Ανάλυση: Από την Ουκρανία στη Μέση Ανατολή – Τι διαφορετικό έχουν οι “νέοι” πόλεμοι
Διαβάζεται σε 8'
Οι επιθετικοί πόλεμοι έχουν πλέον μεγάλη πιθανότητα κλιμάκωσης λόγω κακού υπολογισμού, αλλά και αποτυχίας εκπλήρωσης των στόχων τους.
- 12 Μαΐου 2026 16:14
Τις ημέρες που γράφεται το παρόν κείμενο έχουν αναζωπυρωθεί οι διαπραγματεύσεις και έχει αυξηθεί η πιθανότητα «ειρηνευτικής» συμφωνίας. Ανεξαρτήτως του χρόνου και του περιεχομένου μιας τέτοιας εξέλιξης, ο πόλεμος των ΗΠΑ-Ισραήλ ενάντια στο Ιράν, αλλά και ο συνδεδεμένος πόλεμος του Ισραήλ ενάντια στον Λίβανο, θα αφήσουν βαθύ αποτύπωμα σε πλείστα πεδία.
Και δεν αναφερόμαστε καν εδώ στο γεγονός ότι οι επιθέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ αποτέλεσαν τις πρώτες με τόσο συστηματική και εκτεταμένη χρήση τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης, κάτι που συνιστά μια μείζονα, αυτοτελή πηγή ανησυχίας.
Εδώ εστιάζουμε στο τι μπορεί να σηματοδοτούν για τις προοπτικές της ειρήνης και ασφάλειας σε παγκόσμιο επίπεδο αυτοί οι –κατάφωρα παράνομοι– επιθετικοί πόλεμοι.
Ο επιθετικός πόλεμος και οι αυταπάτες του “ορθολογικού δρώντος”
Ο πόλεμος που ξεκίνησαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ υπενθυμίζει το ερευνητικό εύρημα ότι οι επιθετικοί πόλεμοι έχουν μεγάλη πιθανότητα κλιμάκωσης λόγω κακού υπολογισμού, αλλά και αποτυχίας εκπλήρωσης των στόχων τους. Τούτο επισημαίνεται γιατί μεγάλο μέρος της κριτικής που ασκήθηκε στον πρόεδρο Τραμπ εστίασε στην «έλλειψη ορθολογικού σχεδίου» ή στην «κακή πληροφόρηση». Αναμφίβολα, τα περισσότερα επιμέρους επιχειρήματα αυτής της κριτικής ήταν έγκυρα, όπως, για παράδειγμα, ο ανεδαφικός χαρακτήρας της στόχευσης για αλλαγή καθεστώτος.
Όμως, η κριτική αυτή παραγνωρίζει ότι οπωσδήποτε θα υπήρχαν και στρατηγικές στοχεύσεις των επιτιθέμενων, σχετικές με μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας στη Μέση Ανατολή, με την αμερικανική εναντίωση στην Κίνα κ.λπ. Κυρίως, όμως, η εστίαση σε τέτοιους παράγοντες δίνει συχνά την εντύπωση ότι το μείζον πρόβλημα είναι η απουσία συμπαγούς στρατηγικής και όχι ο ίδιος ο καταστατικά άδικος χαρακτήρας αυτού του πολέμου, με οδυνηρές συνέπειες για εκατοντάδες ήδη εκατομμύρια ανθρώπων.
Η κριτική αυτή μοιάζει να αντιπαραβάλλει τη λήψη αποφάσεων του συστήματος Τραμπ με ένα εξειδικευμένο μοντέλο «ορθολογικού δρώντος», το οποίο, εδώ και δεκαετίες, γνωρίζουμε ότι δεν ισχύει. Συχνά συγκρίνονται οι αποφάσεις Τραμπ με το «δόγμα Πάουελ», το οποίο έθετε αυστηρές προϋποθέσεις για την εμπλοκή σε πόλεμο: να αποτελεί την ύστατη επιλογή, να χαίρει υποστήριξης, να υπάρχει στρατηγική εξόδου. Αξίζει εδώ να υπενθυμιστεί ότι ο ίδιος ο εμπνευστής του δόγματος, ως υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης Μπους, έπαιξε κρίσιμο ρόλο στη νομιμοποίηση της επίθεσης των ΗΠΑ στο Ιράκ. Γνωρίζουμε πλέον πόσο ανυπόστατα ήταν τα στοιχεία που επικαλέστηκε ο Πάουελ για να δικαιολογήσει την επίθεση και ποια ήταν η τύχη της αμερικανικής επέμβασης. Κάτι παρόμοιο συνέβη και στον Πούτιν, μέγα στρατηγικό νου κατά πολλούς, ο οποίος ανέμενε αλλαγή καθεστώτος και ταχεία νίκη στην Ουκρανία…
Ένα συμπέρασμα είναι ότι η ίδια η αυτοεικόνα της «μεγάλης δύναμης» και ο προσδιορισμός των συμφερόντων που