Ποιος θα πληρώσει τον πληθωρισμό;
Διαβάζεται σε 5'
Ο Οδυσσέας Κωνσταντινάκος, υποψήφιος Διδάκτορας Πολιτικής Οικονομίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο, γράφει στο NEWS 24/7 για ” τον πιο άδικο φόρο που υπάρχει”, τον πληθωρισμό.
- 03 Απριλίου 2026 13:37
Τα τελευταία δεξαμενόπλοια πετρελαίου και υγροποιημένου αερίου από τη Μέση Ανατολή θα φτάσουν στην Ευρώπη περίπου στα μέσα Απριλίου. Πρόλαβαν να περάσουν από τα στενά του Χορμούζ πριν εκείνα κλείσουν.
Τα χειροτέρα λοιπόν στην οικονομία είναι μπροστά μας, όχι πίσω. Αναμένουμε ότι το ενεργειακό κόστος θα αυξηθεί περεταίρω και οι εφοδιαστικές αλυσίδες θα επιβαρυνθούν με οικονομικές απώλειες, αυξήσεις ασφαλίστρων και διαδικαστικές δυσλειτουργίες λόγω του πολέμου και της ευρύτερης αβεβαιότητας. Κράτη ανά τον κόσμο λαμβάνουν ήδη μέτρα για να συγκρατήσουν τις πληθωριστικές πιέσεις που έρχονται.
Περιορισμοί στην κατανάλωση ενέργειας, συστάσεις εξοικονόμησης ενέργειας στα νοικοκυριά, μειωμένο ωράριο κίνησης ΜΜΜ ακόμη και χαμηλότερα όρια ταχύτητας για τα αυτοκίνητα.
Δυστυχώς δεν υπάρχουν εύκολες λύσεις. Η ενέργεια είναι το οξυγόνο της παγκόσμιας οικονομίας.
Στην ασύμμετρη απειλή του πληθωρισμού, οι κεντρικές τράπεζες δεν θα διστάσουν να ανεβάσουν τα επιτόκια δανεισμού. Πρόκειται για μια λογική κίνηση βάση του καταστατικού της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, πλην όμως οδυνηρή: υψηλότερα επιτόκια σημαίνει μεγαλύτερο κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Οι επενδύσεις θα μειωθούν, καθώς το χρήμα επί πιστώσει θα γίνει πιο ακριβό και η αβεβαιότητα θα αποθαρρύνει τους επενδυτές.
Τα νοικοκυριά, αντίθετα, θα πληρώσουν τον λογαριασμό. Ο πληθωρισμός είναι ο φόρος των φτωχών. Εκείνοι που δεν φταίνε σε τίποτα, εκείνοι που το εισόδημά τους καταναλώνεται στον βιοπορισμό, θα δουν το κόστος ζωής να αυξάνεται μέσα από την ακρίβεια στα αγαθά, στη μετακίνηση, στα ενοίκια και στα στεγαστικά δάνεια.
Εδώ έχουμε την παράδοξη πρόκληση αυτής της συγκυρίας. Ο πληθωρισμός που έρχεται δεν πηγάζει από αλόγιστες δαπάνες και αυξήσεις μισθών, αλλά από ένα γεωπολιτικό σοκ που εκτοξεύει τις τιμές της ενέργειας.
Η ΕΚΤ θα δράσει αντανακλαστικά για να συγκρατήσει τις προσδοκίες αύξησης τιμών, με την ελπίδα ότι οι εθνικές κυβερνήσεις θα προστατέψουν τους πολίτες από την ακρίβεια. Έχουμε ήδη όμως αυξημένα δημόσια χρέη στην Ευρώπη και άρα περιορισμένο δημοσιονομικό χώρο για τη στήριξη της οικονομίας. Το πολιτικό και οικονομικό κόστος θα είναι τεράστιο και στην περίπτωση που οι κυβερνήσεις δεν παρέμβουν αποφασιστικά.
Η Ευρώπη εδώ και χρόνια υποφέρει από ισχνή ανάπτυξη· ένα ακόμη πληθωριστικό σοκ θα δυσχεράνει περισσότερο την αναπτυξιακή δυναμική της γηραιάς ηπείρου, θα περιορίσει την κατανάλωση και μπορεί να προκαλέσει ακόμη και ύφεση με κλείσιμο επιχειρήσεων και αύξηση της ανεργίας. Τότε η δεκαετία που διανύουμε θα μοιάζει ίδια και χειρότερη με τη δεκαετία του 70 και την κρίση του στασιμοπληθωρισμού.
Ας σκιαγραφήσουμε την ιδανική πολιτική διαχείριση αυτής της κρίσης, αν υποθέσουμε ότι έχουμε ελευθερία κινήσεων. Θα χρειαζόμασταν νέες πηγές ενέργειας, ώστε να απεμπλακούμε το συντομότερο δυνατό από τα ορυκτά καύσιμα της Μέσης Ανατολής. Θα θέλαμε επίσης ελέγχους τιμών σε βασικά αγαθά και ενοίκια, για να αποφύγουμε κερδοσκοπικές πρακτικές.
Επίσης, έκτακτα δημοσιονομικά μέτρα στήριξης με εισοδηματικά κριτήρια — δεν χρειάζονται όλοι την ίδια βοήθεια από το κράτος. Οι εθνικές κυβερνήσεις πρέπει να στοχεύσουν με ακρίβεια, ώστε να αποσυμπιέσουν το κόστος που θα επιφέρει η αύξηση των τιμών ενέργειας, η ακρίβεια και η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού. Στη διεθνή πολιτική, θα θέλαμε μια βιώσιμη ειρήνη στη Μέση Ανατολή που θα επαναφέρει τις τιμές ενέργειας σε λογικά επίπεδα. Πόσο απέχουμε από το ιδανικό αυτό σενάριο;
Δυστυχώς, έχουμε μόνο κακές και λιγότερο κακές επιλογές. Το μέγιστο πρόβλημα αυτή τη στιγμή είναι η αδυναμία συντονισμού και η κακοφωνία. Η Ευρώπη δεν έχει πρωτοβουλία κινήσεων, ούτε την επιθυμία να εμπλακεί στρατιωτικά στη Μέση Ανατολή. Ακόμη και αν έμπαινε στον πειρασμό, μικρό αποτέλεσμα θα είχε στην επερχόμενη πληθωριστική κρίση, διότι δεν είμαστε ενεργειακά αυτόνομοι και άρα είμαστε ευάλωτοι σε ενεργειακές κρίσεις. Βραχυπρόθεσμα τουλάχιστον θα αυξήσουμε την αγορά αμερικανικής ενέργειας — η χώρα μας πρωτοστατεί ήδη σε αυτήν την κατεύθυνση. Προτιμάμε τις εισαγωγές ενέργειας από τις ΗΠΑ και την οικολογική καταστροφή των εξορύξεων, αντί να επιταχύνουμε τις ΑΠΕ.
Το κεντρικό ερώτημα για την ελληνική κυβέρνηση είναι αν θα διαβεί τον Ρουβίκωνα της κάθετης κρατικής παρέμβασης για να θέσει όρια στην αύξηση των τιμών. Αν δεν το κάνει, κινδυνεύει με ένα κερδοσκοπικό ράλι τιμών ίσως χειρότερο από αυτό του 2022–23. Πρακτικά, μια πολιτική ελέγχου τιμών στην οικονομία είναι τεχνικά δύσκολη διότι απαιτεί ακρίβεια στις παρεμβάσεις και γρήγορα αντανακλαστικά στον έλεγχο.
Η ελληνική δημόσια διοίκηση δεν φημίζεται για αυτές τις ποιότητες. Για τους οπαδούς της φιλελεύθερης οικονομικής σκέψης, ο έλεγχος τιμών είναι αμαρτία. Και πολιτικά μιλώντας, η Νέα Δημοκρατία θα διστάσει να συγκρουστεί με τον πανίσχυρο κλάδο των σουπερμάρκετ και με την τάξη των μεγάλων ιδιοκτητών ακινήτων που αποτελεί παραδοσιακή δεξαμενή ψηφοφόρων.
Το πιθανότερο είναι η κυβέρνηση Μητσοτάκη να ακολουθήσει μια προσέγγιση «βλέποντας και κάνοντας», με έκτακτα μέτρα στήριξης, μικρά επιδόματα ενέργειας και μισθολογικές αυξήσεις με το σταγονόμετρο. Φοβάται τα μεγάλα ελλείμματα στον προϋπολογισμό που θα ανησυχήσουν τις αγορές και μπορούν να αυξήσουν το κόστος αποπληρωμής του υπέρογκου χρέους μας. Η κυβέρνηση θα κριθεί, ωστόσο, από το πολιτικό θάρρος — ή την απουσία αυτού — να παρέμβει αποφασιστικά στην οικονομία και να ελέγξει τις τιμές. Ο Σάντσες στην Ισπανία έδειξε τον δρόμο με το πάγωμα των ενοικίων. Μπορεί η δική μας κυβέρνηση να κάνει κάτι αντίστοιχο;
Ο πληθωρισμός είναι ο πιο άδικος φόρος που υπάρχει: δεν τον ψηφίζει κανείς, δεν τον υπογράφει κανείς, αλλά τον πληρώνουν πάντα οι ίδιοι. Εκείνοι που δεν έχουν υψηλούς μισθούς, αποταμιεύσεις, ακίνητα, ή πολιτικές διασυνδέσεις να τους προστατέψουν. Οι κυβερνήσεις μπορούν να επιλέξουν να δράσουν τώρα — με θάρρος και στοχευμένες παρεμβάσεις — ή να περιμένουν να ξεσπάσει η οργή στους δρόμους και τις κάλπες.
*Ο Οδυσσέας Κωνσταντινάκος είναι υποψήφιος Διδάκτορας Πολιτικής Οικονομίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο