Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography

“ΕΝΑ ΚΑΚΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΙΝΑΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΕΝΑ ΚΑΚΟ ΤΑΤΟΥΑΖ. ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΤΟ ΒΓΑΛΕΙΣ ΑΠΟ ΠΑΝΩ ΣΟΥ ΜΕ ΤΙΠΟΤΑ”

Ο Παναγιώτης Κεχαγιάς μας μιλάει για τον τελευταίο μικρό εκδοτικό οίκο που συζητιέται στην λογοτεχνική Αθήνα. Είναι οι εκδόσεις Γεννήτρια, ήδη αφήνουν το στίγμα τους κι έχουν πανέμορφα εξώφυλλα.

«Μου αρέσουν, ρε παιδί μου, τα όμορφα βιβλία», δεν ξέρω πόσες φορές επανέλαβε αυτή τη φράση ο Παναγιώτης Κεχαγιάς σε έναν τυπικά αργόσχολο 90λεπτο καφέ που ήπιαμε παρατηρώντας τα τραπέζια να αλλάζουν γύρω μας ένα χειμωνιάτικο απόγευμα στην Καλλιδρομίου. 

Λες και χρειαζόταν να με πείσει. Λες και δεν το καταλαβαίνεις από τον εφηβικό ενθουσιασμό με τον οποίο μιλάει για το εκδοτικό του πρόγραμμα στη Γεννήτρια, τον μικρό εκδοτικό οίκο που λάνσαρε τον περασμένο Μάιο («με δεύτερο τίτλο, Η Καρδιά το Καταχείμωνο, αριστοτέχνης του μάρκετινγκ – όχι παίζουμε») ή, ακόμα περισσότερο, για την ίδια την εκδοτική διαδικασία και τα επιμέρους στάδιά της. Λες και δε φαίνεται από τα πανέμορφα εξώφυλλα και τη συνολικά υψηλή αισθητική των εκδόσεων που δε γίνεται να περάσουν απαρατήρητες. 

ΠΩΣ ΦΤΑΣΑΜΕ ΣΤΗ ΓΕΝΝΗΤΡΙΑ;

«Στα λογοτεχνικά εμφανίστηκα το 2016 με την συλλογή διηγημάτων Τελευταία Προειδοποίηση, εκδόσεις Αντίποδες. Πιο πριν είχα περάσει από άλλους δυο τρεις επαγγελματικούς κλάδους, όπως π.χ. τα τουριστικά επαγγέλματα που είχα σπουδάσει,  αλλά δεν περνούσα καθόλου καλά εκεί.

Με βοήθησε η θητεία μου στα περιοδικά του συγκροτήματος Λυμπέρη. Έγραφα από μικρός, αλλά εκεί απέκτησα πολύ μεγάλη τριβή. Μπορεί να είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από τη λογοτεχνία αλλά σου μαθαίνει να διορθώνεις, να κάνεις τις προτάσεις πιο καθαρές, να κόβεις τα επιπλέον, να μην επαναλαμβάνεσαι, να έχεις καλό φινάλε, να έχεις καλή εισαγωγή. Όλα αυτά, απ’ ότι φάνηκε, μου χρησίμευσαν πάρα πολύ. 

Διάβαζα επίσης πάρα πολύ από πολύ μικρός, πάντα στο πρωτότυπο π.χ. Στήβεν Κινγκ  από τα 13 μου. Αλλά δεν υπήρχε καμία συνειδητή σκέψη για έκδοση ή παρουσία στον χώρο των γραμμάτων. Επίσης, δεν έχω καμιά σχέση με αυτό που λέμε “διανοούμενος” και δεν έχω καθόλου ακαδημαϊκό μυαλό, δεν διαβάζω θεωρία. Το μυαλό μου είναι περισσότερο συνθετικό παρά αναλυτικό. 

Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography

Πιο συντεταγμένα ξεκίνησα να γράφω από τα 23 μου και μετά, οπότε κάποια στιγμή βρέθηκα ξαφνικά στο φυσικό μου χώρο, στους Αντίποδες. Ξεκίνησα να μεταφράζω, αν και δεν είχα μεταφράσει τίποτα πιο πριν. Είμαι στις 13 δημοσιευμένες μεταφράσεις ως τώρα, αρκετά ικανοποιημένος με το παλμαρέ μου γιατί δεν είναι ακριβώς βιοποριστικό το μεταφραστικό πρότζεκτ, δεν είναι ότι ζεις από αυτό. Το έκανα πολύ επιλεκτικά, επικεντρωνόμουν κυρίως σε αμερικάνικη λογοτεχνία και κυρίως σε μοντερνιστικά κείμενα. 

Στους Αντίποδες έμαθα πάρα πολλά, το 75-80% της λειτουργίας ενός μικρού εκδοτικού οίκου. Γιατί αν πας να δουλέψεις σε έναν πολύ μεγάλο εκδοτικό, πιθανότατα θα κάνεις κάτι πολύ συγκεκριμένο. Στον μικρό όμως παρακολουθείς τη διαδικασία οριζόντια και κάθετα. Θα χρειαστεί να κάνεις τα πάντα, από το να κουβαλήσεις μέχρι τα λογιστικά, και φυσικά μετάφραση κι επιμέλεια. Μόνο διόρθωση δεν έκανα, για μένα πρέπει να είσαι φιλόλογος για να το κάνεις. 

Μέσα στην κρίση, κι ενώ ο Λυμπέρης κατέρρεε και ήμασταν σε επίσχεση εργασίας, κάναμε με δυο πολύ καλούς φίλους ένα μικρό εκδοτικό πρότζεκτ εκτός εμπορίου. Ήμασταν παντελώς άφραγκοι και το τρέξαμε με δανεικά, είναι κι ακριβό χόμπι  η τυπογραφία. Τρία μικρά βιβλιαράκια καταφέραμε, σφραγισμένα κι αριθμημένα, που διακινήθηκαν χέρι με χέρι. Δεν υπήρξαν ποτέ στα βιβλιοπωλεία. Άρεσαν όμως σε πέντε-δέκα παρέες που τα πήραν γραμμή κατά τύχη κι εμένα ήδη μου είχε μπει το μικρόβιο».

ΠΙΟ ΚΑΛΗ Η ΕΣΤΕΤ ΜΟΝΑΞΙΑ…

Μετά από αυτήν την πορεία έμοιαζε κάπως προδιαγεγραμμένο να προχωρήσει στο δικό του εγχείρημα. Να «κάνει κάτι δικό του», όπως τόσοι και τόσες σε πολλά διαφορετικά πεδία αποφάσισαν κάποια στιγμή της ζωής τους. Είναι θέμα ελέγχου; «Κοίτα, άμα είσαι στις εκδόσεις και κυνηγάς άνω τελείες και κόμματα, το control freak είναι εκ των ων ουκ άνευ. Δεν το συζητάμε καν. Νομίζω, όμως ότι για μένα ήταν πολύ σημαντικό να έχω τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο.  Αυτή είναι η ουσία του “κάνω κάτι δικό μου”. Ας πούμε, δίνω πολύ μεγάλη βαρύτητα στην αισθητική, πολύ συχνά με αποκαλούν εστέτ και αυτό το θεωρώ θετικό κι όχι αρνητικό χαρακτηρισμό. Από ένα σημείο και μετά προφανώς δεν σου φτάνει να εκτελείς τα πρότζεκτ κάποιου άλλου. Κάποια στιγμή λες θέλω να εφαρμόσω και το δικό μου σχέδιο, ακόμα κι αν αυτό είναι να βάλω μια μπανάνα και τρεις μαϊμούδες στο εξώφυλλο. ΟΚ, θα ακούσω τον γραφίστα μου αν με αποτρέψει, αλλά ευτυχώς κανέναν άλλον…»

Μιας και το έφερε η κουβέντα αυτός ο γραφίστας είναι ο Παύλος Ζερβός. «Εμμονικός, δύσκολος, φανταστικός – περνάμε τέλεια μαζί και συνεννοούμαστε»

Η πρώτη κυκλοφορία

Ο Παναγιώτης Κεχαγιάς επιμένει στο κομμάτι της εκδοτικής αισθητικής. «Έχω πολλές και σοβαρές διαφωνίες με βιβλία που βλέπω γύρω μου, παρότι συνολικά έχουμε ανέβει πολύ σε επίπεδο τα τελευταία 15-20 χρόνια. Αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν άσχημα εξώφυλλα, αταίριαστα εξώφυλλα, ίδια εξώφυλλα, κακό χαρτί, κακό δέσιμο, περίεργες διαστάσεις. Τα όμορφα βιβλία, είναι δυστυχώς και ακριβά, κι αυτό είναι πρόβλημα γιατί τα βιβλία πρέπει κατά βάση να είναι οικονομικά προσιτά. Αλλά, μια όμορφη έκδοση σου προσφέρει, νομίζω, και μια εντελώς διαφορετική εμπειρία της ανάγνωσης».

Βέβαια, ο μοναχικός δρόμος συνεπάγεται και κάτι άλλο. Έχεις την αποκλειστική ευθύνη του λάθους, της αστοχίας, της αποτυχίας ακόμα. «Το μελάνι, φίλε, είναι πολύ καλός αλλά και, ταυτόχρονα, πολύ κακός αφέντης. Γιατί δεν σβήνει. Όταν βγάλεις ένα βιβλίο, είτε είσαι συγγραφέας, είτε μεταφραστής, εκδότης, επιμελητής, διορθωτής, οτιδήποτε κι αν είσαι κι έχει το ονοματάκι σου, είναι χειρότερο από τατουάζ. Δεν μπορείς να το βγάλεις από πάνω σου με τίποτα. Όσο και να το κρύψεις, όσα κι αν αποσύρεις, θα σε κυνηγάει για πάντα. 

Όποτε πάω τυπογραφείο τρέμω, παρότι ξέρω ότι έχω κάνει πολλή δουλειά προηγουμένως. Κάποια λάθη δε θα τα γλιτώσεις όποιος και να ‘σαι. Μακάρι να είναι όσο το δυνατόν λιγότερα και όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα. Να μην έχει, ας πούμε, λάθος στο εξώφυλλο, στη ράχη ή στο οπισθόφυλλο. Παρολ΄αυτά συμβαίνουν χοντρά λάθη, ακόμα και σε καλά μαγαζιά».

ΤΟ ΝΕΡΟ ΣΤΟ ΚΡΑΣΙ ΚΑΙ Η ΠΑΓΙΔΑ ΤΟΥ BEST SELLER

Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography

Από την άλλη, δεν είναι μόνο ο δρόμος για την κόλαση στρωμένος με καλές προθέσεις, το ίδιο συμβαίνει και με εκείνον της οικονομικής βιωσιμότητας. «Φυσικά και δεν πρόκειται για έναν χώρο στον οποίο μπαίνεις για να γίνεις πλούσιος. Κανείς δεν ξεκινάει έτσι. Κι αν κάποιος το ονειρεύεται, πολύ γρήγορα καταλαβαίνει την πραγματικότητα. Μέσα σε ένα δίμηνο, μπορεί και σε δεκαπέντε μέρες. Είναι πολύ ζόρικη πίστα οι εκδόσεις. 

Σίγουρα δεν το βλέπω μόνο ως ένα αμιγώς καλλιτεχνικό πρότζεκτ. Θα ήθελα κάποια στιγμή να είναι πιο μεγάλο και να γίνει πιο αυτάρκες. Δεν βάζω τη λογοτεχνία ως διαχωριστική γραμμή και δεν το αποκλείω κάποια στιγμή να βγάλω και non fiction. Δε θέλω όμως να χάσουν οι εκδόσεις το στίγμα τους. Ούτε πρόκειται ποτέ να βάλω νερό στο κρασί μου και να αρχίζω να κυκλοφορώ βιβλία αυτοβοήθειας ή πράγματα, τελοσπάντων, απολύτως μη συμβατά με εμένα. 

Ποια ήταν στα αλήθεια η Μπρέντα Σέιλς, ένα από τα τελευταία άλυτα λογοτεχνικά μυστήρια της Αυστραλίας;

Πιο μικρός έβαζα αυστηρά όρια στον εαυτό μου, αλλά όσο μεγαλώνω έχω γίνει πολύ πιο ευέλικτος. Ένας εκδοτικός οίκος είναι ζωντανό πράγμα. Θα δοκιμάσεις και πράγματα, θα έχεις και στραβοτιμονιές. Δεν είναι κάτι τέλειο, δεν είναι ένας πίνακας του Ρέμπραντ. Βασίζεται στο εμπόριο αλλά δεν είναι κι αμιγώς εμπόριο. Γιατί το βιβλίο είναι ένα περίεργο προϊόν που έχει διάφορα στοιχεία, άυλα και υλικά, πολιτισμικά και καπιταλιστικά. Έχω βάλει πολύ νερό στο κρασί μου για να δούμε και τι δουλεύει εκτός από το τι μας αρέσει. Κάποια πράγματα θα τα βγάλω, κάποια δεν μπορώ να τα βγάλω, κάποια φιλοδοξώ να τα βγάλω και δεν μπορώ αυτή τη στιγμή. 

Γενικά, δεν ξέρω να πω ποιο είναι το μυστικό για να έχεις εμπορική επιτυχία. Είναι σίγουρο ότι κάποιοι τα έχουν καταφέρει. Νομίζω ότι χρειάζεται πολλή τύχη, να είσαι στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή. Με μια επιτυχία, το κοινό σε μαθαίνει. Ισχύει. Αλλά γίνονται πιστοί; Εκτός από έναν σκληρό πυρήνα (που κανείς δεν ξέρει πόσοι είναι) που ασχολούνται, ψάχνουν και πάνε στα βιβλιοπωλεία, οι υπόλοιποι απλά αγοράζουν ένα βιβλίο που άρεσε σε ένα φίλο τους ή διάβασαν την περίληψη, χωρίς καλά καλά να ξέρουν ποιος το έβγαλε. Γι’ αυτό λέω ότι ένα χιτ μπορεί να είναι παραπλανητικό, παγίδα. Ένα συμπαγές σώμα όμως, ειδικά όταν έχει αναπτυχθεί με κάποιες κυκλοφορίες, είναι προτιμότερο. Το χιτ, βέβαια, θα σου δώσει κάποια χρήματα, δηλαδή θα σου αγοράσει χρόνο για να στηθείς καλύτερα».

ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ;

Κι όλο αυτό σε μια συνθήκη, από τη μία, υπερπαραγωγής και, από την άλλη, αυξημένης διάσπασης προσοχής. «Η διάσπαση προσοχής είναι κάτι περιβαλλοντικό, μετεωρολογικό. Δεν μπορείς να αμυνθείς, είναι χαρακτηριστικό της εποχής. Ήδη πάντως εκδίδονται μικρότερα σε έκταση βιβλία απ’ ότι παλαιότερα, αυτή είναι μια πρώτη προσαρμογή του χώρου. Διαβάζουμε περισσότερο από ποτέ, απλά διαβάζουμε κι άλλα πράγματα. Όμως άλλο διαβάζω ένα άρθρο στο ίντερνετ ή ένα μακροσκελές σόσιαλ ποστ κι άλλο διαβάζω ένα βιβλίο. Κανένα πρόβλημα! Η ζωή είναι πολύ μικρή για να διαβάζεις πράγματα που δεν σου αρέσουν. 

Η υπερπαραγωγή έχει ένα καλό κι ένα κακό. Καταρχάς, έχουμε πολλά βιβλία, δηλαδή μεγάλη προσφορά καλών κειμένων σε πολύ υψηλού επιπέδου μεταφράσεις (λογικό, αφού έχουμε πολύ καλύτερα εργαλεία από το παρελθόν) παρότι είναι πολύ κακοπληρωμένο αυτό το επάγγελμα.  Το πρόβλημα είναι ότι η διασπορά αυτή δεν επιτρέπει στους αναγνώστες να συναντηθούν σε κάποιους τίτλους όπως παλιότερα που τα βιβλία ήταν λιγότερα. Κι αυτή η συνάντηση δημιουργεί συζήτηση και η συζήτηση δημιουργεί αναγνώστες. 

«Ο άνθρωπος είναι το μόνο ζώο που…»: η ιστορία του πολιτισμού μέσα από μία φράση.

Όμως, δε γίνεται να μη σημειώσω ότι ζούμε μια χρυσή εποχή μικρών εκδοτικών, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Φίλοι από το εξωτερικό δεν μπορούν καν να συλλάβουν ότι εδώ δεν υπάρχουν conglomerates και πολυεθνικές στο χώρο του βιβλίου, ακόμα και ο Πατάκης που λέει ο λόγος είναι μια οικογενειακή επιχείρηση που δεν υπάγεται σε κανέναν. Εμένα μου αρέσει πάρα πολύ αυτό που έχει γίνει και είναι ξεκάθαρα συνέπεια της κρίσης. Έχει διαμορφωθεί μια συνθήκη που δεν πρέπει οπωσδήποτε να καλλιεργείς δημόσιες σχέσεις με δημοσιογράφους, να κάνεις τραπέζια και τα λοιπά. Μπορείς πια μέσω social media να μιλήσεις με το κοινό σου απευθείας, να φτιάξεις word of mouth, στην πορεία ήρθαν και οι bookstagrammers που είναι νέοι συνομιλητές και συνιστούν ένα καινούριο κανάλι».

ΑΦΕΝΤΙΚΟ ΚΑΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ, ΙΔΙΟ ΠΡΟΣΩΠΟ!

Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography

Σήμερα, λίγο πριν συμπληρώσουν έναν χρόνο παρουσίας στα εκδοτικά πράγματα, οι εκδόσεις Γεννήτρια έχουν μια αποθήκη που είναι και η έδρα τους. «Έχουν ένα αφεντικό κι έναν υπάλληλο, που αυτή την στιγμή είναι το ίδιο πρόσωπο και το αφεντικό τον τρέχει πάρα πολύ τον υπάλληλο γιατί στη σημερινή μας φάση δεν είμαστε να μεγαλώσουμε», λέει ο Παναγιώτης Κεχαγιάς. 

Το πλάνο είναι σαφές: 6 βιβλία τον χρόνο (3 την άνοιξη και 3 το φθινόπωρο – ένα ελληνικό και δύο μεταφρασμένα, σε κάθε κύκλο). Η εκδοτική φιλοσοφία χωρίζεται σε τρεις αξονες: α) ελληνική λογοτεχνία («μεγαλύτερο ρίσκο, γιατί δυστυχώς πάλι πουλάει λιγότερο», β) δύσκολα κείμενα «…που όμως θεωρώ ότι πρέπει να υπάρχουν εκεί έξω, Τα Κομμάτια Που Λείπουν του Ανρί Λεφέβρ είναι ένα τέτοιο παράδειγμα» και γ) βιβλία που θα μπορούσαν να έχουν και κάποιες εμπορικές βλέψεις.

«Θέλω να βγάζω λογοτεχνία που εγώ θεωρώ ωραία, σωστή και αναγκαία. Μου αρέσει πάρα πολύ ο μοντερνισμός και ο μεταμοντερνισμός. Ταυτόχρονα όμως θέλω το βιβλίο να είναι και πλούσιο, δεν είμαι και τόσο του μινιμαλισμού. Δε μου αρέσουν τα βιβλία που είναι κάπως άδεια. Θέλω, ρε παιδί μου, να υπάρχει και μια διάσταση ψυχαγωγίας. Το δεύτερο νούμερο του καταλόγου μας, ο Κέβιν Μπάρι (Η Καρδιά το Καταχείμωνο) είναι μια ιδανική τέτοια περίπτωση. Πολύ ωραίο ύφος, μια περιπέτεια που ταυτόχρονα ψυχαγωγεί. Το διαβάζεις και το χαίρεσαι, δεν είναι μόνο καλοφτιαγμένο ως μυθιστόρημα, αλλά παράλληλα προσφέρει και στον αναγνώστη. Αυτό ορίζω ως “αναγκαία λογοτεχνία” και δεν πιστεύω καθόλου ότι πρέπει να είναι απαραίτητα πολιτικό το περιεχόμενο αυτού του ορισμού. Πρέπει να είναι ένας συνδυασμός, να τέμνονται κάποια πράγματα.

Ο Τομ Ρουρκ και η Πόλλυ Γκιλλέσπυ ξεκινούν με ένα κλεμμένο άλογο να ζήσουν τη μεγάλη περιπέτεια της ζωής τους, μέσα στα χιονισμένα δάση και τα έρημα βουνά της Μοντάνα, σε ένα σκηνικό έρωτα, λυρισμού, συγκίνησης και βίας.

Το εμβληματικό queer μυθιστόρημα της δεκαετίας του '90

Ας πούμε, ο Κωνσταντίνος του Παναγιώτη Ευαγγελίδη τσεκάρει και το πολιτικό. Θεωρώ ότι είναι ένα βιβλίο που έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο γιατί δεν το βρίσκεις εύκολα. Κυκλοφόρησε το 1997 απ’ τον Καστανιώτη και δεν πήγε καλά για τα τότε δεδομένα, έδωσε 2.000 αντίτυπα που σήμερα βέβαια είναι μεγάλο νούμερο, τότε ήταν σχεδόν αμελητέο.Το θεωρώ σπουδαίο βιβλίο, πολύ σημαντικό για τα ελληνικά γράμματα των τελευταίων 50 χρόνων. Άσε το πολιτικό και το ιστορικό του βάρος, πάνω απ’ όλα είναι καλή λογοτεχνία».

Μένουμε λίγο στην ανάγκη για καλες, φροντισμένες επανεκδόσεις. «Πάντα υπάρχει χώρος για να στηρίξεις τους νέους Έλληνες λογοτέχνες ή και τους λιγότερο νέους, δεν ξέρω και τι είμαστε πια. Είσαι νέος συγγραφέας ως τα εξήντα σου και μετά απότομα γίνεσαι παλαίμαχος διότι έτσι πάει, μόνο δύο ταχύτητες υπάρχουν. Βρίσκω μια επιτακτικότητα στο να εκδόσεις και να στηρίξεις ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν άλλη καλή διέξοδο και απογοητεύονται, σταματάνε να γράφουν ή γράφουν λιγότερο και πιο πικραμένα. Έχει σημασία όλο αυτό; Ναι, έχει. Γιατί στους λογοτέχνες η πίκρα είναι ενδημική και είναι μια από τις νόσους του επαγγέλματος. Όταν ο άλλος που γράφει, έχει ξοδέψει 10, 15, 20 χρόνια και δεν έχει τη θέση, όχι την αναγνώριση ή τα λεφτά, αλλά τουλάχιστον μια θέση στην πολιτισμική διαδικασία, πικραίνεται. 

Είμαστε, επίσης, μια χώρα που δεν έχουμε καλή μνήμη στον χώρο της λογοτεχνίας. Δεν έχουμε πολύ δομημένη κριτική. Δεν έχουμε πανεπιστημιακές σπουδές πάνω σε αυτόν τον τομέα. Έχουμε ειδίκευση στη φιλολογία που έρχεται από την αρχαιολατρεία και την αρχαιοπρέπειά μας, αλλά δεν έχουμε τμήμα Ελληνικής Λογοτεχνίας. 

ΑΝΟΙΞΗ-ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2026

Η επόμενη τριάδα, προγραμματισμένη για αρχές με μέσα Απρίλη:

«Το ελληνικό είναι ο Κωστής Μαλούτας, ένας αρκετά μεταμοντέρνος συγγραφέας που το τρίτο του βιβλίο είναι κάτι σαν άσκηση, αφού σημείωνε καθημερινά, σαν ημερολόγιο, για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα πράγματα που δε θυμάται πια. Από πολύ προσωπικά (“πότε έχω διαβάσει τελευταία φορά ξεκούραστος;”, επειδή έχει κάνει πρόσφατα και παιδί) μέχρι παλαβομάρες (“δεν ξέρω αν έχω ποτέ πλύνει τα χέρια μου καθιστός”), στο τέλος όλα μαζί δένουν. Μπορεί να το δει κανείς και ως μια αντιστροφή του Θυμάμαι από τον Ζωρζ Περέκ. 

Το ντεμπούτο ενός Ιρλανδο-Λίβυου, του Φέρντια Λένον που λέγεται Σπουδαία Κατορθώματα και διαδραματίζεται στην αρχαία Ελλάδα, αλλά με πολύ σύγχρονους και αναχρονιστικούς όρους. Πιο συγκεκριμένα μεταφερόμαστε στις Συρακούσες το 412 π.Χ. και στο ανέβασμα μιας παράστασης Ευριπίδη από Αθηναίους αιχμαλώτους σε ένα λατομείο. Είναι φοβερά αστείο και πιάνει πολλά σύγχρονα θέματα, ας πούμε το gentrification. 

Κι επίσης, Οι Έντεκα του Πιέρ Μισόν (σε μετάφραση της Στέλας Ζουμπουλάκη), μια πολύ ιδιαίτερη φωνή της γαλλικής λογοτεχνίας. 85 χρονών σήμερα, διαχρονικά στην ουρά για το Νόμπελ, αν κι εδώ που έφτασε δε νομίζω πια ότι θα το πάρει. Είναι βιβλίο του 2008, μια βιογραφία ενός επινοημένο ζωγράφου που έχει κάνει έναν πίνακα με τους έντεκα ηγέτες της Γαλλικής Επανάστασης. Δίνει ξύλο στον αναγνώστη, είναι κείμενο που χορεύει, το θεωρώ αριστούργημα».

Η ΔΙΚΙΑ ΤΟΥ ΚΟΝΤΙΝΗ ΑΜΕΡΙΚΗ

Κλείνοντας, αφού ξεκαθαρίζουμε ότι δεν υπάρχει πια το άγχος στη γενιά των σημερινών 30ρηδων-40ρηδων συγγραφέων να πιάσουν «το zeitgeist της στιγμής» και να γίνουν «η φωνή της γενιάς τους» («νομίζω κανείς δεν σκέφτεται πια έτσι»), ο Παναγιώτης Κεχαγιάς ομολογεί ότι ακόμα δουλεύει μέσα του τη σχέση συγγραφέα-εκδότη που είναι «συμβιωτική, αλλά και ταυτόχρόνα ανταγωνιστική». Ίσως γιατί πια ακούει και στις δύο ιδιότητες. Δέκα χρόνια μετά το ντεμπούτο του, τους επόμενους μήνες θα εκδοθεί ξανά. Και το πρότζεκτ είναι αρκετά φιλόδοξο κι εντυπωσιακό για να είναι το φινάλε μας…

«Έχω ένα πολύ μεγάλο βιβλίο στα αγγλικά, γύρω στις 200.000 λέξεις, 800 σελίδες ας πούμε. Διαδραματίζεται στην Αμερική κι έχει ένα αμερικάνικο θέμα παρότι δεν έχω ζήσει ποτέ εκεί. Ήθελα όμως να γράψω μια τέτοια μεταμοντέρνα παλαβομάρα, κάτι πολύ μαξιμαλιστικό. Ξεκίνησα να το γράφω το 2009 και τελείωσα το 2020-21, μου πήρε πάνω από μια δεκαετία. Αφού βρήκα τον Αλέξανδρο Σταύρακα, έναν άνθρωπο με πλήρη άγνοια κινδύνου, τελικά θα κυκλοφορήσει σε τρεις τόμους (ο πρώτος τον Μάιο με τίτλο Directors) από την Eris Press, έναν εκδοτικό με απίστευτα aesthetics που κινείται μεταξύ Αμερικής και Λονδίνου. 

Κεντρικός ήρωας είναι ένας σκηνοθέτης, ανιψιός μεγαλοπαραγωγού του Χόλιγουντ που προσπαθεί να γυρίσει μέσα στην έρημο το μεγάλο αμερικάνικο έπος. Παθαίνει νευρικό κλονισμό, δεν εμφανίζεται ποτέ στο σετ και τελικά γίνεται κάτι σαν τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ του πορνό. Παραμένοντας όμως το απόλυτο κακό ως ο απόλυτος εκπρόσωπος του θεάματος με κεφαλαίο Θ. Κι από την άλλη είναι ένας αρχιτέκτονας Μεξικάνος, γεωγραφικά τοποθετημένος στην Καλιφόρνια, που ο σκηνοθέτης του καταστρέφει τη ζωή διαλύοντάς του ακόμα και τη μνήμη. Με διάφορους τρόπους και μέσα από διαφορετικές υποπλοκές, καταλήγουμε στο τελευταίο μέρος που είναι η ταινία που δεν γύρισε ποτέ ο σκηνοθέτης. Αλλά υπάρχει όλη μέσα στο μυαλό του».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα