Ο Γιώργος Αλκαίος σκηνοθετεί τον “Ημιυπαίθριο”: Μια κωμωδία για τη ζωή που γκρεμίζεται και ξαναστήνεται
Διαβάζεται σε 11'
Ένας σεισμός, έντεκα άνθρωποι, πολλά μυστικά! O Γιώργος Αλκαίος κάνει το πρώτο του σκηνοθετικό βήμα με μια σύγχρονη κωμωδία καταστάσεων, που ονομάζεται “Ημιυπαίθριος”.
- 16 Φεβρουαρίου 2026 11:05
Στην Ελλάδα, η λέξη “Ημιυπαίθριος” συνήθως κρύβει πολεοδομικές αμαρτίες, μαζί με εκείνη τη γνώριμη ελληνική εφευρετικότητα που μετατρέπει το “προσωρινό” σε μόνιμο. Στο θεατρικό κείμενο που συνυπογράφουν ο Γιώργος Αλκαίος και ο Στράτος Αγιοστρατίτης, όμως, τα πράγματα είναι πολύ πιο εκρηκτικά και πιο σουρεάλ.
Στη θεατρική παράσταση «Ημιυπαίθριος» που κάνει πρεμιέρα στις 9 Φεβρουαρίου στο θέατρο Coronet ένας σεισμός στριμώχνει έντεκα ανθρώπους σε λίγα τετραγωνικά μαζί με τα μυστικά, τις ενοχές και τις αλήθειές τους. Και μέσα από μία κωμωδία καταστάσεων – αυτό το είδος που τόσο μας λείπει από τις θεατρικές αίθουσες – οι απρόβλεπτες “παρανομίες” της ζωής αποκαλύπτονται σε όλο τους το μεγαλείο.
Ο Γιώργος Αλκαίος, ένας άνθρωπος απόλυτα ταυτισμένος με τη μουσική περνά στα θεατρικά δρώμενα με καθαρή διάθεση εξερεύνησης και, όσο μου μιλά για τα σχέδιά του, γίνεται φανερός ο ενθουσιασμός με τον οποίο προσεγγίζει αυτή τη νέα φάση – η οποία όπως μας εξηγεί δεν είναι κάτι που προέκυψε ξαφνικά.
Αυτό το διάστημα σκηνοθετεί και υπογράφει τον «Ημιυπαίθριο», έχει έτοιμο τραγούδι με τον Πάνο Βλάχο, και “ετοιμοπόλεμα” άλλα δύο θεατρικά, δύο σειρές και δύο ταινίες. Όπως λέει ο ίδιος, βρίσκεται πλέον στη φάση της “εκτέλεσης” των project γιατί όλα όσα βλέπουμε και θα δούμε είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς περιόδου δουλειάς που ξεκίνησε στη Μήλο, αμέσως μετά τη Eurovision και το «Opa» στο Όσλο.
Η αφετηρία του «Ημιυπαίθριου» δεν βρίσκεται σε κάποιο θεατρικό απωθημένο, αλλά στον χρόνο που του πρόσφερε η όμορφη Μήλος. Μετά τη Eurovision, απομακρύνθηκε συνειδητά από τη σκηνή και έζησε για χρόνια στο νησί, περνώντας μια περίοδο μαθητείας και εσωτερικής ανασύνταξης.
– Η νέα σου παράσταση λέγεται Ημιυπαίθριος. Πότε και πού άρχισε να σχηματίζεται αυτή η ιδέα;
Τα χρόνια μετά τη Eurovision έφυγα από την Αθήνα και πήγα στη Μήλο. Έμεινα εκεί σχεδόν μια δεκαετία. Ήταν μια περίοδος που, για πρώτη φορά μετά από καιρό, είχα χρόνο — χρόνο να δημιουργώ αλλά και να μαθαίνω. Μπήκα συνειδητά σε μια διαδικασία εκπαίδευσης: άρχισα να ψάχνω πώς γράφεται η μουσική για μια ταινία, πώς λειτουργεί η σκηνοθεσία, τι σημαίνει σενάριο, είτε για κινηματογράφο είτε για θέατρο ή σειρά. Μέσα από διαδικτυακά μαθήματα και σεμινάρια άρχισα να χτίζω τις ιδέες μου. Ο Ημιυπαίθριος ξεκινά από εκεί, από τη Μήλο, το 2015.
– Πότε πήρε αυτή η ιδέα τη μορφή παράστασης;
Όταν γύρισα στην Αθήνα, το 2019, βρέθηκα με τον Στράτο Αγιοστρατίτη. Του μίλησα για όσα είχα στο συρτάρι, για τις ιδέες, για το έργο που δούλευα. Ο Στράτος έχει εμπειρία στον χώρο, έχει κάνει πράγματα στο θέατρο, και μου είπε σχεδόν αυθόρμητα: «Γιατί δεν το στήνουμε;». Του άρεσε πολύ αυτό που άκουσε και μπήκαμε μαζί στη διαδικασία να το δουλέψουμε. Ξεκινήσαμε καθαρά ως μια κοινή δημιουργική διαδικασία, χωρίς αρχικό στόχο παρουσίασης. Όταν το ολοκληρώσαμε, ο Στράτος μού είπε: «Τώρα δεν το ανεβάζουμε;». Και κάπως έτσι η ιδέα πήρε τον δρόμο της προς τη σκηνή. Δεν ήταν η επιστροφή στο θέατρο από φιλοδοξία ή “ψώνιο”. Ήταν μια εσωτερική ανάγκη. Η ανάγκη να κάνω κι άλλα πράγματα ταυτόχρονα, να δοκιμάσω νέους δρόμους και τρόπους έκφρασης.
– Τι σε έσπρωξε τελικά να το μοιραστείς με το κοινό;
Αυτό που έχω καταλάβει από όσα έχω ζήσει και φιλοσοφήσει είναι απλό: ό,τι σκεφτόμαστε και είναι καλό, ό,τι δεν κάνει κακό στους άλλους, αξίζει να το δοκιμάζουμε. Να προχωράμε, να τολμάμε, να κάνουμε αυτό που έχουμε στο μυαλό μας. Όλοι είμαστε ίσοι, αλλά δεν είμαστε ίδιοι. Ο καθένας κουβαλάει τον δικό του ρυθμό, τις δικές του αντοχές, τις δικές του ανάγκες. Οπότε είπα: μισή ντροπή δική μου, μισή δική σας – και προχωράμε.
Έντεκα χαρακτήρες, ένας ημιυπαίθριος, μια κωμωδία καταστάσεων
Η προετοιμασία της παράστασης κράτησε περισσότερο από έναν χρόνο. Σήμερα, ο «Ημιυπαίθριος» βασίζεται σε μια δεμένη ομάδα έντεκα ηθοποιών, που δεν αντιμετωπίζουν το έργο ως απλή παραγωγή, αλλά ως κοινή εμπειρία. Όπως μας λέει ο Γιώργος η “ομάδα”, η χημεία και το ταλέντο των ηθοποιών έχει κομβική σημασία σε αυτή τη θεατρική συνάντηση.
Νέοι άνθρωποι, νέα ταλέντα – έστησες από την αρχή μια ομάδα…
Έχω ζήσει από κοντά την ιστορία της ελεύθερης σκηνής τη δεκαετία του ’80, τότε που εμφανίστηκαν πολύ μεγάλα ταλέντα και γεννήθηκαν παραστάσεις που άφησαν αποτύπωμα. Εκείνη η περίοδος είχε κάτι σεμνό, κάτι αληθινό. Αυτό σκέφτηκα κι εγώ: γιατί να μη βρω ξανά πολύ μεγάλα ταλέντα; Όχι απλώς ηθοποιούς, αλλά παιδιά με ουσία, με ένστικτο, με πάθος.
Αυτό που βλέπει σήμερα ο θεατής είναι αποτέλεσμα δουλειάς που ξεπερνά τον έναν χρόνο, για να στηθεί από την αρχή όλη η παράσταση. Δεν βιαστήκαμε. Χτίσαμε μια πολύ δυνατή ομάδα και μπήκαμε κατευθείαν στην ουσία του πράγματος. Να το ζήσουμε όλοι μαζί. Να υπάρξει πραγματική συμμετοχή. Το έργο έχει μία τρέλα όλη η πλοκή και η υπόθεση είναι μία κωμωδία-φάρσα. Μια κωμωδία καταστάσεων, με ανατροπές σε όλα τα επίπεδα – στην πλοκή, στους χαρακτήρες, στην ίδια τη συνθήκη. Και αυτό δεν είναι τυχαίο. Ζούμε σε μια εποχή απόλυτα σουρεαλιστική. Η καθημερινότητα είναι σουρεάλ. Οπότε και το έργο έπρεπε να κουβαλά αυτό το στοιχείο. Να είναι συμβατό με την εποχή μας, να συνομιλεί μαζί της χωρίς διδακτισμό, με χιούμορ και ανατροπές.
Πες μας τη ραχοκοκαλιά της ιστορίας
Η υπόθεση εκτυλίσσεται στο σήμερα, στο Παγκράτι (που είναι και το Coronet), σε ένα δώμα. Εκεί ζει ένας επαγγελματίας «στρίφτης» ινδικής κάνναβης, ο Σάκης, που προμηθεύει VIP πελατεία. Η καθημερινότητά του διακόπτεται όταν εμφανίζεται ο κολλητός του, πρώην υπάλληλος του Υπουργείου Υγείας, ο οποίος φέρνει μαζί του μια σακούλα με πειραματικά χάπια ΑΙ νανοτεχνολογίας — σαν χρωματιστές καραμέλες που επηρεάζουν δραστικά τη συμπεριφορά όποιου τα καταναλώσει.
Ένα χάπι σε επηρεάζει να λες μόνο την αλήθεια. Ένα άλλο γεννά φόβο. Ένα τρίτο προκαλεί αμνησία. Ένα τέταρτο οδηγεί σε ανεξέλεγκτη σεξουαλικότητα. Και κάπου εκεί, ένας σεισμός γκρεμίζει την πολυκατοικία και τους φέρνει όλους κοντά στο ίδιο ημιυπαίθριο ισόγειο. Στην παρέα προστίθενται: ο αστυνομικός διευθυντής της Δίωξης Ναρκωτικών, μια θεούσα, ο διαχειριστής της πολυκατοικίας, μια influencer που “παθαίνει πλάκα” γιατί ξαφνικά δεν μπορεί να κάνει τη δουλειά της, ένας νεκροθάφτης που βγαίνει με την έγκυο γυναίκα του γιατί έπεσε το σπίτι τους, και γενικά μια γκάμα ανθρώπων που κουβαλούν όλοι κάτι κρυφό.
Μέσα στον πανικό, ο καθένας «κουμπώνει» ένα διαφορετικό χάπι και η αλλαγή στη συμπεριφορά τους γίνεται η μηχανή της φάρσας. Τα μυστικά όλων βρίσκονται θαμμένα κάτω από τα συντρίμμια: μια κόκκινη ατζέντα, χρυσές λίρες, ένας σταυρός. Όλοι έχουν κάτι να κρύψουν — και όλοι, ταυτόχρονα, είναι πρωταγωνιστές.
Πώς προσεγγίζεις σκηνοθετικά τον Ημιυπαίθριο και ποια είναι η μεγαλύτερη δυσκολία στη διαχείριση ενός τόσο πολυπρόσωπου έργου;
Σκηνοθετώ με έναν τρόπο πολύ συγκεκριμένο, απολύτως δικό μου. Τα παιδιά είναι πολύ ευχαριστημένα με αυτή τη διαδικασία, γιατί τους είναι ξεκάθαρη και, τελικά, τους διευκολύνει. Όταν βρίσκονται έντεκα άνθρωποι επί σκηνής, χρειάζεσαι πρώτα απ’ όλα μια αρκετά μεγάλη… σκηνή, για να μπορέσει να λειτουργήσει όλο αυτό. Το έργο είναι απαιτητικό ερμηνευτικά, γιατί κάθε ηθοποιός παίζει δύο ρόλους: το «πριν το χάπι» και το «μετά το χάπι». Αυτό σημαίνει συνεχείς εναλλαγές κατάστασης, χωρίς να χαθεί η αλήθεια της στιγμής. Από τις πρώτες συναντήσεις με τους ηθοποιούς – που είναι όλοι απίστευτα ταλαντούχοι – κάναμε μια μεγάλη συζήτηση. Ήθελα πρώτα να μπουν μέσα στο μυαλό μου, να καταλάβουν ακριβώς πώς σκέφτομαι και πώς θέλω να βγει αυτό το έργο προς τα έξω.
Η έννοια της ομάδας φαίνεται να διαπερνά όλη τη διαδρομή σου. Πόσο καθοριστική είναι και στη δουλειά σου στο θέατρο;
Έχω κάνει πολλά και διαφορετικά πράγματα στη ζωή μου, αλλά πάντα ήμουν άνθρωπος της ομάδας. Αν το καλοσκεφτείς, ακόμη και στη Eurovision δεν πήγα ποτέ ως «Γιώργος Αλκαίος». Πήγα ως Γιώργος Αλκαίος & Friends. Κάτι που ίσως δεν θυμάται κανείς, αλλά για μένα ήταν πάντα ουσιαστικό – πήγα με τους φίλους μου.
Από πολύ μικρός ήμουν έτσι. Στα δεκατρία μου, σε κατασκήνωση, ανέβασα μονόπρακτο. Αργότερα, και όταν μεσουρανούσα τη δεκαετία του ’90 και του 2000, δεν άλλαξε κάτι. Ακόμη και τότε, στους χώρους που δούλευα, λειτουργούσα ομαδικά. Δεν ήμουν ο άνθρωπος που καθόταν σπίτι και απλώς έβγαινε το βράδυ να τραγουδήσει. Ήμουν στο στούντιο με τα παιδιά, με τους μουσικούς. Υπήρχε συνεχής δημιουργία, ανταλλαγή, ζύμωση.
Αυτό το ομαδικό στοιχείο στο θέατρο γίνεται ακόμη πιο έντονο. Υπάρχει βεβαία μια άλλη αυστηρότητα, γιατί χρειάζεται απόλυτη συγκέντρωση για να αποδώσεις. Δεν είναι το ίδιο με το τραγούδι. Άλλος ρυθμός, άλλη ευθύνη, άλλη συλλογικότητα. Και αυτό με αφορά βαθιά.
Εδω σίγουρα λειτούργησαν και οι προσλαμβάνουσες από το ξεκίνημά σου, γιατί δεν πρόκειται, για την πρώτη σου επαφή με το θέατρο.
Από το θέατρο ξεκίνησαν όλα. Συγκεκριμένα το 1989, συμμετείχα στη σειρά εκπομπών «Έλα στο Φως» της ΕΡΤ2. Ήταν μια προετοιμασία θεατρικής παράστασης που γυριζόταν παράλληλα, για να βλέπει ο κόσμος πώς στήνεται κάτι από το μηδέν. Στην οντισιόν πήγα 17 χρόνων, μαζί με πάνω από 1.500 παιδιά, και τον μεγάλο Μίνω Βολανάκη μπροστά μας. Ήταν τεράστια τιμή για όλους μας να έχουμε έναν τέτοιο δάσκαλο. Κάναμε αυτοσχεδιασμούς, ασκήσεις θεατρικής αγωγής και συνολικά ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα εκπομπή για την κρατική τηλεόραση της εποχής. Πιθανώς να ήταν το πρώτο «ριάλιτι» της ελληνικής τηλεόρασης.
Την επόμενη χρονιά, ο Βολανάκης έκανε οντισιόν για την “Αντιγόνη” με την Αλίκη Βουγιουκλάκη. Πήγα, πέρασα και συμμετείχα σε εκείνη την αξέχαστη περιοδεία. Ήμουν ο μικρότερος που είχε πατήσει στην Επίδαυρο. Ζήσαμε όλοι μαζί σε εκείνη την περιοδεία, μέναμε στο ίδιο ξενοδοχείο, γίναμε φίλοι με ανθρώπους που σήμερα τους ξέρει όλος ο κόσμος. Εγώ, όμως, ήδη είχα μεγάλη λόξα με τη μουσική. Οπότε μπροστά στο ενδεχόμενο να πάω στην “Εύθυμη Χήρα” με την Αλίκη, αποφάσισα ότι ο δρόμος μου είναι στη μουσική. Και τελικά η μουσική με πήγε εκεί που με πήγε. Μου έδωσε τεράστιες χαρές και εξαιρετικές αποτυχίες, δηλαδή πολύ μεγάλα μαθήματα. Κοιτάζοντας πίσω, είμαι πραγματικά χαρούμενος για όλη τη διαδρομή. Και τώρα ξεκινάω κάτι καινούργιο, και αφήνω τον Γιώργο να βγάλει προς τα έξω αυτό που έχει μέσα του.
Τελικά τι σε ενδιαφέρει περισσότερο να μείνει στον θεατή;
Το έργο μιλά με έναν τρόπο ίσως υπόγειο, αλλά ξεκάθαρο, για το πόσο δύσκολα συνεννοούμαστε σήμερα ως κοινωνία. Κουβαλά μέσα του όλα αυτά που ζούμε και αναπνέουμε καθημερινά, όλα όσα έχουμε γύρω μας και μας επηρεάζουν. Έχει ένα κοινωνικό μήνυμα, χωρίς να το φωνάζει. Το περνά μέσα από την ίδια τη δράση. Λέει κάτι απλό και βασικό: αν δεν βρεις φίλους, αν δεν βρεις συνοδοιπόρους, αυτή η ζωή δεν έχει νόημα. Αν δεν υπάρχουν άνθρωποι να περπατήσεις μαζί τους στο ίδιο μονοπάτι, τότε κάτι λείπει. Το να ζεις απλώς για να δουλεύεις και να πληρώνεσαι δεν είναι ζωή. Ζωή είναι η συνύπαρξη. Είναι το «μαζί».
Πληροφορίες παράστασης
Σκηνοθεσία: Γιώργος Αλκαίος
Κείμενο – Διάλογοι: Γιώργος Αλκαίος – Στράτος Αγιοστρατίτης
Παίζουν (Αλφαβητικά)
Αγιοστρατίτης Στράτος, Δεληκάρης Άγγελος, Κοτζαμάνης Θωμάς,
Κρητικός Γιώργος, Κρυεμάδι Παναγιώτης, Λύκου Μαιρινίκη,
Τατάνη Βίρνα, Τριχάς Βασίλης, Τσουρουνάκης Γιάννης,
Τσώρου Εμμανουέλα, Φασόλη Μιράντα.
Σπικάζ παράστασης: Γιάννης Τσουρουνάκης – Βίκυ Ανδρή
Διεύθυνση / Οργάνωση παραγωγής: Χρήστος Ξηρογιάννης
Σκηνογράφος: Λαμπρινή Καρδαρά
Σχεδιασμός φωτισμού: Θοδωρής Κόκκινος
Φώτα: Βαγγέλης Κολώνιας
Ενδυματολόγος: Καλλιόπη Λαλιώτη
Γραφιστική Επιμέλεια: Άντζη Σκλαβενίτη
Μουσική επιμέλεια: Γιώργος Αλκαίος
Φωτογραφία: Βαγγέλης Στεφάνου
Δημόσιες σχέσεις / Επικοινωνία: Μαργαρίτα Δρούτσα
Παραγωγή:Utopia+
Κάθε Δευτέρα στις 20:00 και Τρίτη στις 21:00 στο Θέατρο CORONET
Διάρκεια: 120’ με διαλειμμα. *Κατάλληλο άνω των 18 ετών.
Εισιτήρια more.com