METALLICA: 40 ΧΡΟΝΙΑ ΜASTER OF PUPPETS-OBEY YOUR MASTER!
Πριν ακριβώς 40 χρόνια κυκλοφόρησε ένα από τα καλύτερα heavy metal album όλων των εποχών. Για πολλούς παραμένει έως και σήμερα το καλύτερο.
Tα album του heavy metal που όρισαν ένα υποείδος της συγκεκριμένης μουσικής και αποτέλεσαν σημείο αναφοράς για την μπάντα που τα δημιούργησε μετριούνται στα δάχτυλα των δύο χεριών και αν. Αν, παράλληλα, σ’ αυτή την καταμέτρηση δεν συμπεριλάβει κάποιος το “Master of Puppets” των Metallica, τότε έχει διαπράξει μία πολύ μεγάλη αδικία απέναντι στην ιστορία του σκληρού ήχου και της αμερικανικής μπάντας, η οποία είναι ίσως η πιο επιτυχημένη του είδους τα τελευταία 40 χρόνια.
Δεν είμαστε εδώ βέβαια για να διαπράξουμε μία τόσο μεγάλη αδικία αλλά για να σας θυμήσουμε ότι το τρίτο studio album των Μetallica σφράγισε το heavy/thrash metal των τιμημένων 80ς και ταυτόχρονα αποτέλεσε την καμπή εκείνη που καθόρισε, εν τέλει, το μέγεθος της μπάντας. Mετά από αυτό, οι Μetallica δεν ήταν πια ένα πολύ καλό thrash συγκρότημα, ήταν ένας εν δυνάμει κολοσσός ο οποίος τα επόμενα χρόνια θα σάρωνε τις πωλήσεις και θα γέμιζε τα μεγαλύτερα στάδια και συναυλιακούς χώρους του πλανήτη, από την Ωκεανία έως την Βόρεια Αμερική και από την Παταγονία έως την Ιαπωνία.
Τι είχε προηγηθεί; Δύο studio album-δυναμίτης που καθιέρωσαν τους Metallica πρώτα στον underground χώρο. Το πρώτο, το θρυλικό “Kill em all” , διαθέτει όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά του ντεμπούτου μίας εξαιρετικά ταλαντούχας μπάντας. Δυναμισμό, ταχύτητα, τραχύτητα και επειδή μιλάμε για Metallica έναν ήχο σκληρότατο. Δεν ήταν σίγουρα η καλύτερη παραγωγή αλλά όλα έδειχναν ότι το συγκρότημα είχε έρθει για να μείνει. Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και σήμερα, 45 χρόνια μετά, η μπάντα φιλοξενεί στα κατά καιρούς set list τραγούδια από το πρώτο αυτό album. Ποιος, στο φινάλε, δεν θέλει να ακούσει live το “Whiplash” ή το “Τhe Four Horsemen”, κομμάτια που έχουν μεγαλώσει τρεις γενιές μεταλλάδων σε ολόκληρη τη γη;
To “Ride the Lightning” που ακολούθησε άφησε ένα περισσότερο “επαγγελματικό” στίγμα χωρίς να απουσιάζουν τα στοιχεία που χαρακτήρισαν την πρώτη προσπάθεια. Οι συνθέσεις φαίνονταν πιο ολοκληρωμένες, εκτείνονταν περισσότερο στο χρόνο και έδειχναν ότι πίσω τους εργάζονται τέσσερις σοβαροί μουσικοί που ήθελαν να καταθέσουν τη δική τους μουσική πρόταση και να ξεφύγουν ελαφρώς από τα συνηθισμένα. Το album αυτό “φιλοξενεί” το επικό “Creeping Death”, ένα κομμάτι-σήμα κατατεθέν που ανοίγει πολλές από τις συναυλίες της μπάντας. Τα εν Ελλάδι live του 1993 και του 2007 άνοιξαν ακριβώς μ’ αυτό.
Ο δρόμος προς τη δόξα…
Εν έτει 1985, οι Metallica θεωρούνται συγκρότημα αναγνωρίσιμο όχι μόνο στη γενέτειρά τους, τις ΗΠΑ, αλλά και στην Ευρώπη. Εχουν υπογράψει ήδη συμβόλαιο με την Elektra Records και το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς παίζουν στο θρυλικό Monsters of Rock του Donington στη Μεγάλη Βρετανία στο πλάι των Bon Jovi και των Ratt. Εχοντας αρχίζει ήδη να συνθέτουν το τρίτο album τους, αποφασίζουν να αλλάξουν μάνατζερ και να αφεθούν στα χέρια του Cliff Burnstein και του Peter Mensch.
Η μπάντα πια θέλει ένα μεγάλο δημιουργικό άλμα και να καθιερωθεί. Τα μέλη της, ειδικά οι ιδρυτές James Hetfield και Lars Ulrich, έχουν την τάση της τελειομανίας, ειδικά στο ζήτημα του ήχου και της παραγωγής, γι’ αυτό και παίρνουν την απόφαση το νέο album να ηχογραφηθεί στη Δανία, στη χώρα καταγωγής του αρχηγού και ντράμερ της μπάντας. Στις ΗΠΑ κανένας ήχος και καμία ηχητική εγκατάσταση δεν τους ικανοποιεί. Στην Κοπεγχάγη το συγκρότημα ταξιδεύει πανέτοιμο. Με γραμμένα τα περισσότερα τραγούδια, με καταλαγμένες προθέσεις για το ήχο και κυρίως με διάθεση για σκληρή δουλειά.
Η μπάντα έχει πια χωρίσει, οριστικά και αμετάκλητα, με τον Dave Mustaine ο οποίος είχε χαράξει ήδη τον προσωπικό του δρόμο μέσα από τους Megadeth. Το γεγονός αυτό μάλλον απελευθερώνει το βασικό συνθετικό δίδυμο των Metallica, τους Hetfield και Ulrich, οι οποίοι πια δουλεύουν πυρετωδώς. Αμφότεροι εργάζονται σε κάποιες βασικές ιδέες σε riffs σε ένα γκαράζ του Σαν Φραντσίσκο και εν συνεχεία ο μπασίστας Cliff Burton και ο κιθαρίστας Kirk Hammet προσθέτουν τις δικές τους πινιελιές.
Ο Ηetfield θυμάται ότι κατά τη διάρκεια της δημιουργίας και της προετοιμασίας του “Master of Puppets” “μαθαμε πραγματικά να γράφουμε τραγούδια, όχι απλώς riffs. Αρχίσαμε να σκεφτόμαστε τη δομή ενός κομματιού, το πως “αναπνέει”. Θέλαμε απλώς να σε πάρει από το χέρι και στο τέλος να σε διαλύσει”. O ίδιος δούλευε μόνος του τους στίχους πάνω στον τίτλο που έβαζε η μπάντα σε κάθε κομμάτι.
Την ίδια ώρα τα άλλα μέλη της μπάντας επιχειρούν να βελτιώσουν το παίξιμό τους. O Ulrich παίρνει κάποια επιπλέον μαθήματα στα drums ενώ ο Hammett δουλεύει για ένα διάστημα με το μύθο της ηλεκτρικής κιθάρας, τον Joe Santriani, για να αποκτήσει μεγαλύτερη εξοικίωση στην ηχογράφηση. Ολα πλέον είναι έτοιμα για το recording το οποίο θα λάβει χώρα στο στούντιο που έχει ως όνομα το “Sweet Silence” (γλυκιά ησυχία). Η μπάντα φτάνει στην Κοπεγχάγη έχοντας στις αποσκευές της όλα τα κομμάτια, εκτός από το “Orion και το “The Thing that Should Not Be” και η σκληρή δουλειά αρχίζει την 1η Σεπτεμβρίου του 1985. Θα τελειώσει σχεδόν τρεις μήνες αργότερα, στις 27 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους.
O παραγωγός τους, ο Δανός Flemming Rasmussen θυμάται ότι οι τέσσερις μουσικοί ήταν απολύτως αφοσιωμένοι στη δουλειά τους. “Η συγκέντρωσή τους ήταν απίστευτη. Ηξεραν τι ήθελαν και αν δεν πετύχαιναν, το ξαναέκαναν. Στις κιθάρες δεν έψαχναν τόσο την υπερβολική επεξεργασία στον ήχο όσο την ακρίβεια στο παίξιμο. Σ’ αυτό ακριβώς το κομμάτι ο James Hetfield βοήθησε πάρα πολύ, ήταν, ας πούμε, το μυστικό όπλο του κιθαριστικού ήχου”. Η αλήθεια είναι ότι στο εν λόγω album, o Ηetfield τελειοποίησε το downpicking, την τεχνική παιξίματος κιθάρας κατά την οποία ο κιθαρίστας χτυπά τις χορδές μόνο με καθοδική κίνηση της πένας.
Ο Κirk Hammett από την πλευρά του, ακούραστος εργάτης, αποτύπωσε την τότε δημιουργική κάψα του συγκροτήματος λέγοντας ότι “ήμασταν απίστευτα προετοιμασμένοι. Δεν μπήκαμε στο στούντιο για να βρούμε τα τραγούδια, μπήκαμε για να τα καταγράψουμε όπως τα ακούγαμε ήδη στο κεφάλι μας. Τα περισσότερα σόλο στην κιθάρα βγήκαν πολύ φυσικά. Υπήρχε ένταση αλλά και αυτοπεποίθηση. Εκείνη την περίοδο νιώθαμε ότι τίποτα δεν μπορούσε να μας σταματήσει”.
Aλλοίμονο… Ηταν νέοι, δημιουργικοί, ταλαντούχοι, δεν τους έλειπε τίποτα. Είχαν και ένα καλό κλίμα μεταξύ τους. Οι ηχογραφήσεις στη Δανία κύλησαν μεταξύ εργασιομανίας και ακατάπαυστης κατανάλωσης αλκοόλ το οποίο έδινε την απαραίτητη νότα χαλάρωσης. Τα ίδια τα μέλη της μπάντας αυτοσαρκάζονταν συχνά γι’ αυτή την τάση για κραιπάλη την οποία ουδέποτε αρνήθηκαν ή διέψευσαν. Αλλωστε το metal υιοθετεί πολλές φορές το rock n roll τρόπο ζωής με όλα τα συμπαρομαρτούντα. Καμία έκπληξη ως προς αυτό.
Και εγένετο… Master of Puppets
Το άλμπουμ κυκλοφορεί επίσημα στις 3 Μαρτίου του 1986 χωρίς καμία ιδιαίτερη προώθηση από τα mainstream μέσα της εποχής. Το MTV, που μεσουρανούσε, δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τόσο σκληρό ήχο, προτιμούσε τα πιο γλυκανάλατα κομμάτια του glam και τα συνθεσάιζερ της περιόδου που έδιναν και έπαιρναν τόσο στην Αμερική όσο και στην Ευρώπη. Τα κομμάτια όμως (συνολικά οκτώ) του δίσκου είναι ένα και ένα και δημιουργούν τεράστια εντύπωση κυρίως με αυτό που τελικά αποτέλεσε το μεγάλο ατού του album: Το συνδυασμό του δυναμισμού, της ταχύτητας αλλά και της μελωδίας. Οι συνθέσεις ήταν πιο ώριμες από ποτέ, έθιγαν στιχουργικά καυτά κοινωνικοπολιτικά ζητήματα και απέπνεαν μία αίσθηση μεγαλείου και έμπνευσης.
Το ομώνυμο κομμάτι είναι εδώ και δεκαετίες ένα all time classic. Το βασικό του riff θα έλεγε κανείς ότι πλέον θεωρείται το όνομα και η ταυτότητα του heavy metal της δεκαετίας του 80, έγινε αυτό που όλοι οι πιτσιρικάδες ήθελαν να παίζουν στις δικές τους κιθάρες. Καθόλου απλό βέβαια όπως και γενικότερα το κομμάτι. Αυξομειώσεις ρυθμού, ένα κολοσσιαίο μελωδικό μέρος στη μέση του τραγουδιού (που φέρνει στο νου τις κιθάρες των Iron Maiden) και ένα καταιγιστικό φινάλε σ’ αυτό το έπος των 8 και πλέον λεπτών. Oι Metallica σ’ αυτό το album δεν τσιγκούνευτηκαν την έμπνευσή τους, αντίθετα του έδωσαν και κατάλαβε αν και γνώριζαν ότι τραγούδια οκτώ λεπτών δεν ήταν δυνατόν να φιλοξενηθούν στα mainstream ραδιόφωνα. Ακόμα και riff του David Bowie βρέθηκε στο κομμάτι, από το τραγούδι του “Andy Warhol”. Ηταν ένας φόρος τιμής των Hammett και Burton στη ιδιοφυία του Bowie (η οποία, προφανώς, δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί).
Έπειτα ήταν και ο στίχος για τον εθισμό. Οχι μόνο στο ναρκωτικά, αυτό ο Hetfield το είχε ξεκαθαρίσει από τους πρώτους μήνες. Αλλά τον εθισμό ακόμα και στην κυριαρχία των άλλων που κουνάνε τις μαριονέτες (puppets) κατά το δοκούν. “Never ending maze, drift on numbered days, now your life is out of season. I will occupy, i will help you die, i will run through you, now i rule you too” λέει το τελευταίο κουπλέ για να φτάσουμε στο πασίγνωστο ρεφρέν “come crawling faster, obey your master, your life burns faster, obey your master”. Οπως είχε πει και ο Eamonn Stack του BBC “οι Metallica σε εκείνη τη φάση της καριέρας τους δεν έγραφαν τραγούδια, έλεγαν ιστορίες”.
Παρακάτω θα δείτε το Tracklist του album που έχει συνολική διάρκεια 54 λεπτά και 47 δευτερόλεπτα.
Battery
Master of Puppets
The Thing That Should Not Be
Welcome Home (Sanitarium)
Disposable Heroes
Leper Messiah
Orion (instrumental)
Damage, Inc.
Με πολύ μεγάλη δυσκολία θα ξεχωρίσουμε δύο κομμάτια. To “Orion” εξελίχθηκε σε μία σπαραχτική μελωδία για όλους τους λάθους λόγους. Το κομμάτι έχει τη σφραγίδα του βιρτουόζου μπασίστα, Cliff Burton, ο οποίος, με την κλασική μουσική παιδεία που διέθετε έφερε ένα άρωμα κλασικισμού στις συνθέσεις. Εβαλε επίσης το μπάσο, ένα αδικημένο και υποτιμημένο όργανο, στην πρώτη γραμμή, ειδικά σ’ αυτό το ορχηστρικό (χωρίς στίχους) κομμάτι. Στη μέση αυτής της τεράστιας σε καλλιτεχνική αξία, δημιουργίας, ο Burton δίνει πραγματικά τα ρέστα του μ’ ένα lead μπάσο που εκείνη την εποχή ελάχιστοι το αναγνώρισαν. Ενα progressive πέρασμα, με έντονη την επιρροή από την εποχή της ψυχεδέλειας της δεκαετίας του 70 και την παράδοση του progressive rock.
Αυτή ακριβώς η μελωδία ακούστηκε κατά την κηδεία του Cliff στις 7 Οκτωβρίου του 1986 στις ΗΠΑ. O πρώτος μπασίστας των Metallica σκοτώθηκε την 27η Σεπτεμβρίου του 1986 στη Σουηδία όταν το λεωφορείο που μετέφερε την μπάντα στην Κοπεγχάγη για τη συνέχεια της ευρωπαϊκής περιοδείας της ανατράπηκε και έφυγε από το δρόμο. O Burton σκοτώθηκε ακαριαία. Ηταν μόλις 24 ετών και είχε πολλά να δώσει ακόμα στην παγκόσμια μουσική. Εν τω μεταξύ το συγκρότημα μόλις είχε μόλις επανενωθεί μετά από δύο μήνες απουσίας του Hetfield o οποίος τον Ιούλιο του 1986 είχε σπάσει το καρπό του κάνοντας σκέιτ. Αυτή η κακοτυχία όμως δεν είχε καμία σχέση με την αντίστοιχη του Burton.
Το “Leper Messiah” από την πλευρά του έγραψε ιστορία και μουσικά και στιχουργικά. Με το mid tempo ρυθμό του αιχμαλώτιζε σχεδόν από την αρχή τις αισθήσεις ενώ ο στίχος, γροθιά στο στομάχι, στηλίτευε την θρησκευτική εκμετάλλευση των μαζών από επιτήδειους. Ηταν η εποχή που στις ΗΠΑ ανθούσαν οι τηλε-ευαγγελιστές τους οποίους πολλοί άνθρωποι ακολουθούσαν άκριτα, επιλογή που τελικά τους στοίχιζε πολύ ακριβά. “Send me money, send me green, heaven you will meet, make a contribution and you ‘ll get better seat. Bow to leper messiah”. Τι πιο χαρακτηριστικό, τι πιο δεικτικό από αυτό το στίχο;
H κληρονομιά μίας διαχρονικής δημιουργίας
Μέχρι την κυκλοφορία του album υπήρχαν πολλά στερεότυπα για το metal και ιδιαίτερα για την thrash εκδοχή του. “Δεν πουλάει, δεν μπορεί να συγκινήσει πολύ κόσμο, δεν είναι εμπορικό, δεν είναι τεχνικό, πολλές φορές είναι σκέτος θόρυβος” ήταν μερικά από τα συνήθη επιχειρήματα που ακούγονταν.
Οι προκαταλήψεις αυτές κατέρρευσαν σαν τραπουλόχαρτα. Το “Master of Puppets”, αν και όχι απολύτως thrash, πούλησε χωρίς να…ξεπουληθεί. Ακόμα και σήμερα 40 χρόνια μετά, όπου πωλούνται ακόμα σε φυσική μορφή δίσκοι και Cd, είναι εκεί και μας περιμένει. Αλλά ακόμα και στη νέα ψηφιακή εποχή, δεν τα πηγαίνει καθόλου άσχημα. Το ομώνυμο τραγούδι έγινε το πρώτο heavy metal κομμάτι της δεκαετίας του 80 που ξεπέρασε το 1 δις αναπαραγωγές.
Γιατί; Διότι ποτέ δεν κοροϊδεψε, ποτέ δεν προσποιήθηκε κάτι που δεν ήταν. Συνδύασε άψογα την τεχνική με το συναίσθημα, την πολυπλοκότητα των ρυθμών με τη heay διάσταση, ανοίχτηκε περισσότερο ηχητικά χωρίς να επιδιώκει να γίνει εμπορικό, δεν το ενδιέφερε να μπει στο σπίτι του μέσου Αμερικανού και Ευρωπαίου. Ολα αυτά βέβαια οι Metallica τα έκαναν στη συνέχεια, από το “Metallica” και μετά, αλλά το 1986 έδειχναν (και ήταν) απολύτως προσηλωμένοι στην υψηλού επιπέδου τέχνη τους.
Μία τέχνη που ανταμείφθηκε από το κοινό γιατί το πραγματικά καλό πάντα πουλάει, έστω και χωρίς μεγάλη προώθηση. Το album έφτασε στο νο 29 του Billiboard. Πούλησε τον πρώτο χρόνο πάνω από 300.000 αντίτυπα. Εγινε το πρώτο thrash metal album με περισσότερες από 1εκ πωλήσεις στις ΗΠΑ όπου τελικά κατέληξε πολλαπλά πλατινένιο. Ακόμα και όταν επανεκδόθηκε, 30 χρόνια αργότερα, μπήκε ξανά στα charts! Μιλάμε για μία απίστευτη επιτυχία με βάση τη λογική και τα δεδομένα. Το “Metallica” στη συνέχεια απογείωσε την καριέρα τους αλλά πλέον οι Metallica είχαν περάσει για τα καλά στο mainstream στρατόπεδο χωρίς αυτό να είναι κατ’ ανάγκη αρνητικό. Αλλωστε και αυτό το album είχε σπουδαία κομμάτια.
Mε το Master πάντως, που απέκτησε θέση ακόμα και στη βιβλιοθήκη του Αμερικανικού Κογκρέσου (κάτι που θα φάνταζε ανέκδοτο τη δεκαετία του 80), οι Metallica έσπασαν τα στενά σύνορα της underground σκηνής και έκανε το ταλέντο τους γνωστό πέρα από τις ΗΠΑ και σε κοινά που έως τότε δεν τους είχαν προσέξει ιδιαίτερα. Μετά την κυκλοφορία του album βγήκαν μάλιστα σε περιοδεία με τον Ozzy, σύστηκαν το Master σε όλο τον κόσμο και έγιναν αυτό που λέμε παγκόσμια μπάντα.
“Δεν θέλαμε να είμαστε απλώς άλλη μια γρήγορη metal μπάντα. Θέλαμε να είμαστε οι καλύτεροι” είχε πει σε ανύποπτο χρόνο ο Lars Ulrich. Και χωρίς καμία αμφιβολία οι μπαγάσες τα κατάφεραν. Αντιρρήσεις θα υπάρχουν, όπως η πραγματικότητα στο πεδίο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.