ΜΙΑ ΒΡΑΔΙΑ ΣΤΗΝ ΑΠΑΝΕΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ ΧΑΤΖΗ
Πήγαμε στη θρυλική μπουάτ Απανεμιά στην Πλάκα και ακούσαμε τον μοναδικό Κώστα Χατζή να ερμηνεύει τα σπουδαία του τραγούδια.
Η Πλάκα, ειδικά την άνοιξη, είναι ένας τόπος που σε μεταφέρει πίσω στον χρόνο. Τα στενά της σοκάκια, γεμάτα πέτρινα δάπεδα και χαμηλά σπίτια σαν σπιρτόκουτα, δημιουργούν την αίσθηση ενός ζωντανού λαβυρίνθου που κρύβει γωνιές γεμάτες μυστικά.
Τα λουλούδια στις αυλές και τα μπαλκόνια που μοσχομυρίζουν προσθέτουν μια ρομαντική, σχεδόν ονειρική αύρα, ενώ η κίνηση των ανθρώπων είναι ήρεμη και φιλική, κάνοντας κάθε βόλτα ανάμεσα στα σοκάκια μια απολαυστική εμπειρία. Είναι μια γειτονιά που συνδυάζει ιστορία, ζωντάνια και γοητεία, όπου ο χρόνος μοιάζει να κυλά πιο αργά και η Αθήνα του παρελθόντος αναδύεται σε κάθε γωνιά.
Οι μπουάτ είναι συνώνυμες σχεδόν με την Πλάκα. Ξεφύτρωσαν τη δεκαετία του ’60 μέσα σε χαμηλά σπίτια, όπου τα ενοίκια ήταν φθηνά και η δημιουργικότητα μπορούσε να αναπτυχθεί ανεμπόδιστα. Εκεί, ανάμεσα σε φοιτητές, νέους και παρέες από 16 έως 30 ετών, η μουσική γινόταν συνάντηση και κοινή εμπειρία, με δυο κιθάρες, ακορντεόν, πιάνο, και έναν ερμηνευτή. Η λέξη «μπουάτ» προέρχεται από τη γαλλική boîte, που σημαίνει «κουτί», και αυτό ακριβώς αποτύπωνε την αίσθηση του χώρου: μικρός, οικείος, σαν κουτάκι.
Στην οδό Θόλου, ανάμεσα σε πέτρινα πεζούλια και λιθόστρωτα σοκάκια της Πλάκας, βρίσκεται η θρυλική μπουάτ Απανεμιά, ένας χώρος που ακόμη και σήμερα μοιάζει αλώβητος από τον χρόνο. Μοιάζει με ένα αυθεντικό μουσικό καταφύγιο, όπου η ιστορία συναντά την καθημερινότητα και κάθε τοίχος φέρει την ανάσα δεκαετιών δημιουργίας. Ξεκίνησε το 1963 από τον ηθοποιό Αρτέμη Μάτσα ως στέκι καλλιτεχνών και πήρε τη μορφή μπουάτ το 1964 από τον Σπύρο Καμπάνη με τη βοήθεια της Μαίρης Δαλάκου, έγινε γρήγορα σημείο συνάντησης για καλλιτέχνες και νέους λάτρεις της μουσικής. Ήταν ένας από τους χώρους που γεννήθηκε το ελληνικό Νέο Κύμα.
Είχα να πάω στην Απανεμιά από τη δεκαετία του 1990. Δεν ξέρω γιατί δεν ξαναπήγα από τότε. Τώρα που ξαναπήγα με αφορμή τον Κώστα Χατζή, τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ήταν όλα όπως τότε και μάλλον όπως πάντα. Χαμηλός φωτισμός, χαμηλά καθίσματα, μικροσκοπικά τραπεζάκια, κιλίμια στους τοίχους και πολλές φωτογραφίες με ποιητές και μουσικούς, αλλά και εκδόσεις βιβλίων. Ο Σεφέρης, ο Ελύτης, ο Καβάφης, ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις, ο Τσιτσάνης και πολλοί πολλοί άλλοι. Η ατμόσφαιρα οικεία και ζεστή, το κοινό έμοιαζε με μια μεγάλη παρέα.
Κώστας Χατζής, ο βραχνός τροβαδούρος
Ο Κώστας Χατζής εμφανίζεται και κάθεται σε απόσταση αναπνοής από εμάς, κρατώντας την κιθάρα του. Ο βραχνός τροβαδούρος, που ξεκίνησε τη διαδρομή του από τη Λιβαδειά το 1936 και μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια, αλλά και τη μουσική, τραγούδησε τη ζωή, τη φυλή του και τα ανθρώπινα δικαιώματα για πάνω από εξήντα πέντε χρόνια.
Η φωνή του, βαθιά και μελαγχολική, αλλά ταυτόχρονα γεμάτη ζωντάνια. Για να σπάσει τον πάγο, ξεκίνησε με το χαρακτηριστικό του «ηλικιακό» αστείο: «Είμαι 51 στα 50, είναι περίεργο αλλά συμβαίνει!». Και μετά, κάθε νότα, κάθε μπαλάντα, έμοιαζε να κυλάει αβίαστα μέσα στον χρόνο.
Ο Κώστας Χατζής αποτελεί μια μοναδική περίπτωση στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού. Με την κιθάρα και την ιδιότυπη φωνή του υπήρξε ουσιαστικά ο πρώτος που “έφερε” στις μπαλάντες το κοινωνικό περιεχόμενο. Πολλά από τα τραγούδια του έχουν μείνει κλασικά: «Σύνορα η αγάπη δε γνωρίζει», «Δε βαριέσαι αδελφέ», «Κι ύστερα», «Η αγάπη όλα τα υπομένει» και τόσα άλλα. Τη βραδιά αυτή στην Αμανεμιά δεν άφησε τραγούδι να μην πει, με το κοινό να τον συνοδεύει σε κάθε νότα.
Είναι πραγματικά συγκινητικό να τον βλέπεις. Σχεδόν 90 ετών, το βλέμμα του μοιάζει ανοιχτό και ζωντανό, σαν να ανήκει σε νέο άνθρωπο, καθώς τραγουδά με το ίδιο πάθος και αλήθεια που τον συνόδευε όλα αυτά τα χρόνια. Στην Απανεμιά δεν ακούγoνται ούτε φλυαρίες, ούτε θόρυβος, μόνο η φωνή του που γεμίζει τον χώρο.
Τα κινητά που “ανοίγουν” είναι ευτυχώς ελάχιστα, ο χρόνος μοιάζει να έχει παγώσει, σαν να ζεις σε μια εποχή πριν από την ψηφιακή τεχνολογία, όπου κάθε νότα και κάθε βλέμμα καταγράφονται αποκλειστικά στη μνήμη σου. Κάθε τραγούδι, κάθε στίχος μια γέφυρα ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, και εσύ είσαι εκεί, μέρος αυτής της ζωντανής ιστορίας, αθόρυβα μα γλυκά συνεπαρμένος.
Και τότε καλεί την κόρη του, τη Ντανιέλα και την συνοδεύει με την κιθάρα του. Οι δύο φωνές ενώνονται σε απόλυτη αρμονία, επικοινωνούν με τα μάτια, με τα χαμόγελα, με μικρές χειρονομίες που δείχνουν δεμένη οικογενειακή και καλλιτεχνική χημεία. Είναι μια στιγμή τόσο όμορφη και τόσο αρμονική.
Καθώς φτάνει το διάλειμμα, ο μαέστρος Γιώργος Παλαιοκαστρίτης κάθεται στο πιάνο και συνοδεύει τη Ντανιέλα, προσθέτοντας έναν λυρικό και εκφραστικό ήχο. Και λίγο αργότερα, ο Κώστας Χατζής επιστρέφει. Τραγουδάει τα τραγούδια που έχουν γραφτεί για αυτόν από μεγάλους συνθέτες, δίνοντας ζωή στις νότες με την εμπειρία και το πάθος μίας ζωής.
Ο επίλογος φτάνει με το αγαπημένο «Απ’ το Αεροπλάνο (Σαν με κοιτάς από ψηλά)», και όλοι, καλλιτέχνες και κοινό, γίνονται ένα: οι φωνές ενώνονται, τα χαμόγελα διασταυρώνονται, και η μαγεία της μουσικής γεμίζει την Απανεμιά, αφήνοντας μια αίσθηση απόλυτης πληρότητας και συγκίνησης.