Μια ζωή ιστορία: ο εμβληματικός Αριστείδης Μανωλάκος

Διαβάζεται σε 6'
O Αριστείδης Μανωλάκος
O Αριστείδης Μανωλάκος EUROKINISSI ΣΤΡΑΤΟΣ ΧΑΒΑΛΕΖΗΣ

Ο Μανωλάκος ήταν ύψιστος μάγειρας της πολιτικής. Μειλίχιος, αλλά αδιαπραγμάτευτος. Πιστός στον σχέδιό του, ποτέ όμως ωμός ως προς το όραμα.

O Α. Μανωλάκος γεννήθηκε λίγο πριν την κατοχή. Από τα μέσα της δεκαετίας του ‘50, πριν την ενηλικίωση του, συγκροτείται και το πολιτικό υποκείμενο Μανωλάκος. Οχτώ δεκαετίες αγώνας αδιάκοπος. Ασκητής και μαχητής μαζί. Σε όλη τη νεότερη και σύγχρονη ιστορία της ελληνικής Αριστεράς.

Δι’αυτής, στην ιστορία της ίδιας της χώρας από το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα ως σήμερα. Την περίοδο της μετεμφυλιακής «καχεκτικής δημοκρατίας», της δικτατορίας, της διάσπασης του ΄68, της χούντας και της εξορίας, της Μεταπολίτευσης, της «Αλλαγής», της ελληνικής κρίσης, και της πορείας της Αριστεράς από την εξουσία στην απαξίωση. Όλα!

Σκεφτείτε τι είδε, τι έζησε, τι κατάλαβε ο Μανωλάκος. Θα πει κανείς ότι δεν είναι ο μόνος που έζησε όλες αυτές τις στιγμές. Σωστά. Είναι όμως από τους ελάχιστους που τις έζησε έτσι, μετασχηματίζοντας με ακαταγώνιστη μαεστρία την εμπειρία του σε γνώση. Σε «αδογμάτιστη» διάνοια. Είχα καιρό να ακούσω αυτό το «μη δογματικός» που είπανε για το Μανωλάκο στην κηδεία του. Παλιά το «αδογμάτιστος» ήταν κομβικό για την κατανόηση ενός συγκεκριμένου τύπου κομμουνιστικού ήθους. Πλέον, το «αδογμάτιστος» δε λέει τίποτε στους νεότερους. Σημεία των καιρών… Προσοχή όμως: αδογμάτιστος δεν σημαίνει εν γένει διαλλακτικός. Ο Μανωλάκος, στον σκληρό του αξιακό πυρήνα, ήταν άκαμπτος. Ήταν όμως κατεξοχήν διαλεκτικός: άνθρωπος της σύνθεσης. Την διαλεκτική τέχνη δεν την άφηνε όμως στην τύχη της. Τίποτε δεν άφηνε στην τύχη του.

Μια φορά στον Ασωπό, στο χωριό του, του είχα πει ότι η διαλεκτική του πάει περισσότερο προς Χέγκελ παρά προς Μαρξ και με κοίταξε αμήχανα. Με εκτιμούσε και δεν ήθελε να με αποδοκιμάσει ευθέως. Τελικά, νομίζω ότι είχε τα δίκια του. Εγώ πάλι, βυθισμένος στα δικά μου μεταμαρξιστικά διαβάσματα (Αλτουσέρ, Αντόρνο κλπ) δεν είχα επαρκώς αξιολογήσει πόσο ο παραδοσιακός κομμουνιστικός ντετερμινισμός σημάδεψε ανεξίτηλα ψυχικά -όχι απλώς πολιτικά- κάποιους κομμουνιστές.

Πρωτίστως όμως, ο Μανωλάκος ήταν ύψιστος μάγειρας της πολιτικής. Μειλίχιος, αλλά αδιαπραγμάτευτος. Πιστός στον σχέδιό του, ποτέ όμως ωμός ως προς το όραμα. Μεθοδικά διαρκώς ανέλυε. Όχι όμως ανάλυση ως ανέφελη βερμπαλιστική άσκηση (δυστυχώς τόσο οικεία στα καθ’ημάς), αλλά επίμονη και δίκοπη μέθοδο. Μέσα από τα διαφορετικά υλικά προσπαθούσε πάντα με οξυδέρκεια να βγάζει το νέο που θα συμφιλίωνε τις αντιθέσεις. Τις αντιθέσεις που πάλευε να ελέγχει. Διόλου όμως ανεπίγνωστος ως προς την ενίοτε ματαιότητα του εγχειρήματος. Ευγενής, απλός, σεμνός αλλά και συνάμα επίμονος και ανυπόμονος μέχρι τελικής πτώσεως. Ήταν ο κατεξοχήν άνθρωπος της υλοποίησης. Και αυτό με ενθουσίαζε σε κείνον.

Για το λόγο αυτόν, στη μεγάλη του ζωή, ήταν ο άνθρωπος που τον ακούγανε πάντα όλοι: πέντε ολόκληρες γενιές. Πρώτα, η ιστορική φρουρά της ΕΔΑ (τα «ιερά τέρατα» Πατσαλίδης, Ηλιού, Γλέζος, Κύρκος) με τους οποίους βρέθηκε μαζί τους ως μακράν νεώτερος στο εκτελεστικό γραφείο του κόμματος στις αρχές της δεκαετίας του ΄60. Κάτι είχαν διακρίνει στον νέο Αριστείδη. Και μετά στους Λαμπράκηδες, την ΕΦΕΕ, το ΚΚΕ εσωτερικού, την ΕΣΗΕΑ και το ΣΥΡΙΖΑ. Άνθρωπος ειδικής δεοντολογίας.

Περνούσαν τα χρόνια και μεγάλωνε. Και πλέον τον ακούγανε οι μικρότεροι. Του άρεσε αυτό, όχι όμως με τον συνήθη πατερναλισμό των «μεγάλων» που μιλάνε απέναντι στο παθητικό κοινό που καθοδηγείται. Του άρεσε να ακούει, ήξερε να ακούει, ακόμη και να παραπλανά ότι ακούει, όπως ήξερε επίσης να παίρνει.

Μπορούσε εύκολα να διαγνώσει αρετές κι αδυναμίες. Πάντα όμως ευγενής στην αυστηρότητά του. Διότι, σε τελευταία ανάλυση, ο πρώτος στόχος της αυστηρότητάς του ήταν ο εαυτός του. Ειδικά, του άρεσε να γίνεται πλουσιότερος από την επαφή με τους νεότερους. Το ήθελε αυτό. Δεν βαριόσουν. Δεν περιαυτολογούσε. Υψηλή αρετή. Δεν μιλούσε με προθυμία για τα κλειστά ντουλάπια της ιστορίας του. Δεν του άρεσε να αναφέρεται στα χρόνια της εξορίας. Με το ζόρι έβγαιναν αυτές οι ιστορίες. Δεν ξέρω γιατί. Δεν ήταν το τραύμα μόνο. Ο Μανωλάκος δεν ήταν ποτέ ο ρομαντικός αριστερός της ανάμνησης. Ήταν ο κατεξοχήν του «τι κάνουμε τώρα». Ποτέ του «τι κάναμε κάποτε…».

Υπήρξε η προσωποποίηση της εφαρμοσμένης πολιτικής για εβδομήντα χρόνια. Κι όμως, πολιτικός δεν έγινε. Έμεινε δημοσιογράφος. Αριστερός δημοσιογράφος παλιάς ακηδεμόνευτης κοπής. Με την ακατάβλητη ηθική του σκοπού του, αλλά και με πάγια αίσθηση ευθύνης. Άνθρωπος της βούλησης για τομή, αλλά και της επίγνωσης των ορίων. Γνώριζε στο πετσί του πώς ο ασύγγνωστος βολονταρισμός μπορεί να καταλήξει στον αγοραίο κυνισμό. Γι’αυτό δεν ολίσθησε πότε ούτε στον έναν, ούτε στον άλλον. Η νωπή εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση δείχνει πόσο, μα πόσο σημαντική υπήρξε αυτή η αρετή. Κάπως έτσι, τα τελευταία τρία χρόνια, τα χρόνια της απαξίωσης της Αριστεράς που συνέπεσαν με την περίοδο που οι φυσικές δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν, σιωπούσε με νόημα.

Αριστείδη θα σε θυμόμαστε. Προσωπικά θέλω να σε ευχαριστήσω για την εκτίμηση και την εμπιστοσύνη, για τις τόσες ωραίες κουβέντες που ανταλλάξαμε τα τελευταία 20 χρόνια, αλλά και για την φιλοξενία στον τόπο σου, στον Ασωπό Λακωνίας. Μου άρεσε ότι ήθελες να μου μάθεις και να μάθεις ό,τι μπορούσα να σου δώσω. Μου άρεσε πώς κοιτούσες και πώς μιλούσες στα παιδιά μου που ήταν μικρά, πολύ μικρά τότε και δεν σε θυμούνται.

Τους μίλησα για σένα τώρα που μας άφησες. Θα το ήθελες.

ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

Προχθές στην πολιτική κηδεία του, έβρεχε πολύ στην αρχή και όλοι – φυλές της ελληνικής Αριστεράς ως την παλαιά Ένωση Κέντρου – μαζευτήκαμε στο υπόστεγο της εισόδου του Α’ Νεκροταφείου. Όσοι τα κατάφεραν, τρύπωσαν στην αίθουσα τελετών δεξιά της εισόδου. Εκεί δίπλα στο φέρετρο έγιναν οι επικήδειοι. Χωρίς μικρόφωνο. Με λιγοστά καθίσματα. Όλοι σχεδόν όρθιοι…

Αθήνα 2026 …

Στις τελετές αυτές, στη χώρα μας, ακόμη και σήμερα, απάδει οποιαδήποτε ένδειξη μιας στοιχειώδους επισημότητας. Σαν να γινόταν σχεδόν σε συνθήκη παρανομίας η κηδεία. Να ξέρει ο άλλος δηλαδή ότι αν θέλει να ακούει ο κόσμος καθήμενος αυτά που θα ειπωθούν μπροστά στο φέρετρό του θα πρέπει να κάνει θρησκευτική κηδεία. Αν θέλει ηλεκτρικό και καρέκλες, θα πάρει και εκκλησία μαζί.

Αυτό όμως είναι απαράδεκτο. Είναι ντροπιαστικό. Και μάλιστα ακόμη περισσότερο σε μια χώρα που τη μισή σχεδόν Τρίτη Ελληνική Δημοκρατία έχουν κυβερνήσει μη δεξιά κόμματα. Ήρθε η στιγμή ο Δήμος Αθηναίων να πάρει μια πρωτοβουλία σε αυτήν την κατεύθυνση και να δώσει το σήμα και σε άλλους δήμους. Έχουμε ήδη αργήσει εξοργιστικά.

Η πολιτική κηδεία είναι δικαίωμα. Όχι ποινή.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα