“ΠΟΛΕΜΟΣ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΘΑΝΑΤΟΣ. ΑΝ ΓΥΡΙΣΕΙΣ ΠΙΣΩ, ΕΙΣΑΙ ΤΥΧΕΡΟΣ”: 60 ΛΕΠΤΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΡΥΛΟ ΝΤΟΝ ΜΑΚ ΚΑΛΙΝ

Ένας από τους σημαντικότερους φωτορεπόρτερ όλων των εποχών βρέθηκε, στα 91 του, στην Αθήνα, καλεσμένος του Athens Photo World 2026. Διηγήθηκε στον Παναγιώτη Μένεγο τις ιστορίες πίσω από τις εμβληματικές φωτογραφίες του σε Βιετνάμ, Βόρεια Ιρλανδία, Παλαιστίνη και Κύπρο – ιστορίες που ακροβατούν ανάμεσα στο φόβο και τη γενναιότητα, τη φρίκη και τη ματαιότητα. 

Δέκα δάχτυλα πλεγμένα μεταξύ τους σε close up, ίσα που εξέχουν από ένα βαρύ παλτό. Στρατιώτες μέσα στη ζούγκλα που ψάχνουν τις τσέπες του εχθρού που έχουν μόλις σκοτώσει. Έφηβοι που πυγμαχούν κάτω από έναν φανοστάτη σε μια πόλη που μοιάζει από άλλη εποχή. Μέλη μιας φυλής που δείχνει, και είναι, πολύ μακρινή, με τα σώματά τους ζωγραφισμένα και τα πρόσωπά τους αμήχανα μπροστά στο(ν) ξένο.

Ξανά στη ζούγκλα, οι κάννες των όπλων τεντωμένες πάνω από άψυχα σώματα. Μια γυναίκα σε πρώτο πλάνο με το μωρο της στο καροτσάκι, πίσω της μουντό βιομηχανικό τοπίο. Νεκρές φύσεις κι απέραντα λιβάδια, ένα κοπάδι από αγελάδες συμμετρικά παρατεταγμένο γύρω από τη λίμνη που θα τις ξεδιψάσει. Έρημος, μια καμήλα, μια μικρή πυραμίδα – exotica. 

Μικρές περιγραφές μερικών από τις 47 φωτογραφίες του θρυλικού φωτορεπόρτερ Ντον Μακ Κάλιν (Σερ Ντον, αν για κάποιον λόγο το προτιμάτε) που εκτίθενται στην Τεχνόπολη στο πλαίσιο του Athens Photo World 2026. Δε λένε όλη την αλήθεια, γιατί ποτέ μερικές λέξεις δεν μπορούν να στην πουν για μια εικόνα που όσο την παρατηρείς, το νόημα εμπλουτίζεται ή μεταλλάσσεται. Και στην περίπτωση του Μακ Κάλιν, αυτού του φωτοχόπαιδου από το Λονδίνο που (τον) διάλεξε η φωτογραφία για να μην καταλήξει στην παρανομία, παρακολουθώντας το τεράστιο έργο του, αντιλαμβάνεσαι επίσης και πώς ένας άνθρωπος γίνεται κομμάτι της Ιστορίας. Παραβιάζει τις θύρες της κι αποκτά το προνόμιο να την επηρεάζει, διαμορφώνοντας παράλληλα και την Μνήμη.

Βρέθηκε παντού: Βερολίνο, Κύπρος, Βιετνάμ, Καμπότζη, Μπιάφρα, Μπανγκλαντές, Βόρεια Ιρλανδία, Ινδία, Παλαιστίνη, Αιθιοπία, Σομαλία, Συρία. Κάλυψε πολέμους, για την ακρίβεια με τις πανίσχυρες εικόνες του κατεύθυνε το πώς σκεφτόμαστε κι αισθανόμαστε γι’ αυτούς, αλλά και το πώς τους θυμόμαστε. Φωτογράφισε την άλλη πλευρά της ζωής στην πόλη σε εποχές που δεν της έδινε κανείς σημασία. Βρήκε καταφύγιο στη Φύση και την Ανατολή όταν κουράστηκε να βλέπει τους ανθρώπους να επαναλαμβάνουν τα ίδια λάθη.

