Πότε αποφασίσαμε ότι δε μας νοιάζει και τόσο που μαχαιρώνονται για το ποδόσφαιρο;
Διαβάζεται σε 6'
Κάθε φορά που έχουμε ένα θανάσιμο περιστατικό οπαδικής βίας, ξεκινάει η συνηθισμένη χορογραφία της υποκρισίας από πολιτεία, ομάδες και μίντια. Στα τελευταία, σε Χαλκίδα και Καλαμαριά παρατηρούμε κι ένα καινούριο μοτίβο, την υποβάθμιση.
- 18 Μαρτίου 2026 09:47
«Σταμάτησαν όλα στην Τούμπα στο 20ο λεπτό», διαβάζουμε για την στιγμή που οι οπαδοί του ΠΑΟΚ τίμησαν στο ματς με τον Λεβαδειακό την μνήμη του 20χρονου Κλεομένη που από την προηγούμενη Πέμπτη 12 Μαρτίου είναι το τελευταίο θύμα της οπαδικής βίας στη χώρα μας.
Στο «Κλεάνθης Βικελίδης», έδρα του Άρη, η αντίστοιχη στιγμή είναι το 19ο λεπτό. Όσα και τα 19 χρόνια που πρόλαβε να ζήσει ο Άλκης Καμπανός πριν γίνει το θύμα μιας δολοφονίας, επίσης στη Θεσσαλονίκη – επίσης με οπαδικό υπόβαθρο, που συγκλόνισε την Ελλάδα πριν τέσσερα χρόνια.
Το 21ο είναι το λεπτό που έχει συνδεθεί με τον χαμό του Μιχάλη Κατσούρη. Εμβληματικός αριθμός για την ΑΕΚ λόγω της Θύρας 21 (που μετονομάστηκε σε θύρα «Μιχάλης Κατσούρης»), αλλά κι ανατρέχοντας στα ρεπορτάζ του Αυγούστου του 2023 διαβάζουμε για τα «21 λεπτά του τρόμου» μετά την ανενόχλητη κάθοδο των Κροατών χούλιγκαν στην Αθήνα και την συμπλοκή έξω από το γήπεδο της ΑΕΚ που κόστισε τη ζωή στον 29χρονο.
Στο 22ο λεπτό θα μπορούσαν να σταματάνε όλα και στους αγώνες του Παναθηναϊκού. Αυτή ήταν η ηλικία του Μιχάλη Φιλόπουλου που δολοφονήθηκε στο «ραντεβού θανάτου» της λεωφόρου Λαυρίου το 2007, στο καθοριστικό συμβάν που άλλαξε για πάντα την οπαδική βία στην Ελλάδα.
Λεπτό να τιμηθεί η μνήμη του αστυνομικού Γιώργου Λυγγερίδη, στη δική του οποίου ακούγονται εξωφρενικά πράγματα εδώ και κάποιες εβδομάδας, δεν υπάρχει. Η ναυτική φωτοβολίδα που σε ευθεία βολή του πήρε τη ζωή εκτοξεύθηκε σε ημίχρονο αγώνα βόλεϊ στου Ρέντη.
Αυτά είναι τα πιο γνωστά περιστατικά της τελευταίας εικοσαετίας, αλλά φυσικά δεν είναι τα μόνα. Στο σημείο που μπλέκονται η οπαδική βία, η νεανική παραβατικότητα κι ο πολιτικός εξτρεμισμός με το κοινό ποινικό έγκλημα και την γενική ισοπέδωση που ακολούθησε τα χρόνια της Κρίσης, έχει διαμορφωθεί μια συνθήκη που γεμίζει σχεδόν καθημερινά το αστυνομικό δελτίο. Ο θάνατος παραμονεύει κυριολεκτικά στην επόμενη γωνία, στο επόμενο λεπτό, στο επόμενο ραντεβού, στην επόμενη ενέδρα. Κι αυτό δεν είναι ένα λυρικό σχήμα, αλλά η πραγματικότητα – μια ματιά στα οπαδικά οπλοστάσια που αποκαλύφθηκαν μόλις τις προηγούμενες ημέρες διαλύει κάθε αμφιβολία.
Κάθε φορά που συμβαίνει ένα τέτοιο συμβάν, ξεκινά το ίδιο φεστιβάλ υποκρισίας πάντα στη λογική του «ως εδώ, φτάνει». Διοικήσεις που ταΐζουν καθημερινά τον κύκλο της τοξικότητας εκφράζουν δημόσια συλλυπητήρια (καμιά φορά χωρίς να μπουν στον κόπο να κρύψουν ότι το κάνουν με το ζόρι), αθλητικά ΜΜΕ που χαλάνε καθημερινά τα μυαλά των αναγνωστών/θεατών/ακροατών τους συναγωνίζονται σε ποταμούς κροκοδειλίων δακρύων, η εκάστοτε κυβέρνηση και οι αρμόδιοι υπουργοί ανακοινώνουν μέτρα που θα φτάσουν το «μαχαίρι στο κόκκαλο» («θα τους διαλύσουμε», δήλωσε χθες ο Μιχάλης Χρυσοχοΐδης) – ενίοτε δείχνουν και πυγμή να «κλείσουν τα γήπεδα», αλλά ποτέ δεν ελέγχονται στ’ αληθεια για το αν εφαρμόζουν τις εξαγγελίες. Ακόμα και οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές, προπονητές και παίκτες (οι τελευταίοι που φταίνε δηλαδή) θα ζητήσουν «να μη μιλήσουν για τον αγώνα που μόλις έπαιξαν» για να εκφράσουν τη δική τους λύπη κι απόγνωση – κανείς δεν αμφισβητεί την ειλικρίνειά τους, όχι ότι είναι κιόλας υποχρεωμένοι, αλλά έστω οι πιο δημοφιλείς-έστω μια φορά τα έβαλαν άραγε με τους δικούς τους οπαδούς;
Αυτή είναι η συνηθισμένη χορογραφία, ένας κύκλος που κρατάει πια δυο-τρία 24ωρα, μέχρι να μετατοπιστεί το ενδιαφέρον αλλού, δεν είναι και λίγα όσα συμβαίνουν αυτήν την στιγμή στον κόσμο. Όμως τόσο στο περιστατικό με τον 20χρονο Κλεομένη, όσο και στο περιστατικό της Χαλκίδας τον περασμένο Νοέμβριο που ο επίσης 20χρονος Μάριος μαχαιρώθηκε θανάσιμα σε συμπλοκή που φαίνεται να είχε (και) οπαδικα χαρακτηριστικά, αχνοφαίνεται ένα καινούριο μοτίβο: η υποβάθμιση.
Σαν να μη μας νοιάζει πια τόσο πολύ; Σαν, ακόμα χειρότερα, να το συνηθίσαμε; Σαν όλοι οι παραπάνω εμπλεκόμενοι να μη θέλουν και πολύ να μένουν τέτοια θέματα στον αφρό; Το κράτος για να μην εφαρμόσει με συνέπεια το Νόμο, οι ομάδες για να μην αναλάβουν επιτέλους τις ευθύνες που τους αναλογούν, τα μίντια για να μην χρειαστεί να κάνουν τη δουλειά τους που δεν είναι κάλυψη λιτανειών αλλά έρευνα και ρεπορτάζ.
Στο περιστατικό της Χαλκίδας υπήρξε σπουδή να βγει από την εικόνα τα οπαδικό, παρότι υπήρξε εμπλεκόμενος που συνδέεται με την υπόθεση Λυγγερίδη. Στην πρόσφατη συμπλοκή της Καλαμαριάς, η κουβέντα κοντεύει να διολισθήσει στο ποιος είχε στήσει ενέδρα σε ποιον. Το κάδρο, ξέρετε, μπορεί να μεγαλώσει: όσοι έχουν ασχοληθεί με την υπόθεση Κατσούρη έχουν βάσιμες αμφιβολίες για το αφήγημα που την έκλεισε, όσοι παρακολουθούν τη δίκη Λυγγερίδη διαβάζουν καταθέσεις για αξιωματικό της Αστυνομίας που φυγάδευσε υπόπτους (οι οποίοι έσπασαν τον κλοιό των διμοιριών προσποιούμενοι τους αθλητές), πυροβολισμοί μεταξύ οπαδών της ίδιας ομάδας (ακόμα κι εντός γηπέδου) θεωρούνται περίπου «τα εν οίκω μη εν δήμω», στο πρόσφατο τραγικό δυστύχημα των οπαδών στη Ρουμανία η αποσιώπηση του πορίσματος των τοξικολολογικών εξετάσεων όλοι ξέρουμε ότι δεν έγινε από σεβασμό στη μνήμη των αδικοχαμένων παιδιών αλλά από φόβο και υποτέλεια.
Αν βλέπεις όλα τα παραπάνω περιστατικά με οπαδικά γυαλιά, αν διακρίνεις «καλούς και κακούς», θα αρχίσεις τους συμψηφισμούς και θα χάσεις κυριολεκτικά κι αναπόφευκτα το νόημα. Όχι, δεν φταίει ούτε η μπάλα, ούτε το μπάσκετ που γίνονται η χύτρα εκτόνωσης μιας έκρυθμης κοινωνικής κατάστασης, στην οποία τα μαχαίρια έχουν πια τον πρώτο λόγο. Όμως πίσω από την παθολογική αγάπη για την ομάδα (ένα σχεδόν θρησκευτικό συναίσθημα που οι απέξω δε θα καταλάβουν ποτέ), πίσω από εφηβικά αφηγήματα για «αφεντικά της πόλης» και «ή εμείς ή κανείς», πίσω από την κερκίδα ως εγκληματική βιτρίνα μαύρου χρήματος και, φυσικά, πίσω από το power game της εγχώριας ολιγαρχίας, καταλαβαίνει κανείς ότι δεν υπάρχει πιο ενδεικτική παράσταση της ελληνική διαπλοκής από την οπαδική βία. Τόσο ενδεικτική που σιγά σιγά δε θα τη θεωρούμε καν είδηση…