Μια προσωπική ιστορία απώλειας από τον Λίβανο

Διαβάζεται σε 6'
Μια προσωπική ιστορία απώλειας από τον Λίβανο
Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα λειτουργούν αυτή τη στιγμή κλινικές στη Βηρυτό και στο Baalbek-Hermel, υποστηρίζουν κλινικές του υπουργείου Υγείας στην Τρίπολη και λειτουργούν κινητές κλινικές στο Akkar. Στο νότιο Λίβανο, λειτουργούν κινητές κλινικές από την κλιμάκωση του 2024. Salam Kabboul/MSF

Μέσα από τα μάτια μιας γυναίκας 56 ετών από τον Νότιο Λίβανο, αποτυπώνονται οι δυσκολίες του εκτοπισμού, της απώλειας και της ψυχικής εξάντλησης των αμάχων που παλεύουν να επιβιώσουν.

Μια 56χρονη γυναίκα από τον Νότιο Λίβανο περιγράφει τη διαδρομή της ανάμεσα στον πόλεμο, την απώλεια της μητέρας της και την αναγκαστική μετακίνηση από τόπο σε τόπο. Από τη φυγή στη Βηρυτό έως την επιστροφή σε ένα κατεστραμμένο χωριό και την τελική ψυχολογική κατάρρευση, η μαρτυρία της αποτυπώνει την καθημερινότητα της ανασφάλειας, της φτώχειας και της αβεβαιότητας.

Σε λιγότερο από δύο εβδομάδες, πάνω από 800.000 άνθρωποι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις πόλεις τους στον Λίβανο, λόγω των αδιάκοπων ισραηλινών βομβαρδισμών και των εντολών εκκένωσης.

«Όταν ξέσπασε ο πόλεμος στις 8 Οκτωβρίου 2023, κατευθυνθήκαμε προς τη Βηρυτό και μείναμε εκεί για ένα χρόνο, μέχρι που η μητέρα μου πέθανε τον Φεβρουάριο του 2024. Εγώ παρέμεινα εκεί, ενώ η αδελφή μου και τα παιδιά της μετακόμισαν στη Marwaniyeh.

Μετά την κατάπαυση του πυρός τον Νοέμβριο του 2024, αποφάσισα να επιστρέψω στην Odaisseh, στο σπίτι της οικογένειάς μου, αναζητώντας την ασφάλεια που είχα χάσει. 

Πήγα στο χωριό και προσπάθησα να επισκευάσω το σπίτι όσο γινόταν. Στην αρχή ήμουν πανευτυχής· τελικά, αυτό το σπίτι είναι το καταφύγιό μου, η ασφάλειά μου και η σταθερότητά μου.

Δυστυχώς, μετά από τέσσερις μήνες εκεί, δεν ένιωθα πλέον ασφαλής. Υπήρχε συνεχώς άγχος, φόβος, ένταση και εκρήξεις.

Δεν υπήρχε ζωή, δεν υπήρχαν άνθρωποι. Το χωριό ήταν κατεστραμμένο.

Προσπάθησα να μείνω, αλλά απλά δεν μπορούσα. Η ζωή στο χωριό δεν είναι μόνο να έχεις φαγητό, νερό ή μια στέγη πάνω από το κεφάλι σου. Παρά την καταστροφή, προσπάθησα να αντέξω, αλλά χρειαζόμουν να νιώθω ασφαλής. Και δεν υπήρχε ασφάλεια.

Καμία ασφάλεια.

Όταν κατέρρευσα εντελώς ψυχολογικά, έπρεπε να έρθω στη Marwaniyeh για να μείνω με την αδελφή μου. Κατέληξα στα επείγοντα επειδή έπαθα νευρικό κλονισμό. Τώρα ζω με την αδελφή μου και τα τρία παιδιά της. Ωστόσο, επειδή είμαι ανύπαντρη και δεν έχω δικά μου παιδιά, δεν θεωρούμαι επίσημα «οικογένεια».

Θέλω απλώς να ξέρω: αν δεν είμαι «οικογένεια», πώς υποτίθεται ότι θα τα βγάλω πέρα; Πώς θα τα καταφέρω; Το βάρος είναι ήδη τόσο μεγάλο για την αδελφή μου, μια χήρα με τρία παιδιά. Πώς λοιπόν θα φροντίσω τον εαυτό μου; Πώς θα επιβιώσω; Αυτό σημαίνει ότι η μοίρα μου είναι να συνεχίσω να μετακομίζω από το ένα μέρος στο άλλο για πάντα;

Όπου κι αν πάω, θα είμαι πάντα μια κόρη του Νότου, από τη γη του Νότου.

Ο πατέρας μου δούλεψε στο εξωτερικό για 35 ολόκληρα χρόνια για να χτίσει το σπίτι μας, το βασίλειό μας. Ακόμα κι αν ήταν μόνο ένα δωμάτιο, ήταν δικό μας. Κάθε πέτρα, κάθε γωνιά κρύβει μια ιστορία και μια ανάμνηση στην καρδιά μου. Όπου κι αν μένω, δεν είμαι στο σπίτι μου. Δεν υπάρχει σταθερότητα. Σήμερα είμαι εδώ, αλλά σε μια ώρα από τώρα, δεν ξέρω πού θα βρίσκομαι. Δεν ξέρω πότε θα μου ζητήσουν να φύγω. Ό,τι βλέπουν τα μάτια μου δεν μου ανήκει. Δεν σημαίνει τίποτα για μένα.

Θέλω απλώς το σπίτι μου. Θέλω να γυρίσω στο σπίτι της οικογένειάς μου, εκεί όπου μεγάλωσα, όπου η μητέρα μου, ο πατέρας μου, τα αδέλφια μου και εγώ ζούσαμε.

Κλαίω πάνω στις ίδιες τις πέτρες. Ο κόσμος λέει: «Οι πέτρες μπορούν να αντικατασταθούν». Ίσως. Αλλά ό,τι χάθηκε δεν επιστρέφει ποτέ ακριβώς όπως ήταν. Εγώ με τα ίδια μου τα χέρια μετέφερα αυτές τις πέτρες και τις τοποθέτησα. Εγώ η ίδια φύτεψα αυτά τα λουλούδια και περίμενα να ανθίσουν μπροστά στα μάτια μου. Φανταστείτε την οδύνη κάποιου που δούλεψε 35 χρόνια για να χτίσει ένα σπίτι, μόνο για να το δει τελικά να καταστρέφεται.

Δεν θα με πείραζε να ζήσω σε μια σκηνή, αρκεί να είναι στη γη μου, στο χωριό μου, και να είμαι ασφαλής. Δεν φταίω εγώ για ό,τι συμβαίνει. Δεν φταίνε τα παιδιά. Δεν φταίνε οι ηλικιωμένοι. Δεν φταίνε οι άρρωστοι. Τι έκαναν για να το αξίζουν αυτό;

Η αδελφή μου είναι χήρα και καμία από τις δύο μας δεν έχει δουλειά. Πώς θα βρούμε τα χρήματα για φαγητό, βενζίνη και τα καθημερινά έξοδα; Ζούμε μέρα με τη μέρα, ώρα με την ώρα. Μερικές φορές τρώμε μόνο ένα ή δύο γεύματα, ενώ μπορεί και να μη φάμε κάποιες μέρες προκειμένου να φάνε τα παιδιά. Ο ανιψιός μου έχει άσθμα και η αδελφή μου
διαβήτη. Όσο για μένα, δεν ξέρω καν. Φοβάμαι πάρα πολύ να πάω στο γιατρό, μήπως και ανακαλύψω ότι κάτι δεν πάει καλά. Είμαι συνεχώς αγχωμένη και φοβισμένη. Έχω αρχίσει να φοβάμαι τα πάντα. Αν ένας γιατρός με ρωτούσε: «Πού πονάς;», θα απαντούσα ότι πονάω παντού. Παντού. Τώρα φοβάμαι τα πάντα.

Το να φωνάζω έχει γίνει η μόνη μου διέξοδος. Νιώθω αυτή την τεράστια πίεση μέσα μου – φόβο και θυμό – σαν ένα χέρι να με πνίγει. Είμαι τόσο θυμωμένη! Είμαι τόσο λυπημένη. Προσπαθώ να κρατηθώ. Κατά τη διάρκεια αυτών των τεσσάρων μηνών στο χωριό μου, προσπάθησα τόσο πολύ να μείνω δυνατή, σε σημείο που οι άνθρωποι μου έλεγαν: «Είσαι τόσο δυνατή· κανείς δεν έχει κάνει αυτό που έκανες εσύ. Έδωσες ζωή στους ανθρώπους.
Μας έφερες πίσω τη δύναμή μας. Μας έφερες πίσω στη ζωή. Μας ανεβάζεις το ηθικό».

Αλλά τελικά, όταν πέφτει η νύχτα, είμαι μόνη, σαν ένα παιδί που ψάχνει τη μητέρα του.

Ναι, είμαι ένα 56χρονο κορίτσι και θέλω τη μαμά μου!

Έχασα τη μητέρα μου λόγω του πολέμου. Δεν ήταν άρρωστη, αλλά επειδή έπρεπε να εγκαταλείψει το σπίτι της μετά από δεκαετίες σκληρής δουλειάς, και ήξερε ότι δεν θα επέστρεφε ποτέ, πέθανε με ραγισμένη καρδιά. Όταν χάνεις την οικογένειά σου, χάνεις και την αίσθηση της ασφάλειας. Φανταστείτε λοιπόν πώς είναι να χάνεις την πατρίδα σου, το
χωριό σου και τη γη σου.

Όπου κι αν πάω, οι άνθρωποι με ρωτούν: «Από πού είσαι;»

Λέω: «Από το Νότο…»

«Είσαι εκτοπισμένη;»

Όχι! Είμαι Λιβανέζα. Γιατί με αποκαλείτε «εκτοπισμένη» όταν βρίσκομαι στη δική μου χώρα;».

Παρόλο που οι ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές συνεχίζονται τους τελευταίους 15 μήνες, παρά τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός τον Νοέμβριο του 2024, αυτή η κλιμάκωση αποτελεί την πιο έντονη περίοδο από τότε, ασκώντας ακόμη μεγαλύτερη πίεση στους αμάχους, οι οποίοι έχουν ήδη βιώσει αρκετά κύματα ανασφάλειας και εκτοπισμού. Οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα κινητοποιούνται για να προσαρμόσουν τις δράσεις τους και να αξιολογήσουν πώς μπορούν να ανταποκριθούν στις αναδυόμενες ανάγκες των εκτοπισμένων ανθρώπων, διασφαλίζοντας παράλληλα τη συνέχιση της παροχής φροντίδας στα τακτικά τους προγράμματα στον Λίβανο. Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα λειτουργούν αυτή τη στιγμή κλινικές στη Βηρυτό και στο Baalbek-Hermel, υποστηρίζουν κλινικές του υπουργείου Υγείας στην Τρίπολη και λειτουργούν κινητές κλινικές στο Akkar. Στο νότιο Λίβανο, λειτουργούν κινητές κλινικές από την κλιμάκωση του 2024.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα