Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΩΣΤΑΚΗΣ ΚΑΙ ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΟΥΜΕ ΟΛΟΙ
Το “Συγγνώμη για τη φασαρία αλλά εμείς θα παίξουμε μπάλα” είναι το νέο βιβλίο του Βασίλη Κωστάκη. Μια ιστορία για την αξία της συνύπαρξης, αλλά και της ήττας. Αποκλειστική προδημοσίευση από το Magazine.
Σε μια εποχή όπου ο αθλητισμός των παιδιών επιφορτίζεται με τις ίδιες πιέσεις, τις ίδιες αγωνίες και την ίδια εμμονή με το “αποτέλεσμα” που χαρακτηρίζουν τον κόσμο των ενηλίκων, το βιβλίο “Συγγνώμη για τη φασαρία, αλλά εμείς θα παίξουμε μπάλα” (εκδόσεις Διόπτρα) έρχεται να θυμίσει τι σημαίνει πραγματικά παιχνίδι.
Ο Βασίλης Κωστάκης, με προσωπικές μνήμες από αλάνες και γειτονιές, επιστρέφει στην ουσία του ποδοσφαίρου: τη χαρά, τη φιλία, το λάθος, τη συνεργασία.
Μέσα από την ιστορία της Αντιγόνης και του Μπένο, δύο παιδιών που παίζουν και μεγαλώνουν μαζί στην πόλη, αναδεικνύεται ένα ποδόσφαιρο διαφορετικό από εκείνο των τροπαίων και της εμπορευματοποίησης. Ένα ποδόσφαιρο που γίνεται αφορμή για συζήτηση γύρω από τη δικαιοσύνη, τη δημοκρατία, τη συλλογικότητα.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο συγγραφέας μιλά στο Magazine για την έμπνευση πίσω από το βιβλίο, τις προκλήσεις της παιδικής λογοτεχνίας, τη βία και την οπαδική κουλτούρα, αλλά και για την ελπίδα ότι το ποδόσφαιρο μπορεί – αν το ξαναδούμε ως σχέση – να μας μάθει πώς μπορούμε να αλλάξουμε τον κόσμο, μαζί.
Το Magazine προδημοσιεύει αποκλειστικά μέρος του βιβλίου:
Αξίζει να σημειωθεί πως ο Βασίλης Κωστάκης είναι ιδρυτής του εργαστηρίου διεπιστημονικής έρευνας πάνω στις εφαρμογές και τον αντίκτυπο των ανοικτών τεχνολογιών P2P Lab, ιδρυτικό μέλος του εργαστηρίου μαστόρων και μαστορισσών Τζουμέικερς, συντονίζει την πλατφόρμα εκλαΐκευσης της επιστήμης theotherschool.art και είναι μέλος του anotherfootball.org που στοχεύει στην προώθηση της αλληλεγγύης μέσω της “στρογγυλής θεάς”.
ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ ΕΙΝΑΙ ΣΧΕΣΗ
“Η ιδέα για το βιβλίο ήρθε από δύο πράγματα που συνυπάρχουν στη ζωή μου”, λέει στο Magazine ο Βασίλης Κωστάκης. “Το πρώτο είναι ότι παίζω ποδόσφαιρο από παιδί σε αλάνες, πάρκα και κανονικά γήπεδα. Εκεί έμαθα ότι το ποδόσφαιρο δεν είναι τρόπαια, φήμη ή επιτυχία, αλλά παρέα, λάθη, γέλιο, καβγάδες που συνήθως τελειώνουν σε αγκαλιές. Το δεύτερο είναι ότι τα τελευταία χρόνια βλέπω όλο και πιο έντονα πώς ο κόσμος των παιδιών, και του ποδοσφαίρου, γεμίζει πίεση: να κερδίσουν, να ξεχωρίσουν, να μην κάνουν λάθος, να “πετύχουν”.
Ήθελα λοιπόν να γράψω μια ιστορία που να θυμίζει σε όλους και όλες γιατί ξεκινήσαμε να παίζουμε μπάλα εξαρχής. Όχι για να γίνουμε κάτι φανταχτερό, αλλά για να είμαστε μαζί. Έτσι γεννήθηκαν η Αντιγόνη και ο Μπένο, δύο φίλοι που περπατούν στην πόλη, παίζουν μπάλα από κοινού μαθαίνουν πράγματα για τη ζωή, τη χαρά, τη δικαιοσύνη, τη συνεργασία και την αλληλεγγύη”.
Ποια ιδιαίτερη δυσκολία έχει το να γράψει κανείς ένα βιβλίο για τα παιδιά, τον ρωτάμε. “Νομίζω ότι ένα παιδικό βιβλίο δεν πρέπει να εξηγεί τα πάντα, ούτε να κλείνει τις έννοιες σε ασφαλή κουτάκια. Δεν πρέπει, όμως, και να κρύβει την αλήθεια. Πρέπει να αφήνει χώρο για ερωτήσεις, για παύσεις, για σκέψη.
Για μένα, λοιπόν, ήταν σημαντικό το βιβλίο να δείχνει στα παιδιά καταστάσεις: το λάθος, την ήττα, τη χαρά του παιχνιδιού, τη σημασία της πάσας, τη δυνατότητα για αλλαγή ακόμη κι αν όλα τριγύρω καταρρέουν. Και παράλληλα να εκθέτει και εμάς τους «και καλά μεγάλους», γιατί πολύ συχνά μαθαίνουμε στα παιδιά ότι το αποτέλεσμα μετράει περισσότερο από τη χαρά. Κι αυτή η αντίληψη μεταφέρεται παντού: στο σχολείο, όπου τα αφορούν οι βαθμοί και όχι η μάθηση· στη ζωή, όπου τα αφορούν τα λεφτά αντί οι σχέσεις με τους συνανθρώπους τους και τη φύση”.
Σχετικά με το τι τον κάνει να ελπίζει ακόμη πως το ποδόσφαιρο μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, ο συγγραφέας μας λέει: “Παρά όλη την εμπορευματοποίηση, το ποδόσφαιρο εξακολουθεί να είναι ένα παιχνίδι που παίζεται από όλες και όλους, παντού. Σε πάρκα, σε χωμάτινα γήπεδα, σε αυλές σχολείων, σε προσφυγικούς καταυλισμούς. Εκεί το ποδόσφαιρο θυμίζει ακόμη τι είναι: σχέση.
Βλέπω ελπίδα σε αυτοοργανωμένες ομάδες, σε συλλογικότητες, σε πρωτοβουλίες που βάζουν μπροστά τη συμμετοχή, τη δημοκρατία, τη φροντίδα. Σε ανθρώπους που χρησιμοποιούν το ποδόσφαιρο όχι για να αποκοιμίσουν, αλλά για να ξυπνήσουν. Δεν πιστεύω ότι το ποδόσφαιρο θα αλλάξει τον κόσμο από μόνο του. Μπορεί όμως να μας μάθει πώς αλλάζουμε τον κόσμο μαζί. Και αυτό είναι τεράστιο”.
Απέναντι στη βία που έχει συνδεθεί με το ποδόσφαιρο, πώς πρέπει να το “διδάξουμε” εμείς ως καθημερινοί άνθρωποι στα παιδιά μας;
“Πρώτα απ’ όλα με το παράδειγμά μας. Αν για εμάς το ποδόσφαιρο είναι μόνο «εμείς και οι άλλοι», μόνο νίκη και ήττα, μόνο θυμός και εκτόνωση, αυτό θα μάθουν και τα παιδιά. Αν όμως το αντιμετωπίζουμε ως παιχνίδι, ως συνεργασία, ως χώρο συνύπαρξης, τότε το ποδόσφαιρο γίνεται εργαλείο παιδείας και εμβάθυνσης της δημοκρατίας
Χρειάζεται να μιλάμε στα παιδιά για το λάθος ως μέρος της μάθησης, όχι ως αποτυχία. Να δείχνουμε ότι ο αντίπαλος δεν είναι εχθρός, αλλά συνδημιουργός. Και κυρίως να τους επιτρέπουμε να παίζουν χωρίς φόβο. Όταν τελειώνει ο αγώνας, που έπαιξε το παιδί μας, αντί να το ρωτάμε «έβαλες γκολ;» ή «πόσο πήγε;», να το ρωτάμε «πέρασες καλά;», μας λέει ο συγγραφέας.
Το ποδόσφαιρο, όπως και η κοινωνία, αλλάζει από τα κάτω
Όσο για το αν πρέπει να παίρνουμε τα παιδιά στο γήπεδο, απαντά: “Έχω δύο παιδιά, 8 και 12 ετών, αγόρι και κορίτσι, και τα πηγαίνω στο γήπεδο από μικρά. Δεν ξέρω αν κάνω καλά. Χρησιμοποιώ το γήπεδο ως ευκαιρία και αφορμή συζήτησης με τα παιδιά μου: Γιατί βρίζουν τον διαιτητή; Γιατί αποχωρούν μερικοί φίλαθλοι όταν το σκορ είναι 1-4 ενώ ο αγώνας δεν έχει λήξει; Γιατί ένας παίκτης έκανε «θέατρο»; Γιατί βρίζουν μάνες, πατέρες, θεούς και δαίμονες; Γιατί κάποιοι οργανωμένοι κρατούν πανό με το λογότυπο του συνδέσμου τους αντί με το σήμα της ομάδας τους;
Αν μπορούμε να δημιουργήσουμε, ή να επιλέξουμε, χώρους όπου το ποδόσφαιρο βιώνεται ως γιορτή, ως συλλογική εμπειρία, τότε το γήπεδο μπορεί να γίνει εργαστήρι δημοκρατίας. Μέχρι τότε, πρέπει να προσπαθούμε. Όπως λέει και μια στιχομυθία από το βιβλίο:
“Πότε θα χάσουμε;”, ρώτησα.
“Όταν σταματήσουμε να προσπαθούμε”, μου απάντησε”.
Τέλος, σχετικά με το αν πιστεύει πως το “οπαδικό κίνημα” έχει ακόμη αγνές προθέσεις ή έχει καταλήξει στο να είναι ένας όρος που “βολεύει”, ο Βασίλης Κωστάκης μας απαντά:
“Υπάρχουν οπαδοί και οπαδικές κοινότητες με βαθιά κοινωνική και πολιτική συνείδηση. Άνθρωποι που δεν βλέπουν την ομάδα τους ως καταναλωτικό προϊόν, αλλά ως σχέση, μνήμη και συλλογικότητα. Ταυτόχρονα, ο όρος «οπαδικό κίνημα» χρησιμοποιείται συχνά με τρόπο βολικό και σαρωτικό, για να χωρέσει τα πάντα· και τα καλύτερα και τα χειρότερα. Ανάλογα τι συμφέρει τον καθένα.
Επομένως προτιμώ να μιλάω για συγκεκριμένες ενέργειες, σχέσεις και κοινές αφηγήσεις που τελικά δημιουργούν το οποιοδήποτε κίνημα. Το ποδόσφαιρο, όπως και η κοινωνία, αλλάζει από τα κάτω. Από μικρές πράξεις, από αδιόρατες πάσες“.
To “Συγγνώμη για τη φασαρία αλλά εμείς θα παίξουμε μπάλα” του Βασίλη Κωστάκη κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία από τις εκδόσεις Διόπτρα, σε εικονογράφηση της Mercè Tarrés. Είναι το δεύτερο βιβλίο του συγγραφέα μετά το “Αλλάζοντας τον κόσμο με μια μπάλα”.