Έγινε μέρος και της ποπ κουλτούρας, άραγε θα γυριστεί ποτέ αυτή η ταινία που ήταν στα σκαριά με τον Τομ Χάρντι να τον υποδύεται; Βόλταρε στο Λονδίνο με τους Beatles της πρώτης ένδοξης περιόδου, έγινε εξώφυλλο δίσκου (χωρίς ακόμα και σήμερα να το έχει συνειδητοποιήσει), κρεμάστηκε σε χιλιάδες κάδρα σε όλον τον πλανήτη, εγίνε -όπως θα διαβάσετε παρακάτω- ακόμα και…φόρεμα. Και φυσικά κινδύνευσε, πυροβολήθηκε, φυλακίστηκε, νοσηλεύθηκε, λογοκρίθηκε, είδε ανθρώπους να πεθαίνουν κυριολεκτικά δίπλα του, προσπαθώντας ηρωικά να τους σώσει, όπως τον συνάδελφο και φίλο του, ρεπόρτερ Νικ Τόμαλιν, μετά την έκρηξη στα υψώματα του Γκολάν το 1973.

Το Σάββατο που μας πέρασε, λίγες ώρες πριν ξεκινήσει η επίθεση στο Ιράν κι ο ίδιος τιμξηθεί στα εγκάινια της φετινής διοργάνωσης του Athens Photo World, κάτσαμε στο τραπέζι με έναν από τους σημαντικότερους που το έκαναν ποτέ. Και τον αφήσαμε να μιλάει, ακολουθώντας τη δική του -όχι πάντα ορθόδοξη- διαδρομή για να απαντά στα ερωτήματά μας…

Μεγάλωσα πολύ φτωχικά κοντά στο Χάιμπουρι, το παλιό γήπεδο της Άρσεναλ στο Λονδίνο. Ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν 13 ετών. Γι’ αυτό ως έφηβος ήμουν συνέχεια θυμωμένος. Bρισκόμουν σε μια διαρκή πάλη και η ιδέα της βίας ήταν από πολύ νωρίς μέσα στη ζωή μου. Ήμουν ανακατεμένος με τις συμμορίες στη γειτονιά μου, με παιδιά που αργότερα κατέληξαν ισόβια στη φυλακή για ένοπλες ληστείες ή που έφυγαν από τη ζωή σε πολύ νεαρή ηλικία. Ώσπου μια μέρα σκέφτηκα «τι θα κάνω με τη δική μου ζωή;»

Μια από αυτές τις συμμορίες ήταν οι Gun’nors που μου πόζαραν με τα κοστούμια τους το 1958 για την περίφημη φωτογραφία στο βομβαρδισμένο κτίριο (την επόμενη μέρα, μάλιστα, έμπλεξαν σε φασαρίες με τις αρχές με αποτέλεσμα έναν νεκρό αστυνομικό). Είναι μια από τις πιο αναγνωρίσιμες εικόνες μου ακόμα και σήμερα, και ήταν αυτή που μου άνοιξε τον δρόμο για τον Observer. Δεν μπορούσα να το πιστέψω ότι ήμουν στην εφημερίδα μόλις στα 23 μου. Ήταν κάτι που μου έδωσε μια νέα ζωή, μιας και η εκπαίδευσή μου ήταν ανύπαρκτη – είχα μάλιστα πρόβλημα με την ανάγνωση λόγω δυσλεξίας, κάτι που για πολλά χρόνια μου δημιουργούσε ένα σύνδρομο κατωτερότητας. Αλλά είχα επιθυμία. 

The Cuv'nors (1958) ΝΤΟΝ ΜΑΚ ΚΑΛΙΝ

Ήμουν με την πρώτη σύζυγό μου στο Παρίσι και είδα στην εφημερίδα την εικόνα ενός ανατολικογερμανού στρατιώτη να πηδάει πάνω από το συρματόπλεγμα. Αποφάσισα να ξοδέψω τις τελευταίες οικονομίες μου και να πάω στο Βερολίνο για να καλύψω την ένταση που οδήγησε στο χτίσιμο του Τείχους το 1961. Πήρα κάποια βραβεία και μετά ακολούθησε η Κύπρος το 1964. Αυτό ήταν ουσιαστικά το βάπτισμα του πυρός για μένα. Εκεί παρατήρησα για πρώτη φορά το μέγεθος της ανθρώπινης βαρβαρότητας και τη δύναμη των όπλων. Εκεί είναι βέβαια και που κατάλαβα ότι αυτή η δουλειά ήταν φτιαγμένη για μένα, και το αντίθετο. Ξέρω ότι αυτές οι φωτογραφίες που απεικονίζουν Τουρκοκύπριους μπορεί να είναι αμφιλεγόμενες ή ακόμα και δυσάρεστες για σας τους Έλληνες. Ίσως να είναι και λόγος για κάποιον να μην έρθει να δει την έκθεση, αλλά δεν ήταν τίποτα άλλο από την απεικόνιση της σκληρότητας της στιγμής. 

Κύπρος, 1964 ΝΤΟΝ ΜΑΚ ΚΑΛΙΝ

Μερικές φορές, ακόμα και να μη το θέλεις, θα πάρεις θέση με τη δουλειά σου – είμαι ένοχος γι’ αυτό. Ειναι ένα από τα πρώτα πράγματα που λέω σε όσους μου γράφουν κατά καιρούς ζητώντας συμβουλές για να γίνουν φωτορεπόρτερ. Για παράδειγμα, κάποια στιγμή είπα στον εαυτό μου ότι πρέπει να πάω στην Παλαιστίνη – είχα πάντα συμπάθεια για τον αγώνα του λαού τους. Κι εξέδωσα ένα βιβλίο (The Palestinians), το 1980 μαζί με τον Τζόναθαν Ντίμπλμπι, που περιγράφει μεταξύ άλλων και την αιματηρή σφαγή τους. Γιατί νομίζω ότι κάποιος έπρεπε να το κάνει. Το ίδιο σκληρή ήταν και η δουλειά που έκανα φωτογραφίζοντας τους χιλιάδες αστέγους του Λονδίνου το 1969-70 σε ένα διάλειμμα από τις πολεμικές αποστολές. Έβλεπα ότι το πρόβλημα θα γινόταν ακόμα χειρότερο, αφού μετά τον πόλεμο είχαν έρθει στην πρωτεύουσα χιλιάδες άνθρωποι από τις αγροτικές περιοχές και δεν μπορούσαν να επιβιώσουν. 

Άστεγος στο Σπίτλφιλντς του Λονδίνου, 1969 - μια από τις πλέον εμβληματικές εικόνες του Ντον Μακ Κάλιν

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι μερικές -τις περισσότερες- φορές, η δουλειά μου κινήθηκε σε ένα τεντωμένο σκοινί. Συνέλαβα εικόνες απίστευτης δυστυχίας κι ανθρώπινου πόνου, και πολύ συχνά σκέφτομαι ότι μου αξίζει να τιμωρηθώ γι’ αυτό. Στ’ αλήθεια. Μια φορά στην Μπιάφρα μπήκα σε ένα στρατόπεδο με 800 παιδιά που είδαν έναν λευκό άνδρα και πίστεψαν ότι τους φέρνει βοήθεια, ενώ στην πραγματικότητα το μόνο που είχα μαζί μου ήταν η Nikon μου. Από την άλλη, τότε είναι που υπενθυμίζω στον εαυτό μου ότι έχω ζήσει μια υπέροχη ζωή. Έχω πέντε παιδιά, έχω όλους αυτούς τους ανθρώπους που με έχουν υποστηρίξει χωρίς τους οποίους δε θα βρισκόμουν εδώ. Κι έχω στο σπίτι μου 10.000 εκτυπώσεις, τις οποίες κάνω πάντα ο ίδιος, να μου υπενθυμίζουν ότι όσα έζησα πιθανώς χωράνε σε ένα ακόμα βιβλίο που μάλλον δε θα κυκλοφορήσω ποτέ. 

Δεν είμαι καλλιτέχνης. Σήμερα, κάθε φωτογράφος σε όλο τον κόσμο θέλει να τον αποκαλούν «καλλιτέχνη», ανοησίες. Γιατί χρειάζεσαι τίτλο; Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να βγάζεις καλές φωτογραφίες και να τις προσφέρεις στον κόσμο. Πάντα πίστευα ότι το καλύτερο μέρος για να εκθέτεις τις εικόνες σου είναι οι σταθμοί των τρένων. Θέλω η φωτογραφία να είναι μπροστά σου. 

Η μαμά με το καροτσάκι μπροστά στα φουγάρα, Λονίνο 1960s Ντον Μακ Κάλιν

Είναι φυσιολογικό να φοβάσαι, να έχεις δεύτερες σκέψεις και δισταγμούς πριν από μια αποστολή. Αν όμως πάρεις το εισιτήριο και μπεις στο αεροπλάνο, μετά δεν έχει γυρισμό. Πρέπει να κάνεις τη δουλειά σου. Προφανώς σε όλα αυτά τα μέρη που βρέθηκα έχω ζήσει πολύ τρομακτικές στιγμές. Έχω δει φίλους και συναδέλφους να χάνονται, έχω περπατήσει μέσα σε λίμνη αίματος στην Καμπότζη αφού μια σφαίρα έχει χτυπήσει τη φωτογραφική μηχανή μου και δέκα στρατιώτες που ήταν μαζί μου άρχισαν να πέφτουν ο ένας μετά τον άλλον από ελεύθερο σκοπευτή. Έχουν σκάσει κυριολεκτικά πάνω μου τα εντόσθια ενός στρατιώτη που για λίγα μέτρα ή για μια στιγμή δεν ήμουν εγώ στη θέση του, έχω φάει πλαστική σφαίρα στη Βόρεια Ιρλανδία, πουθενά δε φοβήθηκα τόσο όσο στην Ουγκάντα (σ.σ. όπου συνελήφθη και φυλακίστηκε τέσσερις μέρες από το καθεστώς του Ίντι Αμίν). Κάνουμε μια δουλειά για την οποία δεν έχεις καμία εγγύηση ασφάλειας. Πόλεμος σημαίνει θάνατος. Αν τα καταφέρεις και γυρίσεις πίσω, είσαι τυχερός. 

Πήγα πρώτη φορά στο Βιετνάμ το 1965 κι επέστρεψα αρκετές φορές μέχρι την πτώση της Σαϊγκόν το 1975. Μάλιστα, τότε, λόγω μιας καθυστέρησης στο Χονγκ Κονγκ έχασα κυριολεκτικά για μισή ώρα τα κλασικά πλάνα με τους Αμερικανούς να φεύγουν όπως όπως με τα ελικόπτερα. Το Βιετνάμ μου πρόσφερε άπειρες εικόνες αφού ήμουν για εβδομάδες στη μάχη κάθε βράδυ, δίπλα στους αμερικανούς πεζοναύτες κι έβλεπα νεαρούς άνδρες να πολεμούν με δραματικό τρόπο. Η φωτογραφία με τον σαστισμένο πεζοναύτη στη Χουέ του Βιετνάμ έγινε διάσημη, αν και νομίζω ότι έχω άλλες πολύ πιο δυνατές. Από την άλλη, όμως, ήμουν κι ανάμεσα σε παιδιά που πέθαιναν. Κι αυτό με προσγείωνε (σ.σ. είναι διάσημη, επίσης, η ιστορία με την πεισματική άρνηση του Μακ Κάλιν να είναι οπλισμένος στο Βιετνάμ, παρότι του το πρότειναν συνεχώς οι στρατιώτες).

Shell Shocked Marine, Χουέ, Βιετνάμ, 1968 - ίσως η θρυλικότερη φωτογραφία του Ντον Μακ Κάλιν

Βρέθηκα στο Ντέρι της Βόρειας Ιρλανδίας το 1971 για να καλύψω τις Ταραχές. Πέρασα έξι σαββατοκύριακα φωτογραφίζοντας με ρίσκο να με χτυπήσουν τα χιλιάδες ιπτάμενα μπουκάλια και τούβλα που εκσφενδονίζονταν συνεχώς. Δυστυχώς, έχασα το Σαββατοκύριακο της Ματωμένης Κυριακής και ήμουν πολύ θυμωμένος γι’ αυτό. Πίστευα ότι κανείς δε θα σκοτωνόταν εκεί, φυσικά έκανα μεγάλο λάθος. 

Ναι, είναι αλήθεια ότι δε μου εδωσαν διαπίστευση για να καλύψω τον Πόλεμο στα Φώκλαντ το 1982. Η Μάργκαρετ Θάτσερ φταίει γι’ αυτό (γέλια). Ετοίμαζα τα πράγματά μου για να φύγω και με ενημέρωσαν από το Υπουργείο Άμυνας ότι δε χωρούσα. Τώρα αστειεύομαι, αλλά τότε με κατέστρεψε αυτή η εξέλιξη. Δεν μπορούσα να διανοηθώ πως διάβαζα στις εφημερίδες ότι σε ένα πλοίο μετέφεραν δύο εκατομμύρια σοκολάτες για τους στρατιώτες, αλλά δεν υπήρχε μια απλή θέση για μένα. 

Μια μέρα με πήρε τηλέφωνο ο γιος μου που δούλευε ως μοντέλο τότε και με πληροφόρησε ότι είχε δει σε ένα φόρεμα ενός σχεδιαστή να απεικονίζεται μια φωτογραφία μου. Ο σχεδιαστής ήταν ο Αλεξάντερ ΜακΚουίν. Έγινε ότι έπρεπε να γίνει για να αποσυρθεί, τέλος πάντων κάποια στιγμή συναντήθηκα μαζί του και μου ζήτησε συγγνώμη σε κάθε τόνο και με κάθε τρόπο, ρωτώντας με συνεχώς τι μπορούσε να κάνει για να το διορθώσει. Βέβαια, ίσως το παράκανε λίγο αφού μετά από κάποιο καιρό, αυτοκτόνησε…(σ.σ. υποθέτω ότι αν είσαι 91 και κάπως αρκετά Βρετανός, δε σε ενδιαφέρει αν θα παρεξηγηθεί το κάτι παραπάνω από φλεγματικό χιούμορ σου). 

Οι αγελάδες ξεδιψούν στη λίμνη Ντον Μακ Κάλιν

Ίσως επειδή πιστεύω ότι ακόμα και οι πιο ιστορικές πολεμικές φωτογραφίες θα ξεχαστούν, άρχισα στα 90s να φωτογραφίζω τοπία, κυρίως στην αγγλική ύπαιθρο. Κι επέστρεψα να φωτογραφίσω τα σύνορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας με τη δουλειά μου Southern Frontiers – στην Παλμύρα της Συρίας, στην Ιορδανία, στον Λίβανο, αλλά και στο Μαγκρέμπ στη βόρεια Αφρική…

Δεν είχα, όπως είπα και πριν, κάποιου είδους «ενοχή του επιζώντα» όταν επέστρεφα σπίτι από κάποια εμπόλεμη ζώνη. Ούτε κάποιο σοβαρό μετατραυματικό σοκ βίωσα ποτέ. Έγινα ο σταθερός ψυχίατρος του εαυτού μου και κατάφερνα να αντιμετωίζω ότι μου τύχαινε. Αυτό όμως δεν αναιρεί ότι πολλές φορές επιστρέφοντας στην «κανονική ζωή» από το πεδίο της μάχης ένιωθα, για κάποιο καιρό, παρείσακτος.

Ο Ντον Μακ Κάλιν στην Αθήνα, Φεβρουάριος 2026

Το βασικό ερώτημα, στο οποίο απαντά η φωτογραφία, είναι ποιος αποφασίζει τελικά τι θα θυμόμαστε. Στο τέλος της ημέρας δεν καταφέραμε και πολλά, μήπως σταμάτησαν οι πόλεμοι επειδή τους φωτογραφήσαμε και δείξαμε τη θηριωδία τους; Ξέρετε, υπάρχουν πολλοί -ακόμα και διανοούμενοι- άνθρωποι εκεί έξω που πάντα καταλαβαίνουν τι θες να πεις, αλλά προτιμούν να βλέπουν στα ΜΜΕ κάτι πιο ανώδυνο. Ας πουμε, αγώνες ποδοσφαίρου μεταξύ σελέμπριτι, αφιερώματα στις γυναίκες των διασήμων ή βόλτες στα σπίτια των σταρ. Δε θέλουν να βλέπουν παιδιά να λιμοκτονούν στην Αφρική. Κι όσον αφορά τις εικόνες από τον πόλεμο, το Χόλιγουντ έχει κάνει πολύ κακό. Έχει μολύνει τα μυαλά των ανθρώπων με μια τελείως παραπλανητική προσέγγισή του πολεμου που είναι θεαματική αλλά δεν δείχνει και πολύ φρίκη για να κάνουν οι ταινίες εισιτήρια.. 

Info:

LifeDeath and Everything in Between.
Για πρώτη φορά στην Ελλάδα, το έργο του Ντον Μακ Κάλιν. Στην Τεχνόπολη (αίθουσα Παλιοί Φούρνοι) ως τις 12/3 με δωρεάν είσοδο.

Ακολουθήστε στην Google το NEWS 24/7 και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις από την Ελλάδα και τον κόσμο

 

Παίξτε τα Games του NEWS 24/7: Σταυρόλεξο, Sudoku, WordroW & Word Search!

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα