“Καμπανάκι” της αγοράς για τους έμμεσους φόρους
Διαβάζεται σε 10'
Η αγορά αποδομεί και το επιχείρημα που επικαλείται συχνά η κυβέρνηση ότι μειωμένοι συντελεστές ΦΠΑ δεν μεταφέρονται ως μειώσεις τιμών στον καταναλωτή, με επίκληση του ό,τι συμβαίνει στα νησιά, όπου ισχύουν οι μειωμένοι συντελεστές.
- 19 Φεβρουαρίου 2026 06:30
Έντονο προβληματισμό στην αγορά προκαλεί το συνεχιζόμενο κύμα ακρίβειας, που “κουρεύει” την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και συνακόλουθα φέρνει “συστολή” στην καταναλωτική συμπεριφορά οδηγώντας τους τζίρους των επιχειρήσεων, ειδικά του λιανεμπορίου, σε συρρίκνωση. Ενδεικτικά, άλλωστε, είναι τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την πορεία των τζίρων πέρυσι.
Έτσι, στα 74,85 δισεκ. ευρώ ανήλθε πέρυσι ο τζίρος των επιχειρήσεων του λιανικού εμπορίου της χώρας, σημειώνοντας αύξηση 2% σε σχέση με το 2024, όπου είχε διαμορφωθεί σε 73,367 δισεκ.ευρώ. Παράλληλα, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, για τις επιχειρήσεις του λιανικού εμπορίου, χωρίς τους κλάδους οχημάτων τροφίμων και καυσίμων, ο κύκλος εργασιών το 2025 ανήλθε σε 27,333 δισεκ΄. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση επίσης 2% σε σχέση με το 2024, όπου είχε διαμορφωθεί σε 26,788 δισεκ. ευρώ.
Επίσης, η μέση ετήσια ατομική κατανάλωση, η οποία υπολογίστηκε στη βάση του κύκλου εργασιών για το σύνολο του λιανικού εμπορίου, ανήλθε το 2025 σε 7.216 ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 2,1% σε σχέση με το 2024, όπου είχε διαμορφωθεί σε 7.071 ευρώ.
Την ίδια ώρα αύξηση 1,6% σημείωσε πέρυσι ο τζίρος στο σύνολο των επιχειρήσεων της χώρας και ανήλθε σε 492,061 δισεκ΄ ευρώ, έναντι 484,461 δισεκ. ευρώ το 2024. Τη μεγαλύτερη αύξηση στον κύκλο εργασιών παρουσίασαν οι επιχειρήσεις του τομέα Ορυχεία και Λατομεία (11,2%) και του τομέα Εκπαίδευση (8,9%), ενώ μείωση παρουσίασαν οι επιχειρήσεις του τομέα Δημόσια Διοίκηση και Άμυνα, Υποχρεωτική Κοινωνική Ασφάλιση (11,6%).
Πληθωρισμός και προβληματισμός
Ωστόσο τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η αξία των πωλήσεων ουσιαστικά κινούνται με “οδηγό” τον πληθωρισμό. Με βάση την ΕΛΣΤΑΤ, επίσης, ο μέσος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή του δωδεκαμήνου Ιανουαρίου 2025 – Δεκεμβρίου 2025, σε σύγκριση με τον αντίστοιχο Δείκτη του δωδεκαμήνου Ιανουαρίου 2024 – Δεκεμβρίου 2024, παρουσίασε αύξηση 2,5%.
Τούτων δοθέντων εύλογος είναι ο προβληματισμός της αγοράς για τη συνολική πορεία της οικονομίας σε ένα περιβάλλον έντονης πληθωριστικής πίεσης.
Μάλιστα μετά και το ΙΕΛΚΑ που εστίασε στον ΦΠΑ ως μια από τις βασικές αιτίες που τροφοδοτεί την άνοδο των τιμών, τόσο το Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο όσο και το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών εξέφρασαν τον προβληματισμό τους για τους υψηλούς συντελεστές ΦΠΑ και συνολικά έμμεσων φόρων, που ισχύουν στην Ελλάδα, αναγνωρίζοντας, βέβαια, ότι αποτελούν “πυλώνες” για το κρατικό ταμείο.
To “καμπανάκι” του ΕΕΑ
Έτσι, το αίτημα για άμεση μείωση του ΦΠΑ, ιδίως στα τρόφιμα, επανέλαβε ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, μιλώντας χθες στην εκπομπή “Ώρα Ελλάδος” του OPEN και αναφερόμενος στην ακρίβεια.
Ο κ. Χατζηθεοδοσίου υπογράμμισε πως σε συνθήκες ελεύθερης αγοράς και ανταγωνισμού καμία επιχείρηση δεν έχει συμφέρον να διατηρήσει υψηλές τιμές εάν ο ανταγωνιστής της τις μειώσει. Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα τα νησιά, όπου εφαρμόστηκε μειωμένος ΦΠΑ, διερωτώμενος γιατί εκεί δεν εκφράστηκε αντίστοιχη «φοβία» περί μη μετακύλισης του οφέλους στον καταναλωτή.
Τόνισε ότι ο ΦΠΑ είναι άδικος φόρος, καθώς επιβαρύνει το ίδιο μικρούς και μεγάλους, ανεξαρτήτως εισοδήματος, σε αντίθεση με τους άμεσους φόρους που κατανέμονται με βάση τη φοροδοτική ικανότητα. Υπογράμμισε ότι η Ελλάδα συγκαταλέγεται στις χώρες με από τους υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ στα τρόφιμα στην Ευρώπη, όταν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες οι αντίστοιχοι συντελεστές κυμαίνονται από 0% έως 7%.
Επικαλέστηκε πρόσφατη έρευνα του Επιμελητηρίου, σύμφωνα με την οποία η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών θεωρεί την ακρίβεια ως το σοβαρότερο πρόβλημα, σημειώνοντας ότι η μείωση του ΦΠΑ αποτελεί το βασικό και άμεσο εργαλείο για την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού.
Το ΕΒΕΠ
Την ίδια ώρα, ο Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο Πειραιώς επισημαίνει πως η σύγκριση των φόρων στην ΕΕ-27 δείχνει ότι το φορολογικό ζήτημα δεν είναι απλώς το ποσοστό, αλλά η ισορροπία μεταξύ άμεσης και έμμεσης φορολόγησης.
Όπως αναφέρει, στην Ελλάδα, οι άμεσοι φόροι αντιστοιχούν σε χαμηλότερο ποσοστό του ΑΕΠ, ενώ οι έμμεσοι φόροι σε σαφώς υψηλότερο ποσοστό, σε σχέση με πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες, δημιουργώντας ένα φορολογικό μείγμα έντονα προσανατολισμένο στην κατανάλωση.
Κίνδυνοι για κοινωνία και ανάπτυξη
Ωστόσο, με βάση το ΕΒΕΠ, οι έμμεσοι φόροι αποτέλεσαν και συνεχίζουν να αποτελούν ένα αποτελεσματικό φοροεισπρακτικό εργαλείο για δημοσιονομική σταθερότητα στην Ελλάδα.
Όμως, η υπερβολική εξάρτηση από αυτούς ενέχει κοινωνικούς και αναπτυξιακούς κινδύνους. Το ζητούμενο για τα επόμενα χρόνια δεν είναι η κατάργησή τους, αλλά η σταδιακή εξισορρόπηση του φορολογικού μείγματος, ώστε να διατηρηθεί η δημοσιονομική αξιοπιστία χωρίς να υπονομεύεται η αγοραστική δύναμη, η κοινωνική συνοχή και η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Τα ποσοστά στο εθνικό μείγμα φόρων
Σύμφωνα με τα τελευταία ευρωπαϊκά στοιχεία που διαθέτει το Ε.Β.Ε.Π., οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα αντιστοιχούν από 17,3% έως 19%, ως ποσοστό του ετήσιου ΑΕΠ, έναντι μέσου όρου 13,5% στην Ευρώπη, κατατάσσοντας την χώρα μας στην 4η υψηλότερη θέση στην ΕΕ, δημιουργώντας αρνητικές επιπτώσεις στην ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, τον πληθωρισμό και το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών.
Παράλληλα, περίπου το 44% των συνολικών φορολογικών εσόδων προέρχεται από την κατανάλωση, όταν ο μέσος όρος της ΕΕ κινείται κοντά στο 33%. Η διαφορά αυτή δεν είναι ούτε περιστασιακή, ούτε μια απλή λεπτομέρεια, είναι μία δομική επιλογή. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα έχει υψηλή φορολογία συνολικά, αλλά πού και πώς επιλέγει να φορολογεί και ποιες είναι οι κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες να γίνουν οι έμμεσοι φόροι ο βασικός πυλώνας.
Το Ε.Β.Ε.Π. θεωρεί πως η στροφή της οικονομικής πολιτικής προς τους έμμεσους φόρους δεν έγινε τυχαία. Με τα χρόνια προβλήματα φοροδιαφυγής και τις έντονες διακυμάνσεις στα εισοδήματα, οι φόροι κατανάλωσης αποτέλεσαν για πολλές κυβερνήσεις το πιο αξιόπιστο εργαλείο χρηματοδότησης του κράτους. Άλλωστε, είναι φόροι με υψηλή εισπραξιμότητα, δύσκολα αποφεύγονται και προσφέρουν σταθερά έσοδα ακόμη και σε περιόδους οικονομικής πίεσης.
Για μια οικονομία που πέρασε μια δεκαετία βαθιάς κρίσης, αυτή η σταθερότητα λειτούργησε ως «δημοσιονομικό δίχτυ ασφαλείας». Οι έμμεσοι φόροι διατήρησαν τη ροή εσόδων, όταν οι άμεσοι φόροι κατέρρεαν λόγω ανεργίας, μείωσης εισοδημάτων και περιορισμένης επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Βασικός άξονας τους συστήματος οι έμμεσοι φόροι
Το σοβαρό πρόβλημα με την έμμεση φορολογία, με βάση το ΕΒΕΠ., αρχίζει όταν παύει να είναι «συμπληρωματικό εργαλείο» και μετατρέπεται σε βασικό άξονα του συστήματος. Γίνεται δε πιο έντονο σε περιόδους ακρίβειας, αφού η υψηλή έμμεση φορολογία ενσωματώνεται στις τελικές τιμές και ενισχύει πληθωριστικές πιέσεις, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη.
Σε περιβάλλον, μάλιστα, αυξημένου κόστους ζωής, αυτή η επίδραση λειτουργεί σωρευτικά. Οι φόροι στην κατανάλωση έχουν αντίστροφα προοδευτικό χαρακτήρα, αφού επιβαρύνουν όλους το ίδιο, ανεξάρτητα από το εισόδημα και τη φοροδοτική ικανότητα.
Τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα δαπανούν το μεγαλύτερο μέρος των πόρων τους σε τρόφιμα, στέγαση, ενέργεια. Όταν αυτά τα βασικά αγαθά επιβαρύνονται έντονα φορολογικά, η πίεση γίνεται δυσανάλογη, με το κράτος να χρηματοδοτείται, σε μεγάλο βαθμό, από την καθημερινή κατανάλωση των πολιτών.
Τα επιχειρήματα της κυβέρνησης
Με βάση το ΕΒΕΠ. τα πλεονεκτήματα των έμμεσων φόρων για την κυβέρνηση είναι η σταθερότητα και προβλεψιμότητα των δημοσίων εσόδων. Οι έμμεσοι φόροι προσφέρουν σταθερή ροή εσόδων στο Δημόσιο, καθώς συνδέονται άμεσα με την κατανάλωση, η οποία, ακόμη και σε περιόδους ύφεσης, παρουσιάζει μικρότερη μεταβλητότητα από τα εισοδήματα ή τα κέρδη.
Σε σύγκριση με τους άμεσους φόρους, οι έμμεσοι φόροι αποτελούν βασικό εργαλείο σε χώρες με προβλήματα φοροδιαφυγής, γιατί προσφέρουν διοικητική ευκολία στη συλλογή και υψηλή εισπραξιμότητα, ιδιαίτερα μετά την επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και της διασύνδεσης ταμειακών συστημάτων.
Επίσης, ευθυγραμμίζονται με ευρωπαϊκές πολιτικές κατανάλωσης, μέσω ειδικών και περιβαλλοντικών φόρων, ως εργαλείο πολιτικής, αποθαρρύνοντας τη ρύπανση, την υπερκατανάλωση ενέργειας και τη χρήση επιβλαβών προϊόντων όπως καπνός και αλκοόλ.
Τα μειονεκτήματα
Τα βασικά μειονεκτήματα των έμμεσων φόρων και οι κοινωνικές επιπτώσεις στους πολίτες είναι ο αντίστροφα προοδευτικός χαρακτήρας τους, επειδή επιβάλλονται ομοιόμορφα στην κατανάλωση, επιβαρύνουν δυσανάλογα τα χαμηλότερα εισοδήματα, τα οποία δαπανούν μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματός τους σε βασικά αγαθά. Δημιουργούν επιπρόσθετη πίεση στην αγοραστική δύναμη και τον πληθωρισμό, ενώ σε περιβάλλον αυξημένου κόστους ζωής, αυτό λειτουργεί περιοριστικά για την κατανάλωση και τη ζήτηση, ιδίως σε τομείς όπως το λιανεμπόριο και οι υπηρεσίες.
Οι έμμεσοι φόροι αυξάνουν το τελικό κόστος προϊόντων και υπηρεσιών, επηρεάζοντας την ανταγωνιστικότητα, ιδιαίτερα για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται κυρίως στην εσωτερική αγορά. Το πρόβλημα εντείνεται όταν οι άμεσοι φόροι παραμένουν σχετικά χαμηλοί ως ποσοστό του ΑΕΠ, μεταφέροντας το βάρος σχεδόν αποκλειστικά στην κατανάλωση.
Στο φόντο αυτό πρόεδρος του Ε.Β.Ε.Π., Βασίλης Κορκίδης,επισημαίνει ότι: «Οι έμμεσοι φόροι στην Ελλάδα, με τα πλεονεκτήματα για την κυβέρνηση και τα μειονεκτήματα για τους πολίτες, δημιουργούν ένα διαρθρωτικό δίλημμα όταν η εξαίρεση γίνεται κανόνας και η δημοσιονομική σταθερότητα δοκιμάζει την κοινωνική αντοχή. Η υψηλή εξάρτηση από ΦΠΑ και ειδικούς φόρους ενσωματώνεται στις τελικές τιμές, ενισχύοντας τις πληθωριστικές πιέσεις. Το δίλημμα είναι τί συμφέρει τα δημόσια έσοδα της χώρας, να παρέχει η κυβέρνηση γενναιόδωρες εξαιρέσεις από έναν υψηλό συντελεστή, ή να επιβάλει αδιακρίτως έναν χαμηλότερο συντελεστή;
Σύμφωνα με την Tax Foundation, η κατάργηση των εξαιρέσεων και των μειωμένων συντελεστών ΦΠΑ θα μπορούσε να οδηγήσει την Ελλάδα σε αυξημένα έσοδα, με έναν βασικό συντελεστή 11% από 24%, ενώ το ευρωπαϊκό μίνιμουμ επιτρεπόμενο είναι 15%.
Εκτιμάται, μάλιστα,ότι μια μεταρρύθμιση δύο συντελεστών ΦΠΑ θα οδηγούσε σε υψηλότερα ετήσια έσοδα από τα περίπου 29 δις ευρώ με αναδιανεμητικό αντίκτυπο, που θα ωφελούσε όλους τους καταναλωτές και τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος, θα απλούστευε το φορολογικό σύστημα με χαμηλότερο διοικητικό κόστος, ενώ θα οδηγούσε σε δραστική μείωση του “κενού ΦΠΑ” από την υψηλότερη συμμόρφωση των επιχειρήσεων.»
Πρωτοβουλία για πρόσβαση όλων σε τρόφιμα στην ΕΕ
Σε αυτό το περιβάλλον εγγράφεται και η πρωτοβουλία της της συμμαχίας GoodFood4All στην οποία συμμετέχουν πάνω από 200 οργανώσεις της Κοινωνίας των Πολιτών μαζί τους και η ΕΚΠΟΙΖΩ.
Συγκεκριμένα η ΕΚΠΟΙΖΩ αναφέρει ότι η πρωτοβουλία αυτή:
Καλεί την Ε. Ένωση να κάνει το δικαίωμα στην τροφή μια απτή πολιτική πραγματικότητα, με την θέσπιση δεσμευτικής νομοθεσίας, ώστε όλοι μας ανεξαιρέτως και χωρίς διακρίσεις, να έχουμε τρόφιμα επαρκή, υγιεινά, που έχουν παραχθεί σεβόμενα το έμβιο και άβιο περιβάλλον, την εργασία των αγροτών και μικρομεσαίων παραγωγών τροφίμων
Υπνθυμίζει ότι το δικαίωμα στην τροφή αναγνωρίζεται σε διεθνείς συνθήκες οι οποίες έχουν επικυρωθεί από το σύνολο των χωρών της ΕΕ
Επιδιώκει τον σχηματισμό ενός ισχυρού, ενωμένου μετώπου που θα συμμετέχουν όλοι όσοι βάζουν την υγεία και την ευημερία ανθρώπων-ζώων-περιβάλλοντος, πάνω από το κέρδος.
Να σημειωθεί ότι
- 1 στους 5 ανθρώπους στην Ε. Ένωση, δηλαδή το 20% του πληθυσμού της, δεν τρέφεται επαρκώς.
- το 11,3% του πληθυσμού στην Ελλάδα δεν έχει την οικονομική δυνατότητα μια φορά κάθε δύο μέρες, να αγοράσει ένα ολοκληρωμένο γεύμα (Eurostat, 2024)
Όπως πάντως, αναφέρεται, “παρά τα προβλήματα και τις δυσκολίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των χωρών της, έχουμε μια αρκετά καλή νομοθεσία για την προστασία των δικαιωμάτων των καταναλωτών και του περιβάλλοντος, πράγμα το οποίο μας παρέχει κάποια προνόμια.
Ένα από αυτά είναι η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών (ECI), η οποία προβλέπεται από το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και επιτρέπει στους πολίτες να καλούν επίσημα την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να προτείνει νέα νομοθεσία.”