Ο Γιώργος Νανούρης, η Μαρία Κίτσου και η Δούκισσα της Πλακεντίας
Διαβάζεται σε 8'
Μία συγκλονιστική ιστορία που δεν είχε ειπωθεί ποτέ αναβιώνεται μέσα από τη Μαρία Κίτσου υπό τη σκηνοθετική καθοδήγηση του Γιώργου Νανούρη.
- 04 Μαρτίου 2026 14:33
Οι «τετ-ατετ» συνεργασίες του Γιώργου Νανούρη με μεγάλες πρωταγωνίστριες είναι γνωστή. Και το γεγονός ότι πάντα προκαλούν συγκίνηση και ιδιαίτερη αίσθηση. Μία τέτοια περίπτωση είναι και η συνάντησή του φέτος με τη Μαρία Κίτσου που υποδύεται μία ιδιαίτερη γυναίκα με τον δυνατό και σπαρακτικό της τρόπο.
Μας απαντούν και οι δύο σε βασικές ερωτήσεις που θα σας συστήσουν την «προσωπικότητα» αυτής της παράστασης που αξίζει να δείτε.
ΜΑΡΙΑ ΚΙΤΣΟΥ
Ποια στοιχεία σε συγκίνησαν ιδιαιτέρως στην προσωπικότητα της Δούκισσας της Πλακεντίας;
Η Δούκισσα της Πλακεντίας ήταν ένας ζωντανός και περίπλοκος χαρακτήρας, μια γυναίκα πολύ πιο μπροστά από την εποχή της, μια προσωπικότητα που αρνήθηκε να υποταχθεί στα στερεότυπα της εποχής της και επέλεξε να ζήσει με τους δικούς της όρους. Αυτό που με συγκίνησε είναι η βαθιά της μοναξιά παρόλο που περιβαλλόταν από τόσα πλούτη και εξουσία και φυσικά η σχέση της με την κόρη της Ελίζα και ο αδιανόητος πόνος της απώλειάς της.
Ο τρόπος που η Δούκισσα διαχειρίστηκε το πένθος της, η ταρίχευση και η διατήρηση του σώματος του παιδιού της στο σπίτι, αναδεικνύει μια οριακή, σχεδόν μεταφυσική αγάπη καθώς και την τραγικότητα της μητρότητας. Τέλος με συγκίνησε το γεγονός ότι ενώ προσέφερε τεράστιο έργο και βοήθεια στον ελληνικό λαό, η ίδια παρέμεινε παραγνωρισμένη και μια παρεξηγημένη φιγούρα.
Κι αυτό την κάνει ακόμα πιο ανθρώπινη και γι’ αυτό μας αγγίζει τόσο. Όλα αυτά και ακόμα περισσότερα την μετατρέπουν σε ένα πολύπλοκο μυστήριο που σε κάνει να θες να μάθεις ακόμα περισσότερα».
Πώς εξελίχθηκε η σχέση σου με τον Γιώργο Νανούρη και σαν άνθρωπο και σαν σκηνοθέτη;
Με τον Γιώργο κάναμε το πιο βαθύ και δημιουργικό ταξίδι, τόσο σε προσωπικό όσο και σε επαγγελματικό επίπεδο. Ένιωσα ότι ανακάλυψα πρώτα έναν υπέροχο άνθρωπο και έναν εξαιρετικό σκηνοθέτη με μια ματιά και φωνή που πραγματικά με εκφράζει. Η συνεργασία μας μας οδήγησε σε ένα είδος υπαρξιακής αναζήτησης.
Ως άνθρωπος ο Γιώργος είναι απίστευτα ευαίσθητος και ανοιχτός στη θεατρική πράξη. Η φοβερή του ευαισθησία και η αθωότητα με την οποία αντιμετωπίζει τη δουλειά του, καθώς και η οργιώδης φαντασία και ευφυΐα του, σε συνδυασμό με ένα διαολεμένο ένστικτο και μια πολύτιμη αισθητική, με επηρέασαν βαθιά και με έκαναν να δω το θέατρο με διαφορετικό τρόπο.
Η σχέση αυτή εξελίχθηκε σε έναν κοινό κώδικα επικοινωνίας. Έχω μάθει να «ακούω» ακόμη και τις παύσεις του και εκείνος να ξεκλειδώνει τις δικές μου συναισθηματικές ευαισθησίες, με έναν τρόπο σχεδόν μεταφυσικό. Πλέον λειτουργούμε σαν συγκοινωνούντα δοχεία. Καθώς η Δούκισσα της Πλακεντίας είναι μονόλογος, η σχέση μας έγινε ακόμα πιο στενή, δημιουργώντας έναν δικό μας κόσμο όπου η ευαισθησία του ενός συμπληρώνει τη δύναμη του άλλου.
Η σχέση μας εξελίχθηκε από μια «ανακάλυψη» σε μια συνεργασία ζωής όπου αλληλοσυμπληρωνόμαστε. Τον αγαπώ και τον θαυμάζω και τον θεωρώ φίλο μου ακριβό!
Πώς νιώθεις τον συγκεκριμένο μονόλογο και πώς ορίζεις τις διαφορές του μονόλογου ως θεατρική συνθήκη από μία πολυπρόσωπη παράσταση;
Για εμένα αυτός ο μονόλογος, δεν είναι απλώς μια εξιστόρηση ζωής, αλλά μια κατάδυση στο απόλυτο φως και στο απόλυτο σκοτάδι. Ένιωσα τη Σοφία Ντε Μαρμπουά, ως μια γυναίκα που δεν «χωράει» πουθενά. Είναι ένας ρόλος που απαιτεί τεράστια ψυχικά αποθέματα, γιατί καλούμαι να ενσαρκώσω ταυτόχρονα τον ρόλο της αφηγήτριας, τη μεγαλοπρέπεια μιας Δούκισσας και τον σπαραγμό μιας μάνας που αρνείται να αποχωριστεί το νεκρό παιδί της.
Η διαφορά του μονολόγου σε αντίθεση με την πολυπρόσωπη παράσταση, έγκειται στη διαφορά ανάμεσα στην ευθύνη και την ενέργεια από τη μια και τη μοναξιά και την έκθεση από την άλλη. Στην πολυπρόσωπη παράσταση υπάρχει το δίχτυ ασφαλείας του συναδέλφου. Υπάρχει η δράση και η αντίδραση. Στο μονόλογο είναι ο ηθοποιός και το κείμενο. Η ενέργεια ξεκινά από αυτόν και πρέπει να επιστρέψει σε αυτόν και στο κοινό.
Δεν υπάρχει χώρος για «ξεκούραση» πάνω στη σκηνή. Αν ο ηθοποιός χαμηλώσει την ένταση και την ενέργεια του, η παράσταση σταματά να αναπνέει. Στα πολυπρόσωπα έργα, ο θεατής γίνεται παρατηρητής μιας ιστορίας που εκτυλίσσεται ανάμεσα σε πολλούς. Στον μονόλογο ο θεατής γίνεται ο εξομολογητής του ηθοποιού. Ο τέταρτος τοίχος σπάει πιο εύκολα. Νιώθεις την ανάσα του κοινού σαν να είναι ο μοναδικός σου παρτενέρ.
Στον μονόλογο έχεις την απόλυτη ελευθερία (αλλά και το βάρος) να ορίσεις εσύ τον χρόνο και τον ρυθμό. Μια παύση μπορεί να διαρκέσει όσο κρίνει ο ηθοποιός ότι αντέχει η στιγμή χωρίς να εξαρτάται από τον ρυθμό κάποιου άλλου ηθοποιού. Ο μονόλογος είναι για εμένα μια μορφή πνευματικής άσκησης. Στην πολυπρόσωπη παράσταση μοιράζεσαι το βάρος, λειτουργείς μέσα σε ένα σύνολο, υπάρχει μια συλλογική αναπνοή. Στη «Δούκισσα» όμως η αναπνοή είναι μία.
Είναι μία τρομακτική αλλά και λυτρωτική μοναξιά. Είσαι γυμνός απέναντι στον εαυτό σου και στο κοινό. Δε μπορείς να κρυφτείς πίσω από κανέναν. Είναι μια δοκιμασία ορίων, όπου σε κάθε παράσταση ανακαλύπτω κάτι νέο για τη Σοφία αλλά και για την Μαρία.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΝΑΝΟΥΡΗΣ
Γιατί επέλεξες τη Δούκισσα Της Πλακεντίας; Τι σε γοήτευσε στην ιστορία της;
Ήθελα να μάθω την ιστορία πίσω από ένα τόσο γνωστό όνομα, για το οποίο ξέρουμε λίγα πράγματα και με τη σειρά μου να τη συστήσω και σε όσους δεν την γνωρίζουν. Πρόκειται για ένα θρυλικό πρόσωπο, αμφιλεγόμενο μεν, αλλά μια φιλελληνίδα που βοήθησε τη χώρα μας σε μια στιγμή που χρειαζόταν βοήθεια, αλλά και για μια μητέρα που βίωσε με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο το χαμό του παιδιού της.
Ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της Μαρίας Κίτσου ως ηθοποιού και ποια στοιχεία του χαρακτήρα της σε συγκίνησαν;
Η Μαρία είναι μια απ’ τις πιο ταλαντούχες ηθοποιούς της γενιάς της που φλέγεται πάνω στη σκηνή, δίνοντας χωρίς καμία έκπτωση όλο της τον εαυτό.
Όσο όμως δυναμισμό, κυριαρχία και αυτοέλεγχο έχει πάνω στη σκηνή, τόσο ανασφαλής, ευαίσθητη, και εύθραυστη είναι κάτω από αυτήν. Ολα αυτά τα αντιθετικά στοιχεία της την κάνουν τόσο μοναδική και σε συγκινούν ειλικρινά.
Και αυτή τη φορά η σκηνοθετική σου προσέγγιση είναι εξαιρετικά μινιμαλιστική. Πώς ορίζεις εσύ τη σκηνοθετική μαγεία; Ρωτώ γιατί η σχέση που χτίζεις με τους ηθοποιούς είναι πολύ ιδιαίτερη.
Προσπαθώ πάντα να ασχολούμαι πρωτίστως με τον ερμηνευτή, χωρίς να με νοιάζουν οι σκηνοθετίλες. Η απλότητα και ο μινιμαλισμός στην εικόνα με ενδιαφέρουν πολύ ώστε το βάρος να δίνεται πρωτίστως στην ερμηνεία. Το προσπαθώ πολύ αυτό, δεν με ενδιαφέρει να «καπελώσω» τους ηθοποιούς ή τα έργα με ψευτοεντυπωσιασμούς. Ειδικά οι παραστάσεις μονολόγου που έχω κάνει, είναι πολύ χειροποίητες, πολύ προσωπικές και βασίζονται στη σχέση που θα χτιστεί με τον μοναδικό ερμηνευτή που θα πρέπει να σηκώσει μόνος του το μεγάλο βάρος μιας ολόκληρης παράστασης. Με ενδιαφέρει πολύ στο θέατρο η ποιητική ματιά, η πιο παραμυθένια, η πιο μαγική, προσπαθώντας πάντα να φτιάχνω ένα μικρό σύμπαν που δεν έχει καμία σχέση με την πεζή πραγματικότητα που όλοι ζούμε.
Η ΔΟΥΚΙΣΣΑ ΤΗΣ ΠΛΑΚΕΝΤΙΑΣ
Κείμενο- Σκηνοθεσία-Φωτισμοί: Γιώργος Νανούρης
Ερμηνεία: Μαρία Κίτσου
Μουσική επιμέλεια: Γιώργος Νανούρης
Θέατρο Βεάκη, Στουρνάρη 32, Τηλ. 210 5223 522