ΟΣΑ ΕΙΔΑ ΣΤΗΝ ΠΛΗΓΩΜΕΝΗ ΒΕΝΕΖΟΥΕΛΑ
Στην μετα – Τραμπ Βενεζουέλα λίγα έχουν αλλάξει στην καθημερινότητα του πολίτη, που εξακολουθεί να ελπίζει για αλλαγή. Πληθωρισμός, εξουθένωση, υποδομές και δίκτυα χωρίς συντήρηση εξακολουθούν να ταλανίζουν όσους Βενεζουελάνους έχουν μείνει στην χώρα. Βρέθηκα στην Βενεζουέλα και αυτά είναι μερικά από όσα μου έκαναν εντύπωση.
Κάποιοι έχουν την Βενεζουέλα στο μυαλό τους ως έναν τροπικό παράδεισο με παραλίες σαν αυτές που περιλαμβάνονται στις φωτογραφίες επιτοίχιων ημερολογίων.
Άλλοι, ως μια πολύ πλούσια χώρα – λόγω των κοιτασμάτων πετρελαίου- που κάποτε μάλιστα της χάρισαν τον τίτλο της «Σαουδική Αραβίας της Λατινικής Αμερικής».
Οι ίδιοι οι Βενεζολάνοι όμως που ζουν αυτή την στιγμή στην χώρα θα προτιμήσουν τις λέξεις : περίπλοκη και δύσκολη. Και όχι άδικα.
Όταν η παγκόσμια κοινότητα συγκλονίστηκε από την σύλληψη του Νικολάς Μαδούρο και της συζύγου του, Σίλια Φλόρες από τις ΗΠΑ, ήταν σχεδόν ακατανόητο στους περισσότερους η τεράστια έκρηξη χαράς από τους Βενεζουελάνους του εξωτερικού την στιγμή που στο εσωτερικό της χώρας οι μόνες διαδηλώσεις που εκδηλώνονταν ήταν υπέρ του Μαδούρου.
Όλα όμως σε αυτή την τόσο πληγωμένη χώρα έχουν πολλές αναγνώσεις και κυρίως, είναι πολύ πιο σύνθετα από όσα μπορούμε να αντιληφθούμε παρακολουθώντας τα τεκταινόμενα από απόσταση εξωτερικού παρατηρητή.
Είχα την τύχη να βρεθώ στην Βενεζουέλα και αυτά είναι μερικά από όσα είδα και άκουσα που μου έκαναν εντύπωση.
ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΟΥ ΚΑΡΑΚΑΣ
Οι πόλεις στην Βενεζουέλα είναι πολύβουες. Ο κόσμος και οι ήχοι (φωνές, μουσικές, κορναρίσματα) είναι πολλοί και παντού. Στο Καράκας, την πρωτεύουσα της χώρας, όλα αυτά βρίσκονται σε υπερθετικό βαθμό. Παλιά λεωφορεία, μηχανάκια, πλανόδιοι δημιουργούν ένα συνονθύλευμα εικόνων και ήχων που σε καθιστά συνεχώς σε επιφυλακή όταν είσαι στους δρόμους. Τουλάχιστον δεν υπάρχει η εγκληματικότητα για την οποία κάποτε το Καράκας ήταν διαβόητο. Στους δρόμους κυκλοφορείς πιο άνετα, ακόμα και κρατώντας το κινητό σου. «Έχουν μεταναστεύσει ακόμα και οι εγκληματίες που είχαμε» μου είπαν πολλοί.
Το Καράκας μοιάζει να συνεχίζει να κινείται με φρενήρεις ρυθμούς, ακριβώς όπως και πριν την 3η Ιανουαρίου, την ημέρα της απαγωγής του προεδρικού ζεύγους. Ο κόσμος είναι απορροφημένος στα καθημερινά προβλήματα και στις αγωνίες, για τις οποίες κανείς δεν έχει λύση.
Παρόλα αυτά, οι Βενεζουελάνοι μου λένε ότι βλέπουν μια ελπίδα. Μπορεί να μην ακούγονται – γιατι φοβούνται να μιλήσουν δημόσια- αλλά πολλοί είναι αυτοί που καθημερινά αδημονούν να έρθει η πολυπόθητη μετάβαση. Έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους στο ότι έστω και έτσι – με την παρέμβαση και τον έλεγχο των ΗΠΑ- επιτέλους θα δουν κάποια βελτίωση στην καθημερινότητά τους και ας μην έχει αλλάξει απολύτως τίποτα τους τελευταίους τρεις μήνες.
Μπορεί να έχουν γίνει κάποιες απελευθέρωσεις πολιτικών κρατουμένων και να έχουν αρθεί κάποιες κυρώσεις των ΗΠΑ, όμως στην καθημερινότητά του ο μέσος Βενεζουελάνος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει έναν καλπάζων πληθωρισμό, κακές υποδομές και κακή ποιότητα ζωής.
Στους δρόμους του Καράκας δεν βρέθηκα για πολλές μέρες. Όμως ήταν αρκετές για να καταλάβω το γιατί ο κόσμος δεν εκφράζεται εύκολα δημόσια για την πολιτική κατάσταση της χώρας. Μια μικρή πτυχή του ζητήματος βρίσκεται στους τοίχους, εκεί όπου συνήθως περιμένει κανείς ότι εκτονώνεται αυθόρμητα ο λαός.
Την αντίθεση ανάμεσα στις θεόρατες εργατικές κατοικίες και τα χαμόσπιτα, γεφυρώνει μια ενιαία αισθητική στους τοίχους της πόλης. Πάντου, πολύχρωμα καλοφτιαγμένα γκράφιτι ντύνουν τις κεντρικές λεωφόρους, τους δρόμους και τις γειτονιές της πόλης.
Κάποια αποτυπώνουν ιστορικές στιγμές του Απελευθερωτή της Λατινικής Αμερικής, Σιμόν Μπολίβαρ, άλλα αποτίνουν φόρο τιμής στον θανόντα «Κομαντάντε» και τέως πρόεδρο της Βενεζουέλας, Ούγκο Τσάβες, και πολλά περιλαμβάνουν αποφθέγματα του Νικολάς Μαδούρο και συνθήματα υποστηριξης που συνοδεύονται από τη μορφή του.
Τεράστιες διαφημιστικές πινακίδες στους αυτοκινητόδρομους (billboards) φιλοξενούν φωτογραφίες του προεδρικού ζεύγους αγκαλιασμένο με το hashtag #BringThemBack, ενώ αντίστοιχα σε πολλές γωνιές της πόλης το hashtag κυριαρχεί παντού όπως και γκράτιφι με τις φράσεις: «Μαδούρο σε αγαπάμε», «Τσάβες και Μαδούρο για πάντα».
Όσο και αν έψαχνα με το βλέμμα μου δεν υπήρχε πουθενά, καμία άλλη πολιτική έκφραση. Καμία αφίσα άλλου κόμματος. Κανένα γκράφιτι που να εκφράζει αντίδραση ή θυμό.
Ζώντας στο κέντρο της Αθήνας, μου φάνηκε περίεργο. Σαν να περπατούσα στην Πανεπιστημίου και τα μόνα γκράφιτι που να έβλεπα να ήταν καλοσχεδιασμένα murals που να γράφουν «Μητσοτάκη σε Αγαπάμε. Μητσοτάκης για πάντα» με προσωπογραφίες του.
Ρωτώντας ντόπιους, μου είπαν ότι εδώ και χρόνια είναι έτσι – δεν έχει να κάνει μόνο με τα πρόσφατα πολιτικά γεγονότα. Για δεκαετίες οι περισσότεροι φοβούνται να εκφράσουν δημόσια την πολιτική τους θέση, πολλοί έχουν κάποιο φίλο/συγγενή, κοντινό ή μακρινό που να ξέρουν ότι συνελήφθη για κάτι που είπε ή ακόμα για κάτι που πιθανόν να έγραψε σε κάποια προσωπική συνομιλία (όταν παραστρατιωτικές ομάδες βγαίνουν στους δρόμους ελέγχουν και τα κινητά).
Νιώθοντας ότι όλοι παρακολουθουνται, πώς να εκφράσει κανείς δημόσια σε αυτή την χώρα την αγανάκτηση και τον θυμό που όλοι εξόφθαλμα ψιθυρίζουν πίσω από κλειστες πόρτες;
Άλλωστε σε περίοπτη θέση στην πρωτεύουσα, βρίσκεται το «Ελικόιδε» (Helicoide), όπως μου έδειξαν. Το αρχιτεκτονικό κόσμημα της πόλης που έμελλε να γίνει το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο σε όλη την Λατινική Αμερική την δεκαετία του 50′, τελικά χρησιμοποιήθηκε από το καθεστώς του Τσάβες ως φυλακή πολλών πολιτικών κρατουμένων με πληθώρα καταγγελιών για βάναυσους βασανισμούς
«ΔΕΝ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΚΛΕΒΩ ΤΟΥΣ ΠΟΛΙΤΕΣ»
Ο βασικός μισθός ενός δημοσίου υπαλλήλου (όπως και μιας σύνταξης) στην Βενεζουέλα είναι 130 μπολίβαρ (το τοπικό νόμισμα), κάτι που αντιστοιχεί περίπου σε 0,2 δολάρια. Στον ιδιωτικό τομέα, αναλόγως με την διάθεση και την καλοσύνη του εργοδότη, οι εργαζόμενοι μπορούν να συμφωνήσουν σε έναν καλύτερο μισθό.
Τόσο οι δημόσιοι υπάλληλοι, όσο και οι συνταξιούχοι λαμβάνουν και ένα έξτρα επίδομα από το κράτος, το λεγόμενο Επίδομα Ενάντια στον Οικονομικό Πόλεμο (bono Contra la Guerra Económica) που ανέρχεται στα 150 δολάρια. Ταυτόχρονα, υπάρχουν και άλλα επιδόματα που δίνονται στον λαό μεταξύ αυτών, επιδόματα παιδιών, επιδόματα αναπηρίας, επιδόματα διατροφής κ.λπ. Κατα μέσο όρο, όπως μου μετέφεραν από την εμπειρία τους δημόσιοι υπάλληλοι, λαμβάνουν τελικά μαζί με τα επιδόματα περίπου 300 δολάρια μηνιαίως. Ένας μέσος Βενεζουελάνος χρειάζεται τουλάχιστον 800 δολάρια για τις βασικές του ανάγκες.
Πώς μπορεί έτσι λοιπόν να επιβιώνουν εργαζόμενοι του δημοσίου και συνταξιούχοι; Ήταν από τα βασικά ερωτήματα που είχα. Ρωτούσα όλους τους βενεζολάνους που συνάντησα σε όλη την χώρα προσπαθώντας να καταλάβω, πως είναι εφικτό να «βγαινει» ο μήνας.
Οι απαντήσεις είναι δύο: πολλαπλές δουλειές ή εμβάσματα από το εξωτερικό από τους συγγενείς που έχουν μεταναστεύσει και βοηθούν (συντηρούν ουσιαστικά) την οικογένεια τους που βρίσκεται πίσω στην Βενεζουέλα.
«Ζούμε για να δουλεύουμε» άκουσα από ανθρώπους που κάνουν δύο και τρεις δουλειές για να τα βγάλουν πέρα. Μια νοσοκόμα σε δημόσια κλινική χρειάζονταν να δουλεύει και ιδιωτικά αλλά και ως βοηθός κομμώτριας για να τα βγάζει πέρα, μια κοινωνική λειτουργός δούλευε ταυτόχρονα και στο δημόσιο αλλά και σε τρεις ΜΚΟ για να συμπληρώσει το εισόδημά της κ.ο.κ.
Αυτός ήταν ο έντιμος τρόπος. Υπάρχουν όμως και άλλοι, που για γραφειοκρατικά ζητήματα σου ζητούν δωροδοκία εκατοντάδων δολαρίων, απλώς για να κάνουν την δουλειά τους – υποτίθεται πιο γρήγορα. Ή για να μην σε ενοχλήσουν. Αυτό ειδικά ισχύει για την εθνοφρουρά που ανα λίγα χιλιόμετρα έχει μπλόκα και ελέγχει τα διερχόμενα οχήματα. Είναι γνωστό πως αν ένας από τους ένοπλους φρουρούς θέλει, μπορεί να σε καθυστερήσει με διάφορες δικαιολογίες κάνοντας πολύωρους «ελέγχους» και απλώς περιμένοντας την δωροδοκία.
«Δεν ήθελα να κλέβω τους πολίτες» μου είπε ένας πρώην λοχαγός της εθνοφρουράς, ο οποίος βλέποντας το πως αναγκάζονταν οι συνάδελφοί του να εκβιάζουν με αυτόν τον τρόπο τους πολίτες, παραιτήθηκε από το σώμα. Τον συνάντησα στην Κολομβία, όπου είχε μεταναστεύσει τα τελευταία έξι χρόνια, καθώς δεν μπορούσε πλέον να αντέξει τις συνθήκες ζωής στην Βενεζουέλα.
«Αν έχεις να πληρώσεις ενοίκιο και σουπερμάρκετ ενώ ο μισθός σου είναι μερικά δολάρια, πως θα βρεις τα άλλα 500 δολάρια που θα σου λείπουν; Γιαυτό πολλοί δημόσιοι υπάλληλοι στρέφονται σε εκβιασμούς για να ζήσουν την οικογένειά τους» εξηγεί, «Εγώ μπήκα στον στρατό με την ελπίδα να προστατεύσω τους πολίτες, αρνούμουν να εκβιάσω. Η οικογένειά μου όμως αναγκάζονταν επί μέρες να τρώει φακόρυζο ή σκέτες αρέπας (τοπικά πιτάκια καλαμποκάλευρου) γιατι ο μισθός μου δεν έφτανε» μου έλεγε με θλίψη εξηγώντας το γιατί μετανάστευσε.
ΜΕ ΔΟΛΑΡΙΑ, ΜΠΟΛΙΒΑΡ ΚΑΙ ΠΕΣΟΣ
Η ζωή στην Βενεζουέλα είναι μια καθημερινή άσκηση χρηματοοικονομικών. Αν κάτι κυριαρχεί σε κάθε συζήτηση μεταξύ Βενεζουελάνων σε καθημερινή βάση, είναι τα λεφτά.
Μπήκαν τα επιδόματα της κυβέρνησης στον λογαριασμό; Πόση είναι η ισοτιμία του δολαρίου σήμερα; Αξίζει να αγοράσουμε μπολίβαρ ή δολάρια από την μαύρη αγορά ή να περιμένουμε την επόμενη μέρα; Και σε όλα αυτά προστίθεται μια καθημερινή εξουθενωτική διαδικασία σκέψης για την κάθε μικρή αγορά.
Θα προσέξατε ότι συχνά αναφέρομαι σε δολάρια. Αυτό γίνεται γιατί ακόμη και η τιμολόγηση στα προϊόντα των πλανόδιων που πουλάνε φρούτα στην άκρη του δρόμου ή χοτ ντογκ σε μικρές καντίνες, γίνεται σε δολάρια. Και αυτό γιατι καθημερινά το τοπικό νόμισμα, το μπολίβαρ, χάνει αξία. Έτσι, στην πραγματικότητα οι τιμές των προϊόντων σε μπολίβαρ, αλλάζουν καθημερινά. Βλέπεις δηλαδή την τιμή ενός προϊόντος στα 2 δολάρια στο ράφι, αλλά σε περίπτωση που θες να το αγοράσεις σε μπολίβαρ, θα έχει διαφορετική τιμή σήμερα (μάλλον ακριβότερη) από ότι χθες, και είναι θα φθηνότερο από ότι αύριο.
Πέρα από δολάρια και μπολίβαρ που κυκλοφορούν ευρέως στις αγορές, όσο πλησιάζουμε σε περιοχές που βρίσκονται κοντά στα σύνορα της Κολομβίας η κατάσταση περιπλέκεται αφού στις συναλλαγές προστίθενται και τα κολομβιανά πέσος, τόσο σε ταμπελάκια όσο και στα νομίσματα που κυκλοφορούν. Στις τσέπες έχεις τρια διαφορετικά νομίσματα και κάθε αγορά μετατρέπεται σε ένα δίλημμα: Να αγοράσω σε μπολίβαρ ή σε πέσος; Μήπως πέσει λίγο το κολομβιανό και με συμφέρει να αγοράσω αύριο;
Προς το παρόν, τους τελευταίους δύο μήνες δεν έχει αλλάξει τίποτα στην τσέπη αλλά και στις καθημερινές αυτές δυσκολίες των Βενεζουελάνων. Ο πληθωρισμός συνεχίζει, οι διακοπές ρεύματος και νερού έχουν μειωθεί αλλά εξακολουθούν να σημειώνονται. Οι ηλεκτρονικές συσκευές συχνά χαλούν λόγω των διακοπών ρεύματος. Σε εξαιρετικά θερμές περιοχές και λίγες μόνο ώρες διακοπής μπορούν να δυσκολέψουν τους πολίτες που έχουν συνηθίσει να ζουν με το κλιματιστικό. Για να έχουν συνεχή ροή νερού έχουν εφεύρει διάφορες πατέντες με αντλίες για να φτάνει το νερό σε δεξαμενές στα σπίτια με πίεση γιατι οι υποδομές είναι προβληματικές.
Η μόνη αλλαγή που έχουν παρατηρήσει οι πολίτες, αφορά το πετρέλαιο. Από τον Ιανουάριο οι τεράστιες πολύωρες ουρές που γίνονταν για καύσιμα στα πρατήρια – ένας πολίτης μπορεί να περίμενε ακόμα και 8 ώρες για να γεμίσει το ντεπόζιτο του αυτοκινήτου του με βενζίνη- έχουν σταματήσει και πολλά βενζινάδικα στην επαρχία που έχουν κλείσει, φαίνεται σιγά σιγά να αποκτούν νέα ζωή.
ΑΝΑΜΕΝΩΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ
Όσο ο λαός κινείται «στον αυτόματο», οι σκέψεις του βρίσκονται στην επόμενη μέρα, στις εκλογές που αναμένονται να έρθουν. Η αντιπρόεδρος, Ντέλσυ Ροντρίγκεζ, ανέλαβε την προεδρία μετά την απομάκρυνση του Μαδούρο για 90 ημέρες και πλέον έχουν περάσει πάνω από 100 χωρίς να έχουν προκηρυχθεί νέες εκλογές.
Σε κάθε περίπτωση, οι Βενεζολάνοι εξακολουθούν να ελπίζουν. Για πρώτη φορά μετά από χρόνια σημειώθηκαν οργανωμένες διαδηλώσεις από την αντιπολίτευση σε πολλές πόλεις ταυτόχρονα, με αφορμή τις δηλώσεις της προσωρινής προέδρου Ροντρίγκεζ για τον βασικό μισθό. Πιο συγκεκριμένα, στις 9 Απριλίου ανακοίνωσε ότι την Πρωτομαγιά θα αυξηθεί ο κατώτατος μισθός, αποφεύγοντας να διευκρινίσει το ποσό. Την επόμενη μέρα οργανώθηκαν διαδηλώσεις σε όλη την χώρα σε κεντρικές πλατείες μεγάλων πόλεων για να διαμαρτυρηθούν πολίτες και εργατικά σωματεία.
«Είχαμε να δούμε τέτοιες διαδηλώσεις πολύ καιρό. Και κοίτα τους αστυνομικούς, κάθονται μακριά, δεν παρεμβαίνουν» άκουγα πολίτες να ψιθυρίζουν έκπληκτοι, από τα απέναντι πεζοδρόμια από τα οποία παρακολουθούσαν μια μικρή συγκέντρωση σε μια μεγάλη πόλη της Βενεζουέλας.
Στην πληγωμένη Βενεζουέλα ο κόσμος συνεχίζει να ψάχνει να πιαστεί από όλα όσα μπορούν να του δώσουν έστω ένα φως για μια καλύτερη ζωή, σαν αυτή που είχαν γνωρίζει δεκαετίες πριν. Χάρη στην ανθεκτικότητά τους οι Βενεζουελάνοι έχουν προσαρμοστεί στις αντιξοότητες την στιγμή που επί δεκαετίες παίζονται πολιτικά παιχνίδια εις βάρος τους και ο φυσικός πλούτος της χώρας γίνεται λάφυρο προς διεκδίκηση. Έχουν όμως κουραστεί.Το μόνο που θέλουν είναι μια αλλάγη. Και γρήγορα.