Δυτική Όχθη: Η πολιορκία της Κούσρα και η στρατηγική πίσω από τη βία των εποίκων

Διαβάζεται σε 8'
Ισραηλινές δυνάμεις στη Δυτική Όχθη (αρχείου)
Ισραηλινές δυνάμεις στη Δυτική Όχθη (αρχείου) (AP Photo/Maya Alleruzzo)

Ο αποκλεισμός παλαιστινιακών οικογενειών στην Κούσρα αποκαλύπτει πώς η βία των εποίκων υπηρετεί ένα ευρύτερο πολιτικό σχέδιο για την εδραίωση της ισραηλινής κυριαρχίας στη Δυτική Όχθη.

Οι Παλαιστίνιοι στο χωριό Κούσρα της κατεχόμενης Δυτικής Όχθης παραμένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους επί μέρες, αδυνατώντας να βγουν έξω λόγω της απειλής που συνιστούν οι Ισραηλινοί έποικοι.

Σημειώνεται πως ήδη από την προηγούμενη Κυριακή (09/08), Ισραηλινοί έποικοι έχουν αποκλείσει παλαιστινιακές οικογένειες μέσα στα σπίτια τους στο συγκεκριμένο χωριό, διακόπτοντας την παροχή νερού, ρεύματος και τροφίμων.

Οι έποικοι επιτέθηκαν πετώντας πέτρες στα σπίτια, γκρεμίζοντας τοίχους και προκαλώντας υλικές φθορές γενικότερα ενώ επιτέθηκαν και σε συνεργείο που επιχείρησε να επαναφέρει την ηλεκτροδότηση στα πολιορκημένα σπίτια.

Την Τετάρτη (12/08), ισραηλινές δυνάμεις ασφαλείας φέρεται να αποχώρησαν από το φυλάκιο εποίκων στο χωριό, έπειτα από συγκρούσεις με πλήθος εξτρεμιστών εποίκων.

Αν και ο ισραηλινός στρατός χαρακτήρισε την κατάληψη παράνομη, μέχρι σήμερα δεν έχει απομακρύνει τους εποίκους από την περιοχή, ενώ δημοσιογράφοι εμποδίστηκαν να προσεγγίσουν το σημείο.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες παρέχουν δισεκατομμύρια δολάρια σε στρατιωτική βοήθεια στο Ισραήλ, εξέδωσαν μια ασυνήθιστη ανακοίνωση καταδίκης των γεγονότων, ενδεχομένως επειδή ένας από τους ιδιοκτήτες των κατοικιών στο χωριό Κούσρα είναι Παλαιστίνιος Αμερικανός, που ζει στο Οχάιο.

Ο Πρέσβης των ΗΠΑ Μάικ Χάκαμπι αναφέρθηκε στους εποίκους ως «τρομοκράτες» ενώ ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ τους απέρριψε ως ριζοσπάστες περιθωριακούς, «παιδιά των λόφων».

Στην πραγματικότητα, όπως σημειώνει σχετικό ρεπορτάζ του AP, αποτελούν την αιχμή του δόρατος ενός πολύ μεγαλύτερου κινήματος, το οποίο υποστηρίζεται από διαδοχικές ισραηλινές κυβερνήσεις και ενισχύθηκε σημαντικά υπό τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, με στόχο την εδραίωση της ισραηλινής κυριαρχίας στην περιοχή και την παρεμπόδιση της ίδρυσης παλαιστινιακού κράτους.

150 οικισμοί στη Δυτική Όχθη με πάνω από 500.000 έποικους

Το Ισραήλ κατέλαβε τη Δυτική Όχθη, μαζί με τη Γάζα και την Ανατολική Ιερουσαλήμ, στον πόλεμο της Μέσης Ανατολής το 1967, εδάφη που οι Παλαιστίνιοι επιθυμούν για ένα μελλοντικό κράτος.

Έκτοτε, η ισραηλινή κυβέρνηση έχει κατασκευάσει σχεδόν 150 οικισμούς, στους οποίους κατοικούν πολύ περισσότεροι από 500.000 Εβραίοι έποικοι. Πολλοί από αυτούς τους οικισμούς μοιάζουν με πλήρως ανεπτυγμένα προάστια, με πολυκατοικίες, εμπορικά κέντρα, πάρκα και βιομηχανικές ζώνες.

Ριζοσπάστες έποικοι έχουν δημιουργήσει εκατοντάδες πρόσθετους ανεπίσημους οικισμούς (outposts) χωρίς κυβερνητική έγκριση, ενώ εξακολουθούν να απολαμβάνουν την προστασία του ισραηλινού στρατού και συχνά άλλες δημόσιες υπηρεσίες.

Δυτική Όχθη
Δυνάμεις της ισραηλινής αστυνομίας στη Δυτική Όχθη AP Photo/Mahmoud Illean

Η κυβέρνηση Νετανιάχου, η πιο εθνικιστική και θρησκευτική στην ιστορία του Ισραήλ καυχιέται για την ίδρυση πάνω από 100 νέων οικισμών. Την Πέμπτη, καθώς ο στρατός αναπτυσσόταν στην Κούσρα, μέλη του υπουργικού συμβουλίου του γιόρτασαν την ανακατασκευή ενός οικισμού, που είχε διαλυθεί το 2005 στο πλαίσιο της αποχώρησης από τη Γάζα.

Η σημερινή κυβέρνηση του Ισραήλ και μεγάλο μέρος της πολιτικής του τάξης θεωρούν τη Δυτική Όχθη ως τη “βιβλική και ιστορική πατρίδα του εβραϊκού λαού” και βλέπουν τους οικισμούς ως κλειδί για τη διατήρηση της ασφάλειας.

Η συντριπτική πλειονότητα της διεθνούς κοινότητας θεωρεί όλους τους οικισμούς παράνομους και εμπόδιο στην ειρήνη.

Διαφορετική νομοθεσία για εποίκους και Παλαιστινίους

Οι περίπου 3 εκατομμύρια Παλαιστίνιοι στη Δυτική Όχθη ζουν υπό ισραηλινή στρατιωτική διακυβέρνηση, με την Παλαιστινιακή Αρχή να ασκεί περιορισμένη αυτονομία στα πληθυσμιακά κέντρα.

Ο ισραηλινός στρατός δραστηριοποιείται σε όλα τα τμήματα της περιοχής, και οι Παλαιστίνιοι που είναι ύποπτοι για ένοπλη δραστηριότητα, μπορούν να κρατηθούν χωρίς απαγγελία κατηγοριών για μήνες ή χρόνια υπό το καθεστώς της λεγόμενης διοικητικής κράτησης.

Οι έποικοι είναι Ισραηλινοί πολίτες, με την επιβολή του νόμου να αναλαμβάνεται συνήθως από την ισραηλινή αστυνομία και τα πολιτικά δικαστήρια.

Ο υπουργός Άμυνας του Ισραήλ, Ισραέλ Κατς, δήλωσε το 2024 ότι οι Ισραηλινοί δεν θα υπόκεινται πλέον σε διοικητική κράτηση, η οποία είχε χρησιμοποιηθεί και κατά εποίκων που κατηγορούνταν για βία. Την Παρασκευή, ανακοίνωσε σχέδια για την πλήρη μεταφορά της επιβολής του νόμου μεταξύ των εποίκων στην ισραηλινή αστυνομία.

Ο ρόλος του στρατού «είναι να καταπολεμά την παλαιστινιακή τρομοκρατία» και «να επικεντρώνεται στην προστασία των συνόρων και των οικισμών από απειλές», ανέφερε σε δήλωσή του. «Όχι να κυνηγά τα παιδιά των λόφων».

Αυτό θα εδραίωνε το status quo των ήδη ξεχωριστών νομικών συστημάτων για Εβραίους και Παλαιστινίους στη Δυτική Όχθη, κάτι που οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων υποστηρίζουν ότι ισοδυναμεί με απαρτχάιντ, ισχυρισμό που το Ισραήλ αρνείται.

Η αστυνομία και ο στρατός του Ισραήλ κάνουν τα “στραβά μάτια”

Η ισραηλινή αστυνομία εποπτεύεται από τον Υπουργό Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν Γκβίρ, ο οποίος είναι ο ίδιος σκληροπυρηνικός έποικος και έχει καταδικαστεί οκτώ φορές για αδικήματα, που περιλαμβάνουν την υποστήριξη τρομοκρατικής οργάνωσης. Πριν εισέλθει στην πολιτική, εργαζόταν ως δικηγόρος υπεράσπισης Εβραίων εξτρεμιστών, σύμφωνα με το AP.

Ο ισραηλινός στρατός δηλώνει ότι οι ενέργειες των εποίκων στην Κούσρα είναι «παράνομες, αξιοκατάκριτες και απαράδεκτες» και ότι προσπαθεί να διατηρήσει την τάξη και τον νόμο στη Δυτική Όχθη. Αναφέρει ότι διέλυσε δύο ανεπίσημους οικισμούς στην περιοχή της Κούσρα και προσήγαγε έναν Ισραηλινό.

Ωστόσο, οργανώσεις δικαιωμάτων υποστηρίζουν ότι ο στρατός συχνά κάνει τα στραβά μάτια στη βία των εποίκων και ότι, όταν παρεμβαίνει, συχνά επικεντρώνεται στην προστασία τους.

Η Yesh Din, μια ισραηλινή οργάνωση δικαιωμάτων, αναφέρει ότι περίπου το 94% των ερευνών για τη βία των εποίκων από το 2005 έχει περατωθεί χωρίς την απαγγελία κατηγοριών, με μόλις το 3% να οδηγεί σε πλήρεις ή μερικές καταδίκες.

Η πίεση των ΗΠΑ είχε ελάχιστο αντίκτυπο και υποχώρησε επί Τραμπ

Η βία των εποίκων εντάθηκε μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023. Τον επόμενο χρόνο, η κυβέρνηση Μπάιντεν επέβαλε κυρώσεις σε εποίκους και ισραηλινές οργανώσεις που κατηγορούνται για βία.

Άλλα δυτικά έθνη ανακοίνωσαν κυρώσεις κατά του Μπεν Γκβίρ και ενός άλλου σκληροπυρηνικού Ισραηλινού υπουργού, του Μπεζαλέλ Σμότριτς, κατηγορώντας τους για «υποκίνηση ακραίας βίας» κατά των Παλαιστινίων.

Οι κυρώσεις είχαν ελάχιστο αντίκτυπο, καθώς η κοινότητα των εποίκων συσπειρώθηκε γύρω από όσους στοχοποιήθηκαν.

Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ ανακάλεσε τις κυρώσεις των ΗΠΑ στην αρχή της δεύτερης θητείας του και διόρισε τον Χάκαμπι, ένθερμο υποστηρικτή των ισραηλινών οικισμών, ως πρέσβη του.

Κατά τη διάρκεια της πρώτης θητείας του, ο Τραμπ είχε ανατρέψει την πολιτική δεκαετιών των ΗΠΑ μεταφέροντας την αμερικανική πρεσβεία στην Ιερουσαλήμ και υποστηρίζοντας τις διεκδικήσεις του Ισραήλ σε άλλα εδάφη που καταλήφθηκαν σε πόλεμο.

Οι αντίπαλοι του Νετανιάχου υποστηρίζουν την επέκταση των οικισμών

Όπως σημειώνει ρεπορτάζ του ΑΡ, ο Νετανιάχου θα χρειαστεί τη στήριξη του Μπεν Γκβίρ, του Σμότριτς και άλλων υποστηρικτών των εποίκων εάν ελπίζει να διατηρήσει τη θέση του μετά τις εκλογές του Οκτωβρίου. Θα πρέπει επίσης να διατηρήσει καλές σχέσεις με την κυβέρνηση Τραμπ.

Οι αντίπαλοί του έχουν επικρίνει αυτό που χαρακτηρίζουν ως “αυξανόμενο χάος” στη Δυτική Όχθη. Όμως οι περισσότεροι πολιτικοί ηγέτες του Ισραήλ, ακόμη και επικριτές του Νετανιάχου, υποστηρίζουν την επέκταση των υπαρχόντων οικισμών και αντιτίθενται στη δημιουργία παλαιστινιακού κράτους.

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην ανώτατος στρατηγός που θεωρείται ο κύριος αντίπαλος του Νετανιάχου, επέκρινε τους χειρισμούς της κυβέρνησης στα γεγονότα της Κούσρα, κατηγορώντας την ότι υπονομεύει τους στρατιωτικούς διοικητές «απέναντι στην αναρχία και τη βίαιη παρανομία μιας ακραίας μειοψηφίας». Έχει επίσης ταχθεί κατά των σχεδίων προσάρτησης της Δυτικής Όχθης.

Ωστόσο, έχει δηλώσει επίσης στα ισραηλινά μέσα ενημέρωσης ότι «δεν έχει μιλήσει ποτέ για παλαιστινιακό κράτος» και ότι υποστηρίζει οικισμούς που «συνάδουν με τα συμφέροντα του Ισραήλ».

Ο Ναφτάλι Μπένετ, ένθερμος υποστηρικτής των οικισμών και ένας άλλος βασικός αντίπαλος του Νετανιάχου, έχει καταδικάσει τη βία, λέγοντας ότι ισοδυναμεί με «τρομοκρατία» μιας μειοψηφίας.

«Ακριβώς ως άνθρωπος που πιστεύει στο δικαίωμά μας στη γη και στο εγχείρημα του εποικισμού, πρέπει να το καταγγείλουμε αυτό και να ξεριζώσουμε τη βία από τις δικές μας τάξεις — όχι να περιμένουμε από τους Αμερικανούς να μας πουν να το κάνουμε», δήλωσε σε πρόσφατη συνέντευξή του σε ισραηλινά μέσα ενημέρωσης.

Όταν ο Μπένετ ήταν πρωθυπουργός, κατά τη μοναδική σύντομη περίοδο των τελευταίων 17 ετών που ο Νετανιάχου ήταν εκτός εξουσίας, η κυβέρνηση εθνικής ενότητας που ηγείτο ενέκρινε χιλιάδες επιπλέον κατοικίες εποίκων.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα