Πώς μια τσίχλα “έλυσε” δύο ανεξιχνίαστες δολοφονίες μετά από δεκαετίες

Διαβάζεται σε 10'
Πώς μια τσίχλα “έλυσε” δύο ανεξιχνίαστες δολοφονίες μετά από δεκαετίες
Μίτσελ Γκαφ

Οι νεότερες μέθοδοι ανάλυσης DNA οδήγησαν στον εντοπισμό του δράστη δύο δολοφονιών έπειτα από δεκαετίες.

Η Σούζαν Λογοθέτη και δύο συνάδελφοί της στέκονταν έξω από ένα κίτρινο σπίτι στην Ουάσινγκτον, κρατώντας φυλλάδια που προωθούσαν μια εταιρεία με τσίχλες.

Ο Μίτσελ Γκαφ άνοιξε την πόρτα φορώντας πιτζάμες, καλωσόρισε τα τρία άτομα στο σπίτι του και συμφώνησε να συμμετάσχει σε μια γευστική δοκιμή, δοκιμάζοντας με ενθουσιασμό διαφορετικές τσίχλες, θυμήθηκε η Λογοθέτη για εκείνη τη συνάντηση του Ιανουαρίου 2024.

Όταν ήρθε η ώρα ο Γκαφ να δοκιμάσει μια νέα γεύση, ένας από τους συναδέλφους της κράτησε ένα μικρό μπολάκι, είπε η ίδια.

«Θυμάμαι να τον βλέπω να φτύνει το πρώτο κομμάτι τσίχλας μέσα στο μπολάκι και να βλέπω το σάλιο, και ήταν πολύ δύσκολο να συγκρατήσω τον ενθουσιασμό μου», δήλωσε η Λογοθέτη στο CNN.

Ο Γκαφ, χωρίς να το γνωρίζει, είχε δώσει το DNA του σε τρεις μυστικούς ντετέκτιβ οι οποίοι θα το χρησιμοποιούσαν για να επιβεβαιώσουν τη σύνδεσή του με μία υπόθεση βιασμού και μια δολοφονία του 1984.

Ο 68χρονος Γκαφ, καταδικασμένος βιαστής, παραδέχθηκε στις 16 Απριλίου τη δολοφονία της Τζούντι Γουίβερ, καθώς και της Σούζαν Βέσεϊ τέσσερα χρόνια νωρίτερα, σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα. Αντιμετωπίζει ποινή έως και ισόβιας κάθειρξης κατά την προγραμματισμένη καταδίκη του την Τετάρτη.

Οι έρευνες για τις δολοφονίες των δύο γυναικών στην πολιτεία της Ουάσινγκτον, το 1980 και το 1984 — που τότε θεωρούνταν άσχετες μεταξύ τους — είχαν οδηγήσει σε υπόπτους και στις δύο υποθέσεις, αλλά όχι σε διώξεις.

Τέσσερις δεκαετίες μετά τη δολοφονία της Γουίβερ, οι ιατροδικαστές διαπίστωσαν ότι το DNA που εξήχθη από την τσίχλα ταίριαζε με τα στοιχεία που βρέθηκαν στο σώμα της, σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα. Η ανακάλυψη αυτή, και η τελική σύνδεση των δύο δολοφονιών, αποτέλεσε σημαντική πρόοδο στις έρευνες και έδειξε πόσο κρίσιμη είναι η σύγχρονη τεχνολογία DNA στην επίλυση παλιών ανεξιχνίαστων υποθέσεων.

Πέρα από αυτό, η ταυτοποίηση του δράστη επέτρεψε επίσης στις οικογένειες των θυμάτων να βρουν γαλήνη.

Η ανάλυση DNA βοήθησε να συλληφθεί ο δολοφόνος

Η Βέσεϊ ήταν 21 ετών και παντρεμένη μητέρα δύο παιδιών, και τα δύο κάτω των 2 ετών, όταν δολοφονήθηκε τον Ιούλιο του 1980.

Ο Γκαφ «δοκίμαζε τυχαίες πόρτες και βρήκε την πόρτα του θύματος ξεκλείδωτη». Στη συνέχεια έδεσε, ξυλοκόπησε, βίασε και στραγγάλισε τη Βέσεϊ, όπως παραδέχθηκε στην ένορκη δήλωση ενοχής του.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Γκαφ επιτέθηκε στη Γουίβερ, μια 42χρονη μητέρα, μέσα στο υπνοδωμάτιό της, στο οποίο στη συνέχεια έβαλε φωτιά σε μια προφανή προσπάθεια να καταστρέψει αποδεικτικά στοιχεία, σύμφωνα με τη δήλωση.

«Πριν φύγω, τύλιξα καλώδια γύρω από τον λαιμό της και έβαλα φωτιά στη γωνία του καλύμματος του κρεβατιού σε μια προσπάθεια να καλύψω το έγκλημά μου και με πρόθεση να τη σκοτώσω», είπε ο Γκαφ. «Η κυρία Γουίβερ πέθανε εξαιτίας των πράξεών μου.»

Ο Γκαφ δήλωσε επίσης ότι δεν γνώριζε καμία από τις δύο γυναίκες πριν από τις επιθέσεις.

Την εποχή των δολοφονιών, η ανάλυση DNA δεν είχε ακόμη εξελιχθεί σε χρήσιμο εργαλείο εγκληματολογίας. Ωστόσο, στην υπόθεση της Γουίβερ, οι αρχές «προνόησαν» και  επικοινώνησαν με το εργαστήριο για τη λήψη κολπικών δειγμάτων, γεγονός που οδήγησε στην υποβολή των αποδεικτικών στοιχείων λίγες ώρες μετά τον θάνατό της, σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα.

Ο φάκελος της υπόθεσης της δολοφονίας της Γουίβερ, τον οποίο κληρονόμησε τελικά η Λογοθέτη από τους προκατόχους της στο αστυνομικό τμήμα του Έβερετ, ήταν γεμάτος με παράξενες θεωρίες γύρω από τον θάνατό της, που περιλάμβαναν ξέπλυμα χρήματος και κοκαΐνη. Ο σύντροφος της Γουίβερ πέθανε το 1994 και θεωρούνταν ο βασικός ύποπτος της υπόθεσης, είπε η Λογοθέτη .

Η εμφάνιση της τεχνολογίας ανάλυσης DNA οδήγησε τελικά τις αρχές να επανεξετάσουν τη δολοφονία της Γουίβερ το 2020, σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα.

Η Λίζα Κόλινς, εγκληματολόγος της Πολιτειακής Περιπολίας της Ουάσινγκτον, δήλωσε στο CNN ότι νέο λογισμικό και οι εξελίξεις στη γενετική γενεαλογία αποτελούν δύο σχετικά πρόσφατα άλματα στην τεχνολογία DNA που επέτρεψαν σημαντικές προόδους σε ανεξιχνίαστες υποθέσεις όπως αυτές.

Η Κόλινς, που ανέλαβε την υπόθεση της Γουίβερ το 2003, είπε ότι σήμερα οι ειδικοί μπορούν να αναλύουν ακόμη και πολύ μικρά δείγματα DNA χάρη σε ένα σύγχρονο λογισμικό που λέγεται STRmix. Με απλά λόγια, η τεχνολογία αυτή βοηθά τους ερευνητές να βρίσκουν στοιχεία από ελάχιστο γενετικό υλικό.

Στην υπόθεση της Γουίβερ, βρέθηκε στο σώμα της DNA της ίδιας, λίγο του συντρόφου της και πολύ μικρότερη ποσότητα από έναν άγνωστο άτομο, είπε η Κόλινς. Η εγκληματολόγος Μέρι Νόουλτον χρησιμοποίησε το STRmix για να αφαιρέσει το DNA της Γουίβερ και του συντρόφου της από το δείγμα και να απομονώσει το προφίλ του άγνωστου ατόμου.

Στη συνέχεια, η Νόουλτον εισήγαγε το DNA στο Συνδυασμένο Σύστημα Ευρετηρίου DNA (CODIS) — μια εθνική βάση δεδομένων με καταδικασμένους εγκληματίες από όλη τη χώρα — τον Νοέμβριο του 2023 και βρήκε ότι ταίριαζε με τον Γκαφ, είπε η Κόλινς.

Ο Γκαφ βρισκόταν ήδη στη βάση δεδομένων λόγω των βιασμών δύο έφηβων αδελφών στο σπίτι τους στο Έβερετ της Ουάσινγκτον, περίπου τρεις μήνες μετά τη δολοφονία της Γουίβερ.

«Δεν περίμενα να προκύψει κάτι από αυτό, επειδή μιλάμε για τη δεκαετία του ’80, όταν δεν λαμβάνονταν τόσες πολλές προφυλάξεις σχετικά με το DNA», είπε η Νόουλτον. «Περίμενα ότι θα ήταν κάποιο άγνωστο δείγμα από διασώστη ή κάτι παρόμοιο. Όμως υπήρξε ταύτιση, και αυτό ήταν συναρπαστικό.»

Μόλις η Νόουλτον βρήκε την ταύτιση, οι ντετέκτιβ χρειάζονταν ακόμη ένα δείγμα DNA για επιβεβαίωση. Η Λογοθέτη είπε ότι οι αστυνομικοί συχνά παρακολουθούν υπόπτους και συλλέγουν πεταμένα αποτσίγαρα ή μισοτελειωμένα ποτά για να αποκτήσουν αυτό το δεύτερο δείγμα. Η αστυνομία παρακολουθούσε το σπίτι του Γκαφ για κάποιο διάστημα, αλλά εκείνος σπάνια έβγαινε έξω, εκτός από επισκέψεις σε ένα κοντινό παντοπωλείο.

Τότε ήταν που ένας από τους αστυνομικούς σκέφτηκε το τέχνασμα με την τσίχλα, «το οποίο μου φάνηκε κάπως τρελό εκείνη τη στιγμή», παραδέχθηκε η Λογοθέτη. Είπε επίσης ότι «δεν είχε συμμετάσχει ποτέ ξανά σε κάτι τόσο περίπλοκο».

Το DNA που εξήχθη από την τσίχλα του Γκαφ ταίριαζε με εκείνο που είχε βρεθεί στα κολπικά δείγματα της Γουίβερ, στα δεσίματα στον λαιμό και τους καρπούς της και σε κομμάτια ρούχων που είχαν αφαιρεθεί από το σώμα της, σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα.

Η σύνδεση του Γκαφ με τη δολοφονία της Βέσεϊ χρειάστηκε περισσότερο χρόνο. Λίγους μήνες μετά την ταύτιση του DNA του Γκαφ με τη δολοφονία της Γουίβερ, ο σύζυγος της Βέσεϊ, ο Κεν, άφησε μήνυμα στην αστυνομία ενημερώνοντας ότι ο αδελφός του — ύποπτος στην υπόθεση της δολοφονίας της συζύγου του — είχε πεθάνει.

Ο Κεν ήταν 23 ετών όταν βρήκε το σώμα της γυναίκας του στο πάτωμα του υπνοδωματίου τους, με το μωρό τους 15 εβδομάδων στο κρεβάτι δίπλα της, σώο και αβλαβές, είπε η Λογοθέτη .

Η Λογοθέτη, που ανέλαβε τις έρευνες ανεξιχνίαστων ανθρωποκτονιών το 2022, δεν είχε ακούσει ποτέ για την υπόθεση της Σούζαν Βέσεϊ. Επικοινώνησε με τον Κεν και του ζήτησε να μιλήσουν για τη δολοφονία της συζύγου του.

Καθώς εκείνος μιλούσε, η ντετέκτιβ παρατήρησε «εντυπωσιακές ομοιότητες» ανάμεσα στις δύο υποθέσεις, σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα.

«Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν η Τζούντι Γουίβερ», είπε η Λογοθέτη. Έστειλε αρκετά αντικείμενα από τον τόπο της δολοφονίας της Βέσεϊ για εξετάσεις. Ένα κομμάτι λευκού κορδονιού που είχε αφαιρεθεί από το σώμα της επιβεβαίωσε τελικά, σύμφωνα με τη δήλωση: το DNA ήταν του Γκαφ.

«Αυτό που μου φαίνεται σημαντικό είναι το πόσο εξελιγμένοι έχουν γίνει οι εγκληματολογικοί επιστήμονες και η τεχνολογία DNA που τους επιτρέπει να κάνουν όσα κάνουν σήμερα», δήλωσε ο Κρεγκ Μάθεσον, εισαγγελέας στην υπόθεση Γκαφ. «Αυτά που μπορούν να κάνουν τώρα, σε σύγκριση με όσα μπορούσαν ή δεν μπορούσαν να κάνουν πριν από 20 χρόνια, είναι τεράστιας σημασίας.»

Ένας “σεξουαλικός σαδιστής” που κυκλοφορούσε ελεύθερος

Τον Νοέμβριο του 1979, ο Γκαφ επιτέθηκε και αποπειράθηκε να βιάσει την 29χρονη Τζάκαλιν Ο’Μπράιεν στο γκαράζ της — αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε σε πέντε χρόνια επιτήρησης και έναν χρόνο εργασίας υπό επιτήρηση, σύμφωνα με τους Λογοθέτη και Μάθεσον.

Ο Γκαφ σκότωσε τη Βέσεϊ τους μήνες πριν από την καταδίκη του και βρισκόταν σε καθεστώς επιτήρησης όταν βίασε τις δύο έφηβες αδελφές τον Αύγουστο του 1984. Καταδικάστηκε για τις επιθέσεις τον Φεβρουάριο του 1985, έλαβε ποινή 11,5 ετών και αποφυλακίστηκε τον Οκτώβριο του 1994, σύμφωνα με δικαστικά αρχεία.

Η Ο’Μπράιεν είπε στο CNN ότι παρακολουθεί εξ αποστάσεως τις δίκες και τις ακροάσεις του Γκαφ από τότε που της επιτέθηκε πριν από δεκαετίες, αλλά ένιωθε «ντροπή» που δεν πήγαινε αυτοπροσώπως. Τον περασμένο μήνα, όμως, για την ομολογία ενοχής του, το έκανε.

«Ο λόγος που δεν πήγαινα στο δικαστήριο είναι επειδή αρνούμαι να αφήσω αυτόν τον παλιάνθρωπο να με δει να κλαίω», είπε η Ο’Μπράιεν. «Δεν ήθελα να μπορεί να το δει αυτό, αλλά ένιωσα ότι αυτή τη φορά έπρεπε να φανώ δυνατή και να παρουσιαστώ.»

Η Ο’Μπράιεν, που τότε ήταν αστυνομικός της Πολιτειακής Αστυνομίας της Ουάσινγκτον, έβαζε το χλοοκοπτικό της στο γκαράζ του σπιτιού της στο Βόρειο Έβερετ όταν ο Γκαφ την πλησίασε με όπλο — που αργότερα αποδείχθηκε ότι ήταν αεροβόλο — και της είπε να γονατίσει και «να μην γυρίσει». Εκείνη, ενστικτωδώς, γύρισε και τον κοίταξε κατάματα.

«Θυμάμαι να στέκομαι εκεί χαμογελώντας και να σκέφτομαι ότι κάποιος συνάδελφός μου από την πολιτειακή αστυνομία μού έκανε πλάκα … και μετά με χτύπησε στο κεφάλι με αυτό το όπλο», είπε η Ο’Μπράιεν.

Όταν ο Γκαφ άφησε κάτω το όπλο για να δέσει το ένα της χέρι, η Ο’Μπράιεν είπε ότι σκέφτηκε τον πατέρα της, ο οποίος πάντα της μάθαινε να αντιστέκεται. Έριξε όλο το βάρος του σώματός της πάνω του, είπε, με αποτέλεσμα εκείνος να πέσει πάνω στον τοίχο και να αιφνιδιαστεί. Και οι δύο σηκώθηκαν όρθιοι. Εκείνος την είχε παγιδεύσει. Τότε ο Γκαφ έβγαλε ένα κυνηγετικό μαχαίρι από τη μπότα του. Η Ο’Μπράιεν σήκωσε τα χέρια της και άρχισε να ζητά συγγνώμη, κι εκείνος χάραξε με το μαχαίρι την ανοιχτή της παλάμη.

«Μου είπε: “Τώρα θα σε σκοτώσω, γαμ… σκύλα” … τότε κατάλαβα ότι ήμουν νεκρή, κι έτσι σκέφτηκα “πάμε λοιπόν”», θυμάται η Ο’Μπράιεν.

Έσπρωξε τον Γκαφ, τον χτύπησε και τον γρατζούνισε στον λαιμό. Η Ο’Μπράιεν κατάφερε να διαφύγει σε ένα κοντινό σοκάκι, όπου γείτονες την βοήθησαν και κάλεσαν την αστυνομία.

Ο Γκαφ παραδέχθηκε σε ειδικό ψυχικής υγείας το 1994 ότι είχε πρόθεση να βιάσει την Ο’Μπράιεν, σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα. Ο ειδικός, όπως και άλλοι τα προηγούμενα χρόνια, διέγνωσε τον Γκαφ ως «σεξουαλικό σαδιστή». Μέχρι σήμερα, είπε η Ο’Μπράιεν, δεν μπορεί να έχει ανοιχτή ούτε τηλεόραση ούτε ραδιόφωνο στο σπίτι της, επειδή χρειάζεται να μπορεί «να ακούει και τον παραμικρό θόρυβο».

«Λυπάμαι πολύ που δεν κατάφερα να τον σκοτώσω την ημέρα που μου επιτέθηκε», είπε η ίδια.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα