H Ειρήνη Παπά στο σπίτι της στη Ρώμη: Η ιστορία πίσω από μια φωτογραφία
Διαβάζεται σε 6'
Μια φωτογραφία της Ειρήνης Παπά επιστρέφει στο «Revisited Encounters», την ατομική έκθεση του φωτογράφου Νίκου Χρυσικάκη. Ένα καρέ από το 2006 μας μεταφέρει στη Ρώμη, στη Via Appia, σε μια στιγμή που έμοιαζε με σκηνή αρχαίας τραγωδίας κάτω από τον δυνατό ήλιο.
- 17 Φεβρουαρίου 2026 06:20
Η συνάντηση με μια εικόνα μοιάζει κάποιες φορές, τυχαία. Στην περίπτωση του φωτογράφου, σκηνοθέτη και διευθυντή φωτογραφίας Νίκου Χρυσικάκη, οι εικόνες λειτουργούν σαν ανοιχτές υποθέσεις μνήμης. Τις οποίες επισκέπτεσαι ξανά, με νέο βλέμμα. Η γκαλερί Artshot – Sophia Gaitani παρουσιάζει την ατομική του έκθεση «Revisited Encounters», στο στενό της Λεμπέση, κάτω από την Ακρόπολη – μια τοποθεσία που από μόνη της λειτουργεί σαν υπενθύμιση διαχρονίας.
Η έκθεση αντλεί τον πυρήνα της από το ομώνυμο πρόσφατο photo-zine του καλλιτέχνη και απλώνεται σε δώδεκα έγχρωμα και ασπρόμαυρα πορτρέτα, επιλεγμένα από αυτή την έκδοση. Μαζί τους, τρεις μεγάλων διαστάσεων φωτογραφίες από τη σειρά «Caravaggio’s Kids», μια δουλειά που έχει ήδη διανύσει τη δική της διαδρομή σε σημαντικούς θεσμούς της Ευρώπης, από τη PhotoEspaña έως το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης και τη Schirn Kunsthalle Frankfurt. Στον χώρο ενσωματώνεται και το video installation «ΚΥΚΛΟΣ», προσθέτοντας μια ακόμη διάσταση στο βλέμμα.
Το curating λειτουργεί ως οργανική αναθεώρηση: ένα ξανακοίταγμα των θεματικών που απασχόλησαν τον Χρυσικάκη όλα αυτά τα χρόνια. Πρόσωπα που στέκουν ανάμεσα στο φως και στη σκιά, σώματα που θυμίζουν ζωγραφικούς προγόνους και ταυτόχρονα παραμένουν απολύτως σύγχρονα.
Η Ειρήνη Παπά στη Ρώμη: “Ένα είδος performance που δεν έπρεπε να χάσω”
Ανάμεσα στα πορτρέτα, ξεχωρίζει ένα στιγμιότυπο της Ειρήνη Παπά — μια συνάντηση που ο ίδιος ο φωτογράφος θυμάται ως καθοριστική. H ηθοποιός ντυμένη στα μαύρα με ένα μαύρο πέπλο σε μία σχεδόν δυστοπική άσφαλτο, με έναν μαύρο σταυρό ακριβώς πίσω της. Ρωτήσαμε τον Νίκο Χρυσικάκη να θυμηθεί το πώς βγήκε αυτή η φωτογραφία, καταθέτοντας τη δική του μαρτυρία για τη στιγμή – γιατί όπως θα έλεγε και ο André Breton: «Σε όλες τις ερωτήσεις η απάντηση είναι ο άνθρωπος».
“Ήταν το 2006, μέσα στο κατακαλόκαιρο — νομίζω ήταν Ιούλιος — όταν με κάλεσε ο Νίκος Αντωνιάδης, διευθυντής τότε στις ΕΙΚΟΝΕΣ, για ένα ταξίδι στην Ιταλία που προέκυψε την τελευταία στιγμή. Με τη δημοσιογράφο Άννα Παναγιωταρέα είχαμε να καλύψουμε τρία διαφορετικά θέματα. Το δεύτερο θέμα ήταν μια εκτεταμένη φωτογράφηση με την Ειρήνη Παπά, με στόχο να δημιουργήσουμε όσο το δυνατόν περισσότερες και πιο διαφορετικές εικόνες.
Φτάσαμε λοιπόν στο σπίτι της Ειρήνης Παπά, ένα πανέμορφο σπίτι σε έναν μικρό δρόμο, από την ταράτσα–βεράντα του οποίου έβλεπες το Colosseum και αφού γνωριστήκαμε και καθίσαμε λίγο μαζί, συμφωνήσαμε να κάνουμε τη φωτογράφηση την επόμενη ημέρα.
Το επόμενο πρωί φτάσαμε νωρίς και άρχισα τη φωτογράφηση μέσα στο σπίτι – μια όμορφη και ουσιαστική σειρά πορτρέτων που υπάρχει ακόμη διαθέσιμη. Λίγο πριν το μεσημέρι με ρώτησε αν είμαι ευχαριστημένος. Της είπα πως όχι απόλυτα, γιατί θα ήθελα να κάνω και κάποιες εξωτερικές λήψεις.
Η Ειρήνη Παπά μού είπε τότε ότι θα με πάει κάπου που άξιζε να πάω ούτως ή άλλως. Βγήκαμε οι τρεις μας μέσα στο καλοκαιρινό λιοπύρι και, σε λίγα λεπτά με το αυτοκίνητο, βρεθήκαμε στη VIA APPIA ANTICA. Εγώ από τη μία φορτωμένος με τον εξοπλισμό — την Pentax 67, τους τέσσερις φακούς και το όχι και τόσο ελαφρύ τρίποδο — και από την άλλη η Άννα Παναγιωταρέα και η Ειρήνη Παπά, με καπέλα και μαντήλια για να προστατευτούν από τον ήλιο. Η Παπά μάς έκανε κανονική ξενάγηση, εξηγώντας με πάθος τι αντιπροσώπευε αυτός ο δρόμος, σαν να ήταν ο τόπος της.
Συνεχίσαμε μέσα στον ήλιο. Κάποια στιγμή ζήτησα να ξεκουραστούμε λιγάκι και να βγάλουμε σιγά σιγά κάποιες εικόνες. Κάναμε κάποια πορτρέτα, αλλά δεν ξέρω πώς, στο πρόσωπό μου υπήρχε μια απροσδιόριστη άρνηση ικανοποίησης από τα πολλά μέχρι τότε διαφορετικά shots.
Με ρώτησε κάπως απότομα γιατί δεν είμαι ικανοποιημένος και μου πρότεινε να συνεχίσουμε μέσα στη VIA APPIA, μέχρι που βγήκαμε σε ένα σχετικά φυσικό τοπίο όπου μας περίμενε ένα αυτοκίνητο.
Σε λίγα λεπτά μπήκαμε σε ένα μεγάλο πανεπιστημιακό campus, μεγάλο μέρος του οποίου ήταν εργοτάξιο. Περπατήσαμε μέσα από έναν νεορεαλιστικό ιταλικό αγρό, μέχρι που φτάσαμε — πάντα με τα πόδια — σε έναν μεγάλο ανοιχτό χώρο που είχε διαμορφωθεί σαν θεατρικό σκηνικό από τον Ισπανό Καλατράβα, ειδικά για εκείνη. Ήταν μια τεράστια, εντυπωσιακή θεατρική σκηνή.
Εκεί η Παπά φόρεσε τα μαντήλια και άρχισε να περπατάει ανάμεσα στις κατασκευές σαν μια μεγάλη μαύρη φιγούρα. Κινούνταν σαν τραγωδός που ερμηνεύει κάτι βαθιά προσωπικό, ένα έργο που δεν γράφτηκε ποτέ αλλά το κουβαλούσε μέσα της.
Κατάλαβα αμέσως πως ήταν ένα είδος performance που δεν έπρεπε να χάσω. Άφησα κάτω τα πράγματα, πήρα την κάμερα στο χέρι μαζί με μερικά ρολά φιλμ και το φωτόμετρο – ο ήλιος ήταν ακριβώς κάθετος. Εκείνη περπατούσε σε διαφορετικές κατευθύνσεις χωρίς να μιλά, κι εγώ την ακολουθούσα. Αν ήθελα μια μετωπική λήψη, έπρεπε να τρέξω μπροστά της. Για δέκα λεπτά όλα έμοιαζαν σκηνοθετημένα, σαν να είχαν στηθεί για να γεννηθούν αυτές οι εικόνες. Διέσχιζε τον χώρο με μια στεντόρεια, σχεδόν τελετουργική παρουσία, σαν να ήταν δικός της.
Όταν τελειώσαμε, επιστρέψαμε περπατώντας προς το campus, όπου μας υποδέχτηκε ένας κύριος που αναρωτήθηκε αν κάναμε κάποια πρόβα – και γιατί ήμασταν ιδρωμένοι και τρέχαμε μέσα στο λιοπύρι.
Με τα πολλά μπήκαμε στο αυτοκίνητο και επιστρέψαμε στο σπίτι, στο κέντρο της Ρώμης. Εκεί φάγαμε και μιλήσαμε για διάφορα θέματα, όπως το πώς ψήνεται στον φούρνο το μεγάλο ψάρι – όπως η σφυρίδα που είχε ετοιμαστεί.
Λίγο πριν αποχαιρετιστούμε, ανεβήκαμε στη μικρή ταράτσα με τη θέα της πόλης. Εκεί μας ξενάγησε νοερά στη Ρώμη, δείχνοντάς μας τα μνημεία που αγαπούσε περισσότερο.”
Δύο χρόνια μετά η ιταλική πρεσβεία στην Αθήνα τίμησε την Ειρήνη Παπά με το «Premio Roma», μία τιμητική διάκριση η οποία αποτελεί σημαντικό γεγονός της ιταλικής πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής ζωής. Οι Ιταλοί τη θεωρούσαν και λίγο Ιταλίδα. Μάλιστα, τότε η Ειρήνη Παπά είχε ευχαριστήσει τους Ιταλούς για την τιμή και την αγάπη τους αποτυπώνοντας τη σχέση της με δύο λόγια: «Η Ελλάδα είναι η μάνα μου, η Ρώμη είναι η αδελφή μου».
Info
Το «Revisited Encounters» του Νίκου Χρυσικάκη διαρκεί έως την 1η Μαρτίου και λειτουργεί σαν υπενθύμιση ότι η φωτογραφία δεν παγώνει απλώς τον χρόνο – τον επαναδιαπραγματεύεται. Κάθε πορτρέτο γίνεται μια δεύτερη ευκαιρία συνάντησης – με τον άλλον, με το παρελθόν, με τον εαυτό. Και εκεί, στο στενό της Λεμπέση, κάτω από τον ιερό βράχο, η ιδέα της επιστροφής αποκτά σχεδόν συμβολικό βάρος.