ηπειρωτική συνδεσιμότητα και τη θαλάσσια στρατηγική του Πεκίνου.
Η δωδεκαήμερη σύγκρουση του καλοκαιριού του 2025, ενώ αποδυνάμωσε το Ιράν στο εσωτερικό, φαίνεται να επιτάχυνε αυτή τη σύγκλιση αυξάνοντας την εξάρτηση της Τεχεράνης από την κινεζική οικονομική και τεχνολογική υποστήριξη. Από την οπτική γωνία της Ουάσιγκτον, ο κίνδυνος είναι σαφής: Το Ιράν θα μπορούσε να αναδειχθεί ως στρατηγικός άξονας σε μια ευρύτερη ευρασιατική ευθυγράμμιση που αποδυναμώνει την επιρροή των ΗΠΑ σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και πέρα από αυτήν.
Πίεση χωρίς πολεμική κλιμάκωση
Πρέπει επομένως οι Ιρανοί ηγέτες να φοβούνται την επικείμενη στρατιωτική δράση των ΗΠΑ; Όχι απαραίτητα, τουλάχιστον με τη συμβατική έννοια. Ένα μεγάλης κλίμακας χτύπημα πιθανότατα θα κατέστρεφε τις υποδομές του Ιράν, ενώ παράλληλα θα το ωθούσε ανεπανόρθωτα στην τροχιά της Κίνας, αποτέλεσμα που έρχεται σε αντίθεση με τους στρατηγικούς στόχους της Ουάσιγκτον. Αντίθετα, η έμφαση στην άσκηση της μέγιστης δυνατής πίεσης, με σταθερή κλιμάκωση σε επίπεδο ρητορικής και στρατιωτικής απειλής, υποδεικνύουν έναν πιο λεπτό στόχο: την αποδυνάμωση της εξάρτησης του Ιράν από την Κίνα και τη διατήρηση της Τεχεράνης εκτός μεγάλων, περιφερειακών μπλοκ.
Αυτή η προσέγγιση ευθυγραμμίζεται με μια ευρύτερη αμερικανική προσπάθεια να αποτραπεί η ενοποίηση ενός σινοκεντρικού ευρασιατικού μετώπου, αντί να επιδιωχθεί η αλλαγή καθεστώτος με ευρεία στρατιωτική επιχείρηση.
Το μεταξωτό νήμα κάτω από το μιντιακό υπερθέαμα
Η εξωτερική πολιτική του Τραμπ κατά τη δεύτερη θητεία του δεν αποτελεί ούτε αποκήρυξη των αρχών του MAGA, ούτε ολοκληρωτική υιοθέτηση του παρεμβατισμού. Αντιπροσωπεύει μια στρατηγική αναπροσαρμογή – μια αναπροσαρμογή που απορρίπτει τους περιορισμούς του σημερινού παγκόσμιου συστήματος διεθνών σχέσεων και ισορροπιών, ενώ παράλληλα χρησιμοποιεί επιλεκτική προβολή ισχύος για να αντιμετωπιστεί αυτό που η Ουάσιγκτον θεωρεί ως την κεντρική γεωπολιτική πρόκληση του εικοστού πρώτου αιώνα: την Κίνα και το αναπτυσσόμενο δίκτυο εταίρων της, με το Ιράν ως βασικό κόμβο.
Αυτό που συχνά εμφανίζεται ως αταξία, ως αντίφαση ή ακόμη και ως ιδιοτροπία κρύβει στοιχεία της realpolitik. Κάτω από το πολλές φορές μιντιακό υπερθέαμα του Αμερικανού προέδρου βρίσκεται ένα μεταξωτό νήμα, σκόπιμα τοποθετημένο, συνεχές και προσανατολισμένο στη διαμόρφωση μιας νέας ισορροπίας δυνάμεων και μιας νέας πραγματικότητας σε ένα ασταθές γεωπολιτικό σύστημα.
*Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτής, project coordinator και υπεύθυνος χρηματοδοτικών προγραμμάτων στο ETERON – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή.