Γυναικοκτονία στο Αγρίνιο: “Γιατί τη σκότωσες;” ρώτησε τον δράστη η μητέρα της 43χρονης
Διαβάζεται σε 3'
Στιγμές έντασης στη δίκη για τη γυναικοκτονία της 43χρονης από το Αγρίνιο τον Νοέμβριο του 2024. Η δίκη διακόπηκε για τη Δευτέρα (9/2).
- 02 Φεβρουαρίου 2026 19:57
Στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Λευκάδας ξεκίνησε, σήμερα, Δευτέρα (2/2), η δίκη για τη γυναικοκτονία της 43χρονης Δώρας στο Αγρίνιο τον Νοέμβριο του 2024.
Σύμφωνα με τοπικά μέσα ενημέρωσης, κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας η μητέρα της 43χρονης, κοίταξε τον δράστη και τον ρώτησε, “Γιατί τη σκότωσες;”.
Στον αντίποδα, η μητέρα του δράστη επιχείρησε να ανασκευάσει την αρχική της κατάθεση, υποστηρίζοντας ότι ο γιος της δεν επικοινώνησε μαζί της μετά τη δολοφονία. Υπό το βάρος, όμως, των ερωτήσεων και των πιέσεων του συνηγόρου παραδέχτηκε τελικά την αρχική της κατάθεση, σύμφωνα με την οποία ο κατηγορούμενος δράστης είχε επικοινωνήσει μαζί της και είχε ομολογήσει τον φόνο.
Παράλληλα, σημειώνεται ότι αν και ο συνήγορος του κατηγορούμενου είχε ισχυριστεί ότι ο πελάτης του έχει ψυχολογικά προβλήματα, δεν προσκομίσε κανένα έγγραφο που να αποδεικνύει το πρόβλημα.
Η δίκη διεκόπη για την επόμενη Δευτέρα, όπου και θα ακολουθήσουν περισσότερες καταθέσεις.
Το χρονικό της γυναικοκτονίας
Υπενθυμίζεται πως η 43χρονη Δώρα Ναστούλη, ήταν μητέρα τριών παιδιών, ηλικίας 14, 16 και 18 ετών, που έχασε τη ζωή της από τα πυρά του 30χρονου τότε πρώην συντρόφου της, σε κεντρικό σημείο της πόλης. Η δολοφονία εκτυλίχθηκε μέρα μεσημέρι ενώ το θύμα βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητό της, προκαλώντας σοκ στο πανελλήνιο.
Βάσει του κατηγορητηρίου, το κίνητρο του 30χρονου ήταν η άρνησή του να αποδεχτεί τον τερματισμό της σχέσης τους και την επιθυμία της Δώρας να κάνει μια νέα αρχή. Παρά τις καταγγελίες για ενδοοικογενειακή βία και τους δικαστικούς περιορισμούς, ο δράστης συνέχιζε να την εκφοβίζει και να την παρακολουθεί συστηματικά.
Η 43χρονη μητέρα τριών παιδιών, έχοντας αφήσει πίσω της τον γάμο της και τη μετέπειτα σύντομη σχέση της με τον κατηγορούμενο, βρισκόταν σε μια νέα φάση.
Το μοιραίο απόγευμα του Νοεμβρίου του 2024, ο δράστης είχε προσχεδιάσει το έγκλημα, στήνοντας ενέδρα. Αν και οι Αρχές του είχαν ήδη κατασχέσει τον νόμιμο οπλισμό του λόγω της προηγούμενης μήνυσης της Δώρας, εκείνος μετέβη στην Αθήνα και προμηθεύτηκε παράνομα ένα νέο όπλο από τη «μαύρη αγορά», επιστρέφοντας στο Αγρίνιο για να εκτελέσει το σχέδιό του.
Τη στιγμή που η 43χρονη πάρκαρε το όχημά της, ο 30χρονος την αιφνιδίασε, επιβιβαζόμενος στη θέση του συνοδηγού και την πυροβόλησε θανάσιμα. Μετά την πράξη του, διέφυγε πεζός και κατέφυγε στην περιοχή της Μυρτιάς.
Κατά τη διάρκεια της διαφυγής του, ομολόγησε στην αδελφή του την πράξη του λέγοντας «χτύπησα τη Δώρα». Τελικά, η μητέρα και η αδελφή του ήταν εκείνες που αποκάλυψαν στην αστυνομία το κρησφύγετό του, φοβούμενες για τη ζωή του. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωση της αδελφής του εκείνες τις ώρες: «Να παραδοθεί, να πληρώσει γι’ αυτό που έκανε, αλλά να μην αυτοκτονήσει, να μην τον σκοτώσουν».
Ο δράστης απειλούσε να αυτοκτονήσει κάθε φορά που οι άνδρες της ΟΠΚΕ πλησίαζαν την αποθήκη όπου κρυβόταν. Με την παρέμβαση ειδικού διαπραγματευτή και τη συνδρομή της αδελφής του, η οποία τον πλησίασε και τον αφοπλισε, οι αστυνομικοί κατάφεραν τελικά να τον συλλάβουν.