Γιατί η Βρετανία αλλάζει συνεχώς πρωθυπουργούς;

Διαβάζεται σε 8'
Κιρ Στάρμερ
Κιρ Στάρμερ AP Photo/Alastair Grant

Μέι, Τζόνσον, Τρας, Σούνακ και τώρα ο Στάρμερ. Ο καθένας αποχώρησε για κάποιο λόγο. Ποιο μπορεί να είναι όμως το βαθύτερο πρόβλημα της διακυβέρνησης στη Βρετανία;

“Υπήρξαν εποχές κατά τις οποίες οι πρωθυπουργοί έμοιαζαν να βρίσκονται καθ’ οδόν προς την έξοδο σχεδόν αμέσως μετά την άφιξή τους. Οι μεγάλες στρατηγικές αποφάσεις που αντιμετώπιζε η χώρα αποφεύγονταν ή αναβάλλονταν. Τα δημόσια οικονομικά κλυδωνίζονταν επανειλημμένα, ενώ οι προσπάθειες εξορθολογισμού του φορολογικού συστήματος προσέκρουαν σε οργανωμένα συμφέροντα, συμπεριλαμβανομένων των αγροτών.

Οι μεταρρυθμίσεις στην κοινωνική πρόνοια διαφημίζονταν με τυμπανοκρουσίες, προτού τελικά αποδυναμωθούν. Η πολιτική ζωή κυριαρχούνταν από αντιπαραθέσεις και εσωτερικές συγκρούσεις αντί για πρακτική δράση. Και στο μεταξύ, οι λαϊκιστές περίμεναν στη γωνία”.

Όπως σημειώνει ο Guardian, η παραπάνω περιγραφή δεν είναι ένα απόσπασμα από κάποιο μελλοντικό βιβλίο ιστορίας για τη σημερινή Βρετανία, αλλά αποτελεί περιγραφή της Τέταρτης Γαλλικής Δημοκρατίας, η οποία, μετά τη γέννησή της το 1946, παραπατούσε έως το 1958, όταν το εξαντλημένο καθεστώς παρέδωσε την εξουσία στον στρατηγό Σαρλ ντε Γκωλ για να δημιουργήσει μια νέα πολιτική τάξη πραγμάτων.

Ο Κιρ Στάρμερ δεν αποχώρησε τόσο ήρεμα. Αντιστάθηκε μέχρι τέλους, μέχρι που η νίκη του Άντι Μπέρναμ στο Μέικερφιλντ τον ανάγκασε να αποδεχθεί το αναπόφευκτο. Οι ξένες ιστορικές αναλογίες είναι ό,τι πιο κοντινό έχουμε για να κατανοήσουμε τη σημερινή πολιτική αναταραχή της Βρετανίας, διότι η ίδια η βρετανική ιστορία δεν προσφέρει αντίστοιχα παραδείγματα.

Σχετικό Άρθρο

Ένα πρωτοφανές πολιτικό φαινόμενο

Όπως παρατηρεί ο ιστορικός Άντονι Σέλντον, συγγραφέας του βιβλίου “The Impossible Office?”, που εξετάζει τα 300 χρόνια ιστορίας της πρωθυπουργίας, «δεν υπήρξε ποτέ περίοδος σαν τη σημερινή».

Πράγματι, υπήρξαν δύο δεκαετίες – μία τον 18ο αιώνα (1760-1770) και μία τον 19ο (1827-1837) – όπου οι πρωθυπουργοί διαδέχονταν ο ένας τον άλλον με παρόμοια ταχύτητα. Όμως οι έξι – και σύντομα πιθανώς επτά – πρωθυπουργοί από το 2016 και μετά αποτελούν μοναδικό φαινόμενο, αν ληφθεί υπόψη η γενικότερη ανακύκλωση προσώπων στην κορυφή της εξουσίας.

Στο ίδιο διάστημα υπήρξαν επίσης οκτώ υπουργοί Οικονομικών και εννέα υπουργοί Εξωτερικών. Κάμερον, Μέι, Τζόνσον, Τρας, Σούνακ, Στάρμερ και τώρα, σχεδόν βέβαια, Μπέρναμ. Όταν κοιτάζει κανείς αυτή τη λίστα, η πρώτη σκέψη δεν είναι κάποιο σημαντικό έργο που υλοποιήθηκε, αλλά η ίδια η φρενίτιδα των αλλαγών. Και αυτό δεν είναι σύμπτωση, επισημαίνει το βρετανικό μέσο ενημέρωσης.

O Ρίσι Σούνακ
O Ρίσι Σούνακ AP

Ο Γκας Ο’Ντόνελ, πρώην γραμματέας του υπουργικού συμβουλίου, έχει ζήσει από κοντά τρεις μεταβάσεις εξουσίας: από τη Θάτσερ στον Μέιτζορ, από τον Μπλερ στον Μπράουν και από τον Μπράουν στον Κάμερον.

Κατά τις προπαρασκευαστικές συνομιλίες πριν από τις εκλογές του 2010, ο Ντέιβιντ Κάμερον τού εξήγησε ποιες αλλαγές σκόπευε να ζητήσει στη δημόσια διοίκηση.

«Με ρώτησε: “Και τι μπορώ να κάνω εγώ για εσάς;”», θυμάται ο Ο’Ντόνελ. «Του απάντησα: υπουργούς που θα παραμένουν όσο το δυνατόν περισσότερο στο ίδιο χαρτοφυλάκιο, ώστε να έχουν κάποια πιθανότητα να κατανοήσουν πραγματικά το αντικείμενό τους.»

Ο Ο’Ντόνελ μιλά με εμφανή κόπωση για τις προσπάθειες διατήρησης μακροπρόθεσμων στρατηγικών μέσα σε ένα συνεχές παιχνίδι «μουσικών καρεκλών» μεταξύ υπουργών. Οι συντάξεις είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα ενός τομέα που απαιτεί μακροχρόνια προσέγγιση, καθώς οι πολίτες σχεδιάζουν και αποταμιεύουν για ολόκληρη τη ζωή τους. Κι όμως, υπήρξε περίοδος όπου η Βρετανία είχε εννέα διαφορετικούς υπουργούς Συντάξεων μέσα σε μόλις πέντε χρόνια.

Μια προφανής συνέπεια της αλλαγής πρωθυπουργού είναι ότι αλλάζει αυτόματα και μεγάλο μέρος των υπουργών. Κάθε νέος πρωθυπουργός επιθυμεί να διαμορφώσει το δικό του υπουργικό συμβούλιο, να ανταμείψει συμμάχους και να ελέγξει δύσκολες εσωκομματικές προσωπικότητες.

Έτσι, στην κορυφή βρίσκεται ένας άπειρος ηγέτης, πλαισιωμένος από νέους συμβούλους, οι οποίοι επίσης συχνά δεν γνωρίζουν τον τρόπο λειτουργίας του κέντρου εξουσίας.

Πώς γίνεται αναποτελεσματικό το ίδιο το πρωθυπουργικό αξίωμα

Η Κάθ Χάντον από το Institute for Government αναγνωρίζει ότι κάποια στιγμή οι αναποτελεσματικοί πρωθυπουργοί πρέπει να αποχωρούν. Ωστόσο, ανησυχεί ότι συχνά καθιστούμε αναποτελεσματικό το ίδιο το αξίωμα, στερώντας από τον εκάστοτε πρωθυπουργό τον χρόνο που χρειάζεται για να μάθει, να κυβερνήσει και να ολοκληρώσει τα σχέδιά του.

Η κρίση ηγεσίας στους Εργατικούς αποκάλυψε την αδυναμία του συνθήματος «Change» («Αλλαγή»), χωρίς όμως να διδαχθούν τα απαραίτητα μαθήματα. Από όλες τις πλευρές ακούγεται πλέον το ίδιο αίτημα: «γρηγορότερη και λιγότερο σταδιακή αλλαγή». Όμως οι μεταρρυθμίσεις απαιτούν σοβαρό σχεδιασμό, διαβουλεύσεις, νομοθετικές αλλαγές και κινητοποίηση πόρων.

«Πρέπει να γίνει η δουλειά», λέει η Χάντον. «Και αυτό αναπόφευκτα απαιτεί χρόνο.»

Παράλληλα, η απειλή αποπομπής μπορεί να προκαλέσει σχεδόν την ίδια αναστάτωση με την ίδια την αποπομπή. Η Τερέζα Μέι, μετά την απώλεια της κοινοβουλευτικής της πλειοψηφίας το 2017, βρέθηκε σε έναν διαρκή αγώνα επιβίωσης. Το αποτέλεσμα ήταν ότι σχεδόν όλη η ενέργεια της κυβέρνησης απορροφήθηκε από μία μόνο αποστολή: την επίτευξη συμφωνίας για το Brexit.

Παρόμοια κατάσταση επικράτησε και επί Τζον Μέιτζορ μετά τη «Μαύρη Τετάρτη» του 1992, όταν η στερλίνα κατέρρευσε. Η κυβέρνηση πέρασε τα επόμενα χρόνια σε μόνιμη κατάσταση άμυνας, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να παράγει ουσιαστική πολιτική.

Το ίδιο μοτίβο εμφανίστηκε και επί Στάρμερ. Αρχικά υπήρχε αβεβαιότητα ως προς το τι ακριβώς επιδίωκε η κυβέρνηση. Αργότερα, οι υπουργοί άρχισαν να συμπεριφέρονται σαν να υπηρετούσαν έναν προσωρινό ηγέτη.

Ο Στάρμερ είχε δίκιο όταν προειδοποιούσε ότι η πολιτική αστάθεια έχει οικονομικό κόστος, τονίζει ο αρθρογράφος του Guardian.

Το πρόβλημα για τον Στάρμερ είναι ότι έπαψε να θεωρείται λύση στο χάος. Όπως το σύνθημα της Μέι περί «ισχυρής και σταθερής ηγεσίας», έτσι και η δική του υπόσχεση να «τερματίσει το χάος» κατέληξε αντικείμενο ειρωνείας.

Σχετικό Άρθρο

Γιατί η πρβθυπουργία στη Βρετανία μοιάζει με “αδύνατη αποστολή”;

Η οικονομική στασιμότητα μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση απαντά σε μεγάλο βαθμό στο παραπάνω ερώτημα. Όμως και παλαιότερες γενιές αντιμετώπισαν τεράστιες οικονομικές δυσκολίες: τον πληθωρισμό της δεκαετίας του 1970, την ανεργία της δεκαετίας του 1980 ή τα μεταπολεμικά προβλήματα της δεκαετίας του 1950.

Η διαφορά σήμερα, υποστηρίζει ο αρθρογράφος, είναι ότι η παλιά ταξική διαίρεση έχει αντικατασταθεί από πολλαπλές και αλληλοεπικαλυπτόμενες ρήξεις: πολιτισμικές συγκρούσεις όπως το Brexit, αξιακές διαφωνίες όπως η Γάζα και γενεακές αντιθέσεις μεταξύ μεγαλύτερων ιδιοκτητών κατοικίας και νεότερων ενοικιαστών.

Ο ιστορικός Σουντίρ Χαζαρεσίνγκ βλέπει παρόμοιες αιτίες και στην κρίση της Τέταρτης Γαλλικής Δημοκρατίας: υπήρχαν ταυτόχρονα πάρα πολλές διαφορετικές διαιρέσεις μέσα στην κοινωνία.

Στη σημερινή εποχή, όπου οι αντιπαραθέσεις ενισχύονται συνεχώς, η δημιουργία και η διατήρηση μιας ευρείας πολιτικής συμμαχίας απαιτεί εξαιρετικές πολιτικές δεξιότητες. Ο Μπόρις Τζόνσον προσπάθησε να το πετύχει μέσω της ατζέντας του «levelling up», αλλά δεν διέθετε την επιμονή για να την υλοποιήσει.

Μπόρις Τζόνσον
Ο πρώην Βρετανός πρωθυπουργός, Μπόρις Τζόνσον AP Photo/Matt Rourke, File

Ο Στάρμερ, αντίθετα, απέτυχε κυρίως λόγω έλλειψης φαντασίας και πολιτικής κατανόησης. Θεώρησε ότι η κοινή γνώμη ήταν αμετάκλητα συντηρητική και προσπάθησε να την προσεγγίσει με πολιτισμικό συντηρητισμό, αντί να προβάλλει μια πιο ριζοσπαστική οικονομική ατζέντα που θα μπορούσε να γεφυρώσει τα πολιτισμικά χάσματα.

Τώρα έχει τελειώσει πολιτικά και πολλοί αμφιβάλλουν αν είναι πλέον δυνατό να συγκροτηθεί μια κυβερνητική πλειοψηφία που να μην βασίζεται στον εθνικισμό και τον αποκλεισμό.

Η ιστορικός Μάργκαρετ ΜακΜίλαν θεωρεί ότι η απάντηση βρίσκεται αλλού: οι ηγέτες πρέπει να απευθύνονται στον καλύτερο εαυτό των πολιτών και να τους μιλούν ειλικρινά για την ανάγκη προσπάθειας, θυσιών και, πάνω απ’ όλα, χρόνου.

Παρατηρεί μάλιστα ότι ο Μαρκ Κάρνεϊ στον Καναδά δείχνει να ακολουθεί εν μέρει αυτή τη στρατηγική και να διατηρεί τη δημοτικότητά του.

Το κλειδί για τις μακρόπνοες πολιτικές που χρειάζεται σήμερα η Βρετανία δεν είναι να αφαιρεθεί η πολιτική από τις αποφάσεις, αλλά να ασκηθεί σωστά η πολιτική. Και αυτό είναι το μάθημα που, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, θα πρέπει να κρατήσει ο Άντι Μπέρναμ.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα