Ο ΚΑΜΒΑΣ ΤΟΥ ΠΑΓΓΑΙΟΥ ΚΑΙ Ο ΧΡΥΣΟΣ ΣΤΟΥΣ ΒΡΑΧΟΥΣ
Στο Παγγαίο όρος συναντά κανείς ένα καμβά από μια άλλη χιλιετία, τον οποίο δυστυχώς καταστρέφουν οι χρυσοθήρες, όσο η επιστημονική κοινότητα τον αγνοεί.
Το Παγγαίο ήταν γνωστό από την αρχαιότητα για τον πλούτο του σε πολύτιμα μέταλλα.
Το όρος αποτέλεσε βασική πηγή πλούτου για διαδοχικούς λαούς. Ήδη από τον 5ο αιώνα π.Χ., τα θρακικά φύλα που κατοικούσαν στο Παγγαίο φαίνεται ότι γνώριζαν και εκμεταλλεύονταν τα μεταλλεύματα της περιοχής, ενώ αργότερα ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας αξιοποίησε τα μεταλλεία για να χρηματοδοτήσει την άνοδο της Μακεδονίας.
Ωστόσο, το Παγγαίο δεν αποτέλεσε μόνο τόπο εκμετάλλευσης, αλλά και έναν άτυπο καμβά πάνω στον οποίο διαφορετικοί πολιτισμοί άφησαν το αποτύπωμά τους.
Αυτή η φήμη του Παγγαίου, αιώνες αργότερα, φαίνεται πως συνέβαλε στην καταστροφή ορισμένων σχεδίων, χαραγμένων πάνω στον σκληρό γρανίτη και τον ασβεστόλιθο, γνωστών ως βραχογραφημάτων.
Τα έργα αυτά καταστρέφονται εδώ και χρόνια από χρυσοθήρες, οι οποίοι πιστεύουν ότι οδηγούν σε κρυμμένους θησαυρούς.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΙΣΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΒΡΑΧΟΥΣ ΤΟΥ ΠΑΓΓΑΙΟΥ
Τα βραχογραφήματα του Παγγαίου και της ευρύτερης περιοχής της Ανατολικής Μακεδονίας αποτελούν ένα σχεδόν άγνωστο κεφάλαιο της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς.
Παρότι έχουν παρατηρηθεί ήδη από τη δεκαετία του 1960, δεν έχει υπάρξει μέχρι σήμερα συστηματική επιστημονική έρευνα ή πλήρης χαρτογράφηση. Το κενό αυτό έχουν επιχειρήσει να καλύψουν κατά καιρούς μελετητές από διαφορετικά πεδία, χωρίς όμως να διαμορφωθεί ένα συγκροτημένο ερευνητικό πλαίσιο.
Ένας από αυτούς είναι ο Θεόδωρος Λυμπεράκης, ο οποίος έχει αφιερώσει χρόνια στη μελέτη των βραχογραφιών της Μακεδονίας και της Θράκης. Μέσα από τη δουλειά του, αναδεικνύεται ένα ευρύτερο δίκτυο βραχογραφημάτων που εκτείνεται πέρα από το Παγγαίο, στο Σύμβολο Όρος και στα βουνά της λεκάνης της Καβάλας.
«Τα βραχογραφήματα είναι μια τέχνη που συναντιέται σε όλο τον πλανήτη», λέει ο Λυμπεράκης στο NEWS 24/7.
«Παντού έχουν βρεθεί βραχογραφήματα, με διαφορετική τεχνική φυσικά, τα οποία εκφράζουν τις ανάγκες του ανθρώπου — είτε καλλιτεχνικές, είτε θρησκευτικές, είτε έστω την απλή ανάγκη να μείνει πίσω μια ανάμνηση από την ύπαρξή μας. Χαρακτηριστικό είναι ότι στα αρχαία βραχογραφήματα του Παγγαίου, πήγαν από πάνω βοσκοί και έγραψαν τα ονόματά τους. Είναι η ίδια ανάγκη με τον αρχαίο δημιουργό των βραχογραφιών, που τους ώθησε να αφήσουν το όνομά τους. Να τους θυμόμαστε».
Τα κοινά χαρακτηριστικά τους, όπως η τεχνοτροπία, τα θέματα και η χάραξη, υποδηλώνουν την ύπαρξη ενός ενιαίου πολιτισμικού πλαισίου, που συνδέεται με τα θρακικά φύλα της περιοχής, όπως οι Σάτρες και οι συγγενείς τους Πίερες.
«Ειδικά στην Ανατολική Μακεδονία, τα βραχογραφήματα του Παγγαίου, του Συμβόλου όρους, αλλά και των βουνών της λεκάνης (Κρυονέρι, Ζυγός και Βουνοχώρι) είναι παρόμοια», σχολιάζει ο Λυμπεράκης. «Εκφράζουν, δηλαδή, έναν ενιαίο τρόπο, ένα ενιαίο στυλ, που δείχνει ότι κατασκευάστηκαν από τους ίδιους ανθρώπους, από θρακικά φύλα τα οποία συμμετείχαν σε έναν κοινό πολιτισμό. Ίσως φαίνεται περίεργο, αλλά τα βραχογραφήματά μας μοιάζουν περισσότερο με αυτά της Νάξου και με εκείνα της Φεράρα στην Ιταλία. Τώρα, τι σχέσεις μπορεί να υπήρχαν μεταξύ των αρχαίων ανθρώπων ώστε να μοιάζουν τα βραχογραφήματά τους, δεν μπορώ να ξέρω».
ΤΑ ΑΤΥΠΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΗΣ ΠΕΤΡΑΣ
Η χρονολόγηση των βραχογραφημάτων παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα ανοιχτά ζητήματα. Επειδή βρίσκονται εκτεθειμένα στο φυσικό περιβάλλον, χωρίς να εντάσσονται σε σαφή γεωλογικά στρώματα, δεν μπορούν να χρονολογηθούν με συμβατικές αρχαιολογικές μεθόδους.
Οι εκτιμήσεις βασίζονται κυρίως σε συγκρίσεις: στα όπλα που απεικονίζονται, στις μορφές των ανθρώπων και στα σύμβολα. Κάποιες προσεγγίσεις τα τοποθετούν ακόμη και στη Νεολιθική εποχή, ενώ άλλες, όπως αυτή του γεωλόγου Λάζαρου Χατζηλαζαρίδη, τα εντάσσουν από την Εποχή του Σιδήρου έως τις αρχές των χριστιανικών χρόνων.
Το περιεχόμενό τους αποκαλύπτει έναν κόσμο βαθιά συνδεδεμένο με τη φύση και την επιβίωση. Ζώα, κυνηγοί, καβαλάρηδες, όπλα και άρματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανίζονται και πιο σύνθετες μορφές: καράβια που θυμίζουν μινωικές παραστάσεις, γεωμετρικά σχήματα άγνωστης σημασίας, ακόμη και μεταγενέστερες αποτυπώσεις από βυζαντινές γαλέρες μέχρι οθωμανικές μορφές.
Ο Λυμπεράκης έχει μερικές ενδιαφέρουσες θεωρίες σχετικά με τους σκοπούς των χαρακτών: «Απεικονίζουν ζώα που οι άνθρωποι κυνηγούσαν και σκότωναν. Ίσως φοβόντουσαν το πνεύμα τους και με αυτόν τον τρόπο ήθελαν να το εξευμενίσουν, ή να εξευμενίσουν θεότητες που σχετίζονταν με τα ζώα. Πιστεύω δηλαδή ότι έχουν θρησκευτική ή μαγική σημασία και δεν αποτελούν μόνο ανάγκη καλλιτεχνικής έκφρασης. Υπάρχουν και χριστιανικά βραχογραφήματα με σταυρούς, αλλά και μεσαιωνικά σύμβολα. Σε ένα βράχο στη Φτέρη υπάρχουν γαλέρες, προφανώς από κάποιον Βυζαντινό κάτοικο της περιοχής, ο οποίος είδε μια γαλέρα και του έκανε εντύπωση, την αποτύπωσε και τη ζωγράφισε».
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν ορισμένες τοποθεσίες όπου η βραχογραφία μοιάζει να λειτουργεί ως διαχρονικό στρώμα μνήμης. Στη λεγόμενη «Γραμμένη Πέτρα» και σε βράχους της περιοχής της Φτέρης, διαφορετικές εποχές συνυπάρχουν πάνω στην ίδια επιφάνεια. Ενδεικτικά παρακολουθούμε αρχαίες χαράξεις, μεσαιωνικά σύμβολα αλλά και νεότερες παρεμβάσεις. Η πέτρα μετατρέπεται έτσι σε ένα άτυπο αρχείο, όπου η ιστορία δεν διαγράφεται αλλά συναντάται προσθετικά.
ΟΙ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΧΡΥΣΟΘΗΡΕΣ
Η επιλογή των σημείων όπου βρίσκονται τα βραχογραφήματα δεν φαίνεται τυχαία. Συχνά εντοπίζονται σε υψώματα με ευρεία ορατότητα, πάνω από περάσματα και κοιλάδες. Αυτή η χωρική επιλογή ενισχύει την ερμηνεία ότι δεν πρόκειται μόνο για καλλιτεχνικές εκφράσεις, αλλά και για πρακτικές με συμβολικό ή τελετουργικό χαρακτήρα — πιθανώς συνδεδεμένες με το κυνήγι, τη λατρεία ή την ανάγκη επικοινωνίας με το υπερφυσικό.
Ωστόσο, πέρα από τα ερμηνευτικά ερωτήματα, το πιο επείγον ζήτημα είναι η επιβίωσή τους. Τα τελευταία χρόνια, πολλά από αυτά τα βραχογραφήματα έχουν καταστραφεί, είτε από ανθρώπινη παρέμβαση είτε από τη φυσική φθορά. Η δράση χρυσοθήρων, που χρησιμοποιούν ακόμη και εκρηκτικά στην αναζήτηση ανύπαρκτων θησαυρών, έχει οδηγήσει στην απώλεια σημαντικών μαρτυριών. Βράχοι που είχαν φωτογραφηθεί στο παρελθόν, σήμερα δεν υπάρχουν.
Παράλληλα, η απουσία θεσμικής μέριμνας είναι εμφανής. Πρωτοβουλίες όπως το Ελληνικό Κέντρο Βραχογραφίας, που δημιουργήθηκε στον Δήμο Φιλίππων, δεν είχαν συνέχεια. Σε αντίθεση με άλλες χώρες της Ευρώπης, όπως η Πορτογαλία, όπου τα βραχογραφήματα αποτελούν αντικείμενο πανεπιστημιακής έρευνας και οργανωμένης προστασίας, στην Ελλάδα παραμένουν στο περιθώριο.
Κι όμως, η αξία τους είναι διπλή: δεν αποτελούν μόνο τεκμήρια του παρελθόντος, αλλά και έναν ζωντανό τρόπο κατανόησης της σχέσης ανθρώπου και τοπίου. Η πέτρα εδώ δεν είναι απλώς υλικό, αλλά συνιστά έναν φορέα μνήμης.
Αν κάτι προκύπτει από την ιστορία των βραχογραφημάτων του Παγγαίου, είναι ότι η πολιτιστική κληρονομιά δεν χάνεται μόνο από τον χρόνο, αλλά κυρίως από την αδιαφορία.
Και ίσως η ουσιαστική διαφύλαξή τους να μπορούσε να ξεκινήσει όχι από την προστασία, αλλά από την γνώση.
Από την αναγνώριση δηλαδή ότι αυτά τα ίχνη δεν οδηγούν σε θησαυρούς κάτω από το έδαφος, αλλά σε κάτι πολύ πιο σπάνιο. Την κατανόηση της ανθρώπινου πολιτισμού μέσα στον χρόνο.