Ουκρανία: Τέσσερα Χρόνια Πολέμου – Οι Ζωές που Έμειναν Πίσω
Διαβάζεται σε 9'
Περισσότεροι από τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί στο εσωτερικό της Ουκρανίας. Όσοι φεύγουν τελευταίοι, είναι συχνά οι πιο ευάλωτοι.
- 21 Φεβρουαρίου 2026 07:17
Τέσσερα χρόνια συμπληρώνονται από τις 24 Φεβρουαρίου 2022, όταν η Ρωσία κλιμάκωσε τον πόλεμο που είχε ξεκινήσει το 2014, προχωρώντας σε πλήρη εισβολή στην Ουκρανία. Η σύγκρουση έχει στοιχίσει τη ζωή σε χιλιάδες ανθρώπους, έχει αναγκάσει εκατομμύρια να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και έχει αφήσει πίσω της κατεστραμμένες πόλεις και διαλυμένες κοινότητες.
Καθώς η πρώτη γραμμή του μετώπου μετατοπίζεται, οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα αναγκάζονται διαρκώς να προσαρμόζουν τη δράση τους και να μετακινούνται, ανταποκρινόμενες στις συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες.
Περισσότεροι από τέσσερα εκατομμύρια άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί στο εσωτερικό της χώρας. Όσοι φεύγουν τελευταίοι είναι συχνά οι πιο ευάλωτοι: ηλικιωμένοι, άνθρωποι με χρόνιες παθήσεις ή σοβαρούς τραυματισμούς, που παραμένουν μέχρι να κλείσουν βασικές υπηρεσίες, όπως νοσοκομεία, φαρμακεία, σχολεία, ταχυδρομεία. Πολλοί δεν έχουν πού να πάνε ούτε τα μέσα για να επιβιώσουν αλλού.
Στο Dnipro, το κτίριο ενός πρώην επιστημονικού ινστιτούτου έχει μετατραπεί από το 2022 σε καταφύγιο για περίπου 270 ανθρώπους από κατεχόμενες ή κατεστραμμένες περιοχές. Οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις στις ενεργειακές υποδομές αφήνουν συχνά τους κατοίκους χωρίς θέρμανση, νερό και ηλεκτρικό ρεύμα — ακόμη και σε θερμοκρασίες που αγγίζουν τους -20°C.
Η ενισχυμένη παρουσία των Γιατρών Χωρίς Σύνορα σε καταφύγια όπως αυτό, μέσω κινητών ιατρικών κλινικών, αντικατοπτρίζει την κλιμάκωση των αναγκών. Το 2025 οι ιατρικές επισκέψεις μέσω κινητών μονάδων υπερδιπλασιάστηκαν σε σύγκριση με το 2024, από 4.327 σε 9.500.
Μέσα από μια σειρά φωτογραφιών και προσωπικών μαρτυριών ανθρώπων που έχουν βρει προσωρινό καταφύγιο σε αυτό το κτίριο, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα φωτίζουν τις ζωές που έμειναν πίσω και την προσπάθεια να χτιστεί μια νέα καθημερινότητα μέσα σε εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες.
«Ακόμα και μετά από τόσα χρόνια, θα μπορούσα να περπατήσω στη γειτονιά μου με κλειστά μάτια», λέει η Yuliia Murashkina. Έχει εγκαταλείψει δύο φορές τη ζωή που είχε φτιάξει εξαιτίας του πολέμου. Το 2014 έφυγε από τη Fashchivka, στην περιοχή Luhansk, όταν ο γιος της, Vanya, δεν είχε κλείσει ούτε έναν χρόνο ζωής. «Περάσαμε μήνες στο υπόγειο, χωρίς φως και τρόφιμα. Υπήρχε υγρασία και ο Vanya αρρώστησε με έντονο βήχα. Πριν φύγουμε, δεν μπήκαμε καν στο σπίτι. Πήραμε τα έγγραφά μας, ένα σακίδιο με ρούχα του μωρού και ένα μπιμπερό και φύγαμε». Μετακόμισαν στην Kreminna. Όμως το 2022, με τη γενικευμένη εισβολή, αναγκάστηκαν να φύγουν ξανά. «Δεν ανησυχούσα για τα υπάρχοντά μου. Φοβόμουν μόνο μήπως δεν τα καταφέρουμε, καθώς το προηγούμενο λεωφορείο εκκένωσης είχε δεχθεί επίθεση». Σήμερα η οικογένεια ζει σε δύο μικρά δωμάτια στο καταφύγιο του Dnipro. Η Yuliia και ο 12χρονος Vanya στο ένα. Στο διπλανό, η 17χρονη κόρη της, Kateryna, με τα δύο της παιδιά: τη 3χρονη Sasha και τον δύο μηνών Damir.
Η τρίχρονη Sasha ξέρει να μετρά στα αγγλικά και αγαπά το ροζ χρώμα. Κάθε πρωί ζητά από τη γιαγιά της τηγανίτες. «Και τα δύο μου παιδιά και η εγγονή μου ξέρουν τι σημαίνει πόλεμος», λέει η Yuliia. «Όταν ακούμε εκρήξεις, εγώ φοβάμαι περισσότερο — όχι για μένα, αλλά για εκείνους. Η Sasha φορά το μπουφάν της και βγαίνει στο διάδρομο. Δεν κλαίει».
Ο Damir είναι μόλις δύο μηνών. Έχει μεγάλα μπλε μάτια και δυνατή φωνή. Κάθε πρωί το κλάμα του γεμίζει τον διάδρομο του καταφυγίου. Στη σύντομη ζωή του έχει κάνει μπάνιο μόνο δύο φορές: μία αμέσως μετά την έξοδό του από το μαιευτήριο και μία ακόμη, σε μια από τις ελάχιστες ημέρες που υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα. «Τώρα χρησιμοποιούμε μωρομάντηλα, γιατί κάνει πολύ κρύο. Το δωμάτιο δεν προλαβαίνει να ζεσταθεί. Φοβάμαι μην κρυώσει», εξηγεί η 17χρονη μητέρα του, Kateryna Murashkina. Του αλλάζει ρούχα όσο πιο γρήγορα μπορεί — δεν του αρέσει καθόλου. Δίπλα τους κοιμάται η τρίχρονη Sasha. «Ο Damir βγάζει δόντια. Κλαίει συνεχώς και θέλει να τον κρατάω στην αγκαλιά μου», λέει η Kateryna. «Η Sasha είναι δυναμική προσωπικότητα και με χρειάζεται για να παίζουμε μαζί. Ευτυχώς, η οικογένειά μου που μένει στο διπλανό δωμάτιο βοηθά πολύ: ο αδελφός μου, ο Vanya, φροντίζει τα παιδιά, και η μητέρα μου αναλαμβάνει το μαγείρεμα και το πλύσιμο».
Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα συνεχίζουν να παρέχουν ιατρική και ψυχολογική φροντίδα σε όλη την Ουκρανία: υποστηρίζοντας νοσοκομεία κοντά στην πρώτη γραμμή, παρέχοντας ασθενοφόρα για τραυματίες πολέμου και λειτουργώντας κινητές κλινικές σε καταφύγια και κοινότητες που φιλοξενούν εκτοπισμένους και σε περιοχές όπου οι άνθρωποι προσπαθούν να παραμείνουν παρά την κατάρρευση των υπηρεσιών και την επέκταση της πρώτης γραμμής του μετώπου.
Η 65χρονη Liubov Kuzmenko μοιράζεται σήμερα ένα μικρό δωμάτιο με τη γάτα της, Kuzma. Έφυγαν μαζί από το Siverskodonetsk, στην περιοχή Luhansk, παίρνοντας μαζί τους ό,τι μπορούσε να χωρέσει σε μια βιαστική αναχώρηση. «Όταν η πόλη δεχόταν επίθεση, έκλαιγα γιατί δεν είχα τίποτα να της δώσω να φάει», θυμάται. Λίγο πριν φτάσει το λεωφορείο της εκκένωσης —μόλις είκοσι λεπτά πριν— η Kuzma εξαφανίστηκε. Η Liubov, όμως, δεν διανοήθηκε να φύγει χωρίς εκείνη. Τελικά τη βρήκε, και από τότε παραμένουν αχώριστες. Θυμάται την ημέρα που έφυγαν: «Ήταν Μάρτιος του 2022. Έκανε παγωνιά. Τα παράθυρα του διαμερίσματος ήταν σπασμένα. Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι τα δάχτυλα των ποδιών μου θα πονούσαν τόσο πολύ από το κρύο», λέει. Σήμερα, μέσα στη σιωπή του καταφυγίου, βρίσκει παρηγοριά στη ζωγραφική. Έχει δημιουργήσει περισσότερους από 70 πίνακες. Μερικοί στολίζουν τους τοίχους του δωματίου της, άλλοι φωτίζουν τους διαδρόμους και τα δωμάτια των γειτόνων της. «Στο τέλος, όταν βάζεις τις τελευταίες πινελιές και η εικόνα ξαφνικά παίρνει μορφή… αυτό το συναίσθημα μου δίνει δύναμη», λέει. Μέσα από τα χρώματα, ξαναχτίζει — κομμάτι κομμάτι — μια αίσθηση κανονικότητας.
Η Zinaida Babisheva, 67 ετών, αγκαλιάζει τον σκύλο της, τον Toshyk. Εκκενώθηκε από το Lyman τον Μάρτιο του 2022, αφήνοντας πίσω της το σπίτι και τη γειτονιά που σημάδεψαν τη ζωή της. Όταν μιλά για το σπίτι της, η πρώτη της σκέψη δεν είναι τα δωμάτια ή οι τοίχοι, αλλά οι άνθρωποι που ζούσαν γύρω της. «Οι γείτονες ήταν όλοι πολύ καλοί και φιλικοί. Στις μεγάλες γιορτές βγάζαμε τραπέζια στο δρόμο και γιορτάζαμε όλοι μαζί», θυμάται. Ένας από τους γείτονες της είπε ότι Ρώσοι στρατιώτες που μπήκαν στο Lyman λεηλάτησαν το σπίτι της. Τους είδε να μεταφέρουν πράγματα, αλλά η Zinaida κατάφερε να σώσει αρκετά οικογενειακά άλμπουμ με φωτογραφίες, τα οποία πήρε μαζί της. «Ακόμα ονειρεύομαι το σπίτι μου», λέει. «Είχαμε έναν κήπο με μήλα Symyrenko, δαμάσκηνα, κεράσια, αχλάδια και ροδάκινα. Προσκαλούσα τους φίλους μου από τα διαμερίσματα να έρθουν να μαζέψουν φρούτα… και υπήρχαν τόσα πολλά τριαντάφυλλα! Και κρίνοι, και κατιφέδες! Είχαμε τα πάντα… Τώρα η κόρη μου φυτεύει λουλούδια σε γλάστρες, αλλά εγώ δεν θέλω πια τίποτα».
Όταν έφυγε από το Lyman, η Zinaida δεν πήρε σχεδόν τίποτα μαζί της. Ήταν βέβαιη ότι θα επέστρεφε σύντομα στο σπίτι της. Παρ’ όλα αυτά, φρόντισε να πάρει μαζί της τα δαχτυλίδια της — μικρά, πολύτιμα σύμβολα ολόκληρης της ζωής της. «Αυτό το φοράω εδώ και 45 χρόνια», λέει, αγγίζοντάς το απαλά. «Μου το έδωσε η μητέρα μου όταν η κόρη μου έγινε ενός έτους. Αυτό εδώ ήταν δώρο από τον σύζυγό μου, που έχει φύγει από τη ζωή, για την επέτειο του γάμου μας – νομίζω την 15η. Αυτό μου το χάρισε η οικογένειά μου όταν ο εγγονός μου τελείωσε το δημοτικό. Και αυτό είναι από την κόρη μου, για τα 65α γενέθλιά μου».