Μπουρκίνα Φάσο: Το τέλος της υπομονής

Διαβάζεται σε 14'
Μπουρκίνα Φάσο: Το τέλος της υπομονής
Μπουρκίνα Φάσο: Το τέλος της υπομονής Φραγκίσκα Μεγαλούδη

Η Μπουρκίνα αντιμετωπίζει τόσο τρομοκρατικές ομάδες όσο και μια ευρύτερη προσπάθεια αποσταθεροποίησης. Μια βιωματική καταγραφή της πραγματικότητας.

Η πρώτη μου αίσθηση από τη Μπουρκίνα, όταν έφτασα εκείνο το πρωινό του 2022, ήταν ότι η υπομονή είχε τελειώσει. Στη χώρα επικρατούσε ένας υπόκωφος αναβρασμός. Μέσα στη φτώχεια και στα ερείπια ένιωθες πως υπήρχε κάτι που δεν είχε ειπωθεί. Το κατάλαβα τη δεύτερη φορά που επέστρεψα, όταν ο Ιμπραχίμ Τραορέ ανέτρεψε τον Νταμίμπα και ανέλαβε την εξουσία, γεμάτος υποσχέσεις και ελπίδα.

Ποιο είναι όμως το μέλλον μιας χώρας που από τη δολοφονία του Σανκάρα το 1987 έζησε διαδοχικά καθεστώτα που, με τη στήριξη της Δύσης, έπνιγαν κάθε απόπειρα χειραφέτησης και βύθισαν τον λαό στην εξαθλίωση;

Μια χώρα που, σχεδόν 60 χρόνια μετά την ανεξαρτησία της, παραμένει από τις φτωχότερες στον πλανήτη και μέχρι το 2022 διέθετε μόλις 3.000 χιλιόμετρα ασφαλτοστρωμένων δρόμων – όταν το Βερολίνο μόνο ξεπερνά τα 5.400 χιλιόμετρα, δηλαδή σχεδόν 600 φορές μεγαλύτερη πυκνότητα οδικού δικτύου από ολόκληρη τη Μπουρκίνα.

Η αλήθεια είναι ότι τα γεγονότα της Μπουρκίνα δεν μπορούν να αναλυθούν μεμονωμένα. Η ισλαμιστική επέκταση στη Μπουρκίνα Φάσο αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης περιφερειακής σύγκρουσης που πλήττει την περιοχή του Σαχέλ και επηρεάζει το Μάλι, τον Νίγηρα, το Τσαντ και τμήματα της Νιγηρίας.

Η βία κλιμακώθηκε δραματικά το 2015, όταν ένοπλες ομάδες με αφετηρία το Μάλι ξεκίνησαν μια σειρά από επιθέσεις στη Μπουρκίνα, οδηγώντας σε ακόμη μεγαλύτερη αποσταθεροποίηση της περιοχής. Οι ομάδες αυτές δρούσαν σε μεγάλο βαθμό ανεμπόδιστα, παρά την έντονη στρατιωτικοποίηση του Σαχέλ και την παρουσία της γαλλικής επιχείρησης Barkhane.

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Μπουρκίνα Φάσο, το Μάλι και ο Νίγηρας συγκεντρώνουν πλέον πάνω από το 43% όλων των παγκόσμιων θανάτων που συνδέονται με εξτρεμιστική βία – ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό για μία μόνο γεωγραφική περιοχή.

Παράλληλα με την τρομοκρατία, για χρόνια εξελισσόταν ένα άλλο, λιγότερο ορατό πεδίο πολέμου: το εμπόριο κοκαΐνης και μεθαμφεταμινών. Υπολογίζεται ότι σχεδόν το ένα τρίτο της παγκόσμιας παραγωγής κοκαΐνης (εκτός ΗΠΑ) διέρχεται από τη Δυτική Αφρική για να καταλήξει στα ευρωπαϊκά λιμάνια. Περίπου 50 τόνοι τον χρόνο διοχετεύονται προς την Ευρώπη, μπροστά στα μάτια των λεγόμενων «αντιτρομοκρατικών επιχειρήσεων».

Μέχρι το 2021 οι επίσημες καταγραφές κατασχέσεων ήταν ελάχιστες – κάτω από 50 κιλά τον χρόνο. Ξαφνικά, το 2022 – μετά την αποχώρηση των γαλλικών στρατευμάτων και τις πολιτικές αλλαγές σε Μάλι, Μπουρκίνα και Νίγηρα – οι αριθμοί εκτοξεύονται: 868 κιλά κοκαΐνης συνολικά. Μόνο στη Μπουρκίνα κατασχέθηκαν και καταστράφηκαν 488 κιλά κοκαΐνης και 848 κιλά Tramadol.

Καθημερινή ζωή στη Μπουρκίνα Φάσο
Καθημερινή ζωή στη Μπουρκίνα Φάσο Φραγκίσκα Μεγαλούδη

Πολλοί έσπευσαν να ερμηνεύσουν αυτή την αύξηση ως ένδειξη έξαρσης του λαθρεμπορίου μετά την αποχώρηση των ξένων δυνάμεων. Όμως το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι γιατί αυξήθηκαν οι κατασχέσεις, αλλά γιατί ήταν σχεδόν ανύπαρκτες όσο οι Γάλλοι δήλωναν παρόντες. Τα στοιχεία αυτά δεν αποκαλύπτουν μια νέα πραγματικότητα· αποκαλύπτουν μια παλιά που επί χρόνια δεν καταγραφόταν. Όχι επειδή δεν υπήρχε, αλλά επειδή παρέμενε αόρατη.

Η επίσημη αφήγηση της Δύσης και της Γαλλίας ήταν πως η στρατιωτική παρουσία στο Σαχέλ αποσκοπούσε στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας. Ωστόσο, αν κάποιος θέλει πραγματικά να αποδυναμώσει την τρομοκρατία, ξεκινά από το βασικό ερώτημα: ποιος τη χρηματοδοτεί.

Οι απαγωγές και οι ληστείες δεν επαρκούν για να συντηρήσουν σύνθετα και οργανωμένα ένοπλα δίκτυα. Το εμπόριο ανθρώπων και ναρκωτικών αποτελεί μία από τις βασικές πηγές χρηματοδότησης – αλλά δεν είναι η μόνη.

Νεότερες έρευνες αμφισβητούν την απλουστευτική ιδέα ότι τα εξτρεμιστικά δίκτυα χρηματοδοτούνται κυρίως από τα ναρκωτικά. Έκθεση του 2023 από το Global Initiative Against Transnational Organized Crime (GI-TOC) και την ACLED δείχνει ότι η εξτρεμιστική οργάνωση Jama’at Nasr al-Islam wal Muslimin (JNIM) αντλεί σημαντικό μέρος των πόρων της από άτυπη φορολόγηση τοπικών πληθυσμών, «προστασία» κοινοτήτων, έλεγχο μετακινήσεων και συνεργασία με πολιτικούς διαμεσολαβητές – και όχι από τεράστια κέρδη διεθνών καρτέλ.

Αντίστοιχα, η UNODC (2023) επισημαίνει ότι, παρότι η Δυτική Αφρική αποτελεί σημαντικό διάδρομο διαμετακόμισης κοκαΐνης, τα τοπικά κέρδη είναι σχετικά περιορισμένα και συχνά καταλήγουν σε πολιτικά και παρακρατικά δίκτυα προστασίας. Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι η «τοπική αξία» από το πέρασμα κοκαΐνης στη Δυτική Αφρική ανέρχεται μόλις σε περίπου 40 εκατομμύρια δολάρια ετησίως – ποσό ανεπαρκές για να εξηγήσει το εύρος και τη διάρκεια των εξεγέρσεων.

Το γεγονός ότι επί χρόνια καταγράφονταν σχεδόν μηδενικές κατασχέσεις, σε μία από τις πιο ενεργές διαδρομές διακίνησης κοκαΐνης στον κόσμο, δεν μαρτυρά απουσία λαθρεμπορίου, αλλά απουσία πολιτικής βούλησης ή/και ικανότητας αντιμετώπισής του. Και τα νούμερα που εμφανίστηκαν μετά την αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων δεν δείχνουν έξαρση – δείχνουν αποκάλυψη.

Με άλλα λόγια, το «follow the money» δεν οδηγεί σε μικρούς λαθρέμπορους, αλλά σε ένα ευρύτερο πλέγμα πολιτικών χορηγών, μεσαζόντων και διεθνών δικτύων. Οι αυξημένες κατασχέσεις μετά το 2022 δεν σηματοδοτούν έκρηξη διακίνησης, αλλά πιθανή μεγαλύτερη διαφάνεια και αναδιάταξη του ποιος ελέγχει τους μηχανισμούς εποπτείας.

Αν οι αποστολές ασφαλείας ενδιαφέρονταν πράγματι για σταθερότητα, θα ξεκινούσαν από τη ρίζα του προβλήματος: τα οικονομικά δίκτυα που στηρίζουν την τρομοκρατία – όχι μόνο στο πεδίο, αλλά και στις διεθνείς διαδρομές και τις υπόγειες οικονομίες.

Αντί να ερμηνεύουμε τις κατασχέσεις ως ένδειξη αποσταθεροποίησης, ίσως ήρθε η ώρα να τις δούμε ως σημάδι μιας νέας πραγματικότητας: ότι, για πρώτη φορά, οι τοπικές αρχές διαθέτουν τον χώρο να χαράξουν και να εφαρμόσουν τη δική τους στρατηγική ασφάλειας, χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις.

Καρέ από τη Μπουρκίνα Φάσο
Καρέ από τη Μπουρκίνα Φάσο Φραγκίσκα Μεγαλούδη

Ένας πόλεμος χωρίς γραμμές: Τζιχαντιστές, κοινότητες και συγκρούσεις

Σήμερα, στη Μπουρκίνα Φάσο δρουν δύο κύριες τζιχαντιστικές οργανώσεις: η JNIM, ευθυγραμμισμένη με την Αλ Κάιντα, και το Islamic State in the Greater Sahara (ISGS), συνδεδεμένο με το Ισλαμικό Κράτος (ISIS).

Τα γεγονότα του Απριλίου 2026 στο Μάλι, με συντονισμένες επιθέσεις τζιχαντιστων σε μεγάλες πόλεις, τη δολοφονία υψηλόβαθμων κρατικών αξιωματούχων και τον εκτοπισμό χιλιάδων ανθρώπων, υπενθυμίζουν ότι η δυναμική της σύγκρουσης όχι μόνο δεν έχει ανακοπεί, αλλά παραμένει εξαιρετικά ρευστή σε ολόκληρη την περιοχή.

Οι ομάδες αυτές εκμεταλλεύτηκαν τη θεσμική αδυναμία του κράτους, τη φτώχεια, τις ενδοκοινοτικές εντάσεις – ιδίως μεταξύ Φουλάνι και άλλων φυλών – και τη γενικευμένη δυσαρέσκεια απέναντι στην εξουσία και τις ξένες δυνάμεις. Ο απολογισμός είναι τραγικός: χιλιάδες νεκροί και πάνω από δύο εκατομμύρια εσωτερικά εκτοπισμένοι.

Από το 2024, όταν πάνω από το μισό έδαφος ήταν εκτός κρατικού ελέγχου, η κυβέρνηση το 2025 ανακοίνωσε ότι έχει ανακτήσει το 60 με 70%. Το κράτος έχει όντως ανακτήσει εδάφη, αλλά δεν έχει κατορθώσει να εγκαθιδρύσει συνεχή και ολοκληρωμένο έλεγχο εκτός των κύριων αστικών κέντρων.

Καθώς οι τζιχαντιστές εδραιώνονται στις απομονωμένες ή “ξεχασμένες” περιοχές, η σταθερότητα της κυβέρνησης δοκιμάζεται – και αποτελεί μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις. Πολλά από τα χωριά που γίνονται στόχοι επιθέσεων βρίσκονται σε περιοχές με κυρίαρχη τη φυλή Φουλάνι (Fulani ή Peulh).

Αυτές οι νομαδικές ή ημινομαδικές κοινότητες βρίσκονται στο επίκεντρο της σύγκρουσης για δύο λόγους: λόγω της γεωγραφικής τους θέσης σε στρατηγικά σημεία και επειδή τμήμα του πληθυσμού έχει στρατολογηθεί από τις τζιχαντιστικές οργανώσεις. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η συμμετοχή δεν είναι προϊόν ιδεολογίας, αλλά αποτέλεσμα εκβιασμού, φτώχειας ή ανάγκης επιβίωσης.

Αντίστοιχα, σε πολλές περιοχές, αντίπαλες ένοπλες ομάδες ή φιλοκυβερνητικές πολιτοφυλακές (όπως οι VDP – Volontaires pour la Défense de la Patrie) απαντούν με εκδικητικές επιθέσεις σε ολόκληρες κοινότητες, κατηγορώντας τις συλλογικά για συνεργασία με τζιχαντιστές. Οι καταγγελίες αυτές όμως δεν μπορούν να ερμηνεύονται με απλοϊκούς όρους, όπως αυτοί που υιοθετούνται από διεθνή ΜΜΕ και ΜΚΟ με ελλιπή γνώση του πεδίου.

Δεν πρόκειται για μια σύγκρουση “καλού κράτους” απέναντι σε “κακούς τρομοκράτες”, ούτε για καθαρή κρατική καταστολή. Είναι ένας βίαιος, ασύμμετρος και περίπλοκος πόλεμος, όπου η γραμμή μεταξύ μαχητή και άμαχου όλο και θολώνει.

Τον τελευταίο χρόνο παρατηρείται μια σαφής ποιοτική μετατόπιση στη φύση των επιθέσεων. Οι επιχειρήσεις εμφανίζονται πιο συντονισμένες, με ταυτόχρονες επιθέσεις σε πολλαπλούς στόχους, καλύτερη επιχειρησιακή πειθαρχία και αυξημένη ικανότητα πλήγματος ακόμη και σε αστικά κέντρα.

Οι άλλοτε ανοργάνωτες τζιχαντιστικές ομάδες φαίνεται πλέον να είναι σε θέση να χρησιμοποιούν πιο εξελιγμένα μέσα, να πραγματοποιούν επιθέσεις με drones και να κινητοποιούν μεγάλους αριθμούς μαχητών.

Η εξέλιξη αυτή δείχνει μια πιο σύνθετη επιχειρησιακή δομή και ενισχύει την εκτίμηση ότι τα δίκτυα αυτά επωφελούνται – άμεσα ή έμμεσα – από εξωτερική υποστήριξη, είτε σε επίπεδο τεχνογνωσίας είτε σε επίπεδο εξοπλισμού και διασυνδέσεων.

Ζωή στη Μπουρκίνα Φάσο
Ζωή στη Μπουρκίνα Φάσο Φραγκίσκα Μεγαλούδη

Η Μπουρκίνα, όπως και οι υπόλοιπες χώρες του Σαχέλ, δεν έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο αποσπασματικά τρομοκρατικά δίκτυα, αλλά μια ευρύτερη και πιο συντονισμένη δυναμική αποσταθεροποίησης.

Στο πλαίσιο αυτό, η αντιπαράθεση δεν περιορίζεται στη στρατιωτική διάσταση. Εκτείνεται και στο πεδίο της πληροφορίας, όπου – ιδίως στα δυτικά μέσα ενημέρωσης – οι εξελίξεις παρουσιάζονται συχνά μέσα από απλουστευτικά ή μονοδιάστατα αφηγήματα, που εστιάζουν στο πρόσωπο του Ibrahim Traoré και αποσιωπούν τη δομική πολυπλοκότητα της σύγκρουσης.

Παρά τις αμφισβητήσεις, η κυβέρνηση Τραορέ έχει προχωρήσει σε έργα που αλλάζουν την καθημερινότητα σε πολλές περιοχές. Το συνολικό ποσοστό πρόσβασης στο ρεύμα – αγροτικές και αστικές περιοχές μαζί – ανέβηκε στο 50%, από περίπου 25% που ήταν το 2022, μια αύξηση εντυπωσιακή μέσα σε δύο χρόνια. Υπάρχει ήδη εθνικός στρατηγικός σχεδιασμός που θέτει ως στόχο η αγροτική ηλεκτροδότηση να φτάσει στο 50% μέχρι το 2028,- απο το 5,49%, που ήταν το 2022 – στόχος φιλόδοξος για μια χώρα όπου οι αγροτικές περιοχές βρίσκονται στο επίκεντρο βίαιων συγκρούσεων και επιθέσεων. Στο πλαίσιο αυτό, μεγάλα φωτοβολταϊκά έργα όπως το Kodeni Solar (38 MW, ικανό να ηλεκτροδοτεί περίπου 115.000 σπίτια) και το Zina Solar είχαν δρομολογηθεί πριν από την άνοδο του Τραορέ, αλλά αναπτύσσονται και επεκτείνονται από τη σημερινή κυβέρνηση και εντάσσονται σε μια συνολικότερη στρατηγική ενεργειακής ανεξαρτησίας. Παράλληλα, εκατοντάδες τρακτέρ, αντλίες νερού και άλλος εξοπλισμός έχουν διανεμηθεί σε αγροτικές κοινότητες, προσφέροντας σε μικρούς καλλιεργητές τη δυνατότητα να αυξήσουν την παραγωγή τους και να μειώσουν την εξάρτησή τους από παραδοσιακές μεθόδους. Για κάποιους αυτά μπορεί να μοιάζουν με έργα βιτρίνας· για όσους όμως βλέπουν για πρώτη φορά το σπίτι τους να φωτίζεται ή το χωράφι τους να οργώνεται με μηχανικά μέσα, η αλλαγή είναι απτή και καθοριστική.

Η κριτική που συχνά ακούγεται εστιάζει στα ελλείμματα δημοκρατίας και ατομικών δικαιωμάτων. Όμως για πολλούς στη Μπουρκίνα Φάσο, προτεραιότητα αυτή τη στιγμή δεν είναι οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις, αλλά η ασφάλεια και η ανεξαρτησία από εξωτερικούς δρώντες. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να υπάρξει ταυτόχρονα πολιτική ελευθερία και αποτελεσματική άμυνα σε μια χώρα που βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση.

Επιπλέον, η στήριξη που αντλεί ο Τραορέ από θρησκευτικούς και παραδοσιακούς θεσμούς δεν είναι μόνο ζήτημα ιδεολογίας· πρόκειται για δίκτυα με βαθιά κοινωνική ισχύ, χωρίς τα οποία δύσκολα θα εξασφαλιζόταν συνοχή. Και όσο τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενισχύουν την εικόνα του, η απήχησή του στο εσωτερικό της χώρας δεν περιορίζεται εκεί: υπάρχει πραγματική κοινωνική βάση, ιδιαίτερα στους νέους και σε όσους ένιωθαν εγκαταλελειμμένοι από το παλιό πολιτικό κατεστημένο. Το να αποδίδεται αυτό αποκλειστικά σε «προπαγάνδα» σημαίνει να παραβλέπεις τη βαθιά δυσαρέσκεια και την ανάγκη για νέα σύμβολα που να εκφράζουν χειραφέτηση και αξιοπρέπεια.

Καθημερινότητα στη Μπουρκίνα Φάσο
Καθημερινότητα στη Μπουρκίνα Φάσο Φραγκίσκα Μεγαλούδη

Ρήξη με τη Δύση – Νέοι σύμμαχοι, νέα στρατηγική

Η αποχώρηση της Μπουρκίνα Φάσο, μαζί με το Μάλι και τον Νίγηρα, από την ECOWAS τον Ιανουάριο του 2024 – και η επίσημη επιβεβαίωσή της στις 29 Ιανουαρίου 2025 – έγινε στο όνομα της αντίδρασης στις απάνθρωπες κυρώσεις που είχε επιβάλει η ECOWAS ως απάντηση στα πραξικοπήματα.

Η στάση της ECOWAS εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο διπλών ηθικών στάνταρ. Υποστήριξε αυταρχικά καθεστώτα, όπως στο Τσαντ, χωρίς καν να απαιτεί εκλογική νομιμοποίηση. Την ίδια στιγμή, επέβαλε κυρώσεις και απείλησε με στρατιωτικές επεμβάσεις όσους αμφισβήτησαν τις παραδοσιακές δομές εξουσίας.

Ως απάντηση, οι τρεις χώρες ίδρυσαν τον Σεπτέμβριο του 2023 την Alliance des États du Sahel (AES). Ξεκίνησε ως αμυντικό σύμφωνο και εξελίχθηκε σε ιδιόμορφη συνομοσπονδία το 2024 – 2025. Για τη Μπουρκίνα, η επιβολή δυτικών μοντέλων διακυβέρνησης από έναν θεσμό που λειτούργησε εκβιαστικά και ολιγαρχικά αποδείχθηκε ασύμβατη. Η ιστορία δείχνει ότι όπου επιβλήθηκε «δημοκρατία εξαγωγής», το αποτέλεσμα ήταν αποσταθεροποίηση, βία, διαφθορά και θεσμική αποσύνθεση.

Καθώς η γαλλική επιρροή αποδυναμώνεται, η Μπουρκίνα Φάσο αναζητά νέους συμμάχους – και η Ρωσία εμφανίζεται ως φυσικός εταίρος. Η συνεργασία ξεκίνησε με την παραστρατιωτική Wagner μετά το πραξικόπημα του Τραορέ, αλλά εξελίσσεται πλέον υπό το Africa Corps, το οποίο υπάγεται απευθείας στο ρωσικό Υπουργείο Άμυνας.

Πρόκειται για μια θεσμική μεταβολή: όχι πια μισθοφορικές δομές, αλλά ένα είδος σκιώδους κρατικής παρουσίας – με σαφή ιεραρχία, κρατική χρηματοδότηση και γεωπολιτικούς στόχους. Στο Λουμβίλα, βορειοανατολικά της Ουαγκαντούγκου, στεγάζεται ήδη ρωσική βάση με 100 άνδρες, που αναμένεται να φτάσουν τους 300 εντός του 2025.

Ωστόσο, η Μπουρκίνα δεν εξαρτήθηκε ποτέ αποκλειστικά από τη Μόσχα. Ο στρατός της διαθέτει, εδώ και δεκαετίες, οπλικά συστήματα από τη Σοβιετική Ένωση, τη Γαλλία, την Ιταλία και τη Γιουγκοσλαβία. Η ρωσική παρουσία δεν αφορά μόνο εξοπλισμούς. Σηματοδοτεί και την επιβολή ενός νέου γεωπολιτικού πλαισίου, στο οποίο η Μόσχα επιδιώκει να επηρεάσει στρατηγικούς τομείς.

Στο οικονομικό πεδίο, η κυβέρνηση Τραορέ πήρε εμβληματικές πρωτοβουλίες. Ο χρυσός αντιπροσωπεύει πάνω από το 70% των εξαγωγικών εσόδων της Μπουρκίνα Φάσο, σύμφωνα με το ΔΝΤ, γεγονός που καθιστά τον έλεγχο του τομέα κομβικό τόσο για τη δημοσιονομική σταθερότητα όσο και για τη χρηματοδότηση της σύγκρουσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Τραορέ εθνικοποίησε τα μεγαλύτερα κοιτάσματα χρυσού μέσω της κρατικής SOPAMIB, αύξησε τη συμμετοχή του κράτους στο 15%, περιόρισε τις εξαγωγές από μικρούς παραγωγούς και δημιούργησε διυλιστήριο, ώστε μέρος της αξίας να παραμένει στη χώρα. Παράλληλα, εταιρείες όπως η ρωσική Nordgold εξακολουθούν να ελέγχουν έως και το 90% ορισμένων ορυχείων, αλλά πλέον υπό αυστηρότερο φορολογικό και ρυθμιστικό πλάισιο.

Η συνεργασία με τη Ρωσία δεν περιορίζεται σε εξοπλιστικά πακέτα. Είναι μέρος μιας συνολικής αναδιάταξης. Εθνικοποίηση των πόρων, νέα διπλωματική κατεύθυνση, στρατιωτική αυτονόμηση – και μια σχέση με τη Μόσχα στη βάση διαπραγμάτευσης, όχι υποτέλειας. Το ζήτημα, τελικά, δεν είναι τι προσφέρει η Ρωσία. Είναι ποιος καθορίζει την εθνική στρατηγική· ποιος αποφασίζει πού θα πάνε τα έσοδα και πώς ορίζεται η ασφάλεια και το μέλλον της χώρας.

Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η Μπουρκίνα Φάσο – όπως και άλλες χώρες του Σαχέλ – προσπαθεί να γράψει η ίδια την ιστορία της. Όχι όπως την σχεδίασαν οι πρώην προστάτες, αλλά μέσα από δικές της αποφάσεις, πειραματισμούς και ρήξεις.

Η πολιτική και θεσμική εξέλιξη μιας κοινωνίας δεν είναι ποτέ γραμμική. Μόνο μια χώρα που χαράζει η ίδια την πορεία της μπορεί να μάθει και να ξαναχτίσει. Η Μπουρκίνα δεν ζητά άδεια. Ζητά χώρο. Χώρο για να αναλογιστεί τι σημαίνει δημοκρατία, σε ένα περιβάλλον που δεν υπήρξε ποτέ ουδέτερο.

Ίσως, τελικά, το πιο ριζοσπαστικό βήμα να μην είναι η τέλεια λύση – αλλά η απόφαση ενός λαού να γράψει το επόμενο κεφάλαιο με τα δικά του χέρια.

* Η Φραγκίσκα Μεγαλούδη είναι συγγραφέας και ειδικός στην επικοινωνία, έχοντας περάσει μεγάλο μέρος των τελευταίων είκοσι ετών ζώντας και εργαζόμενη σε διάφορα μέρη του κόσμου, από το Σαχέλ μέχρι τη Νοτιοανατολική Ασία.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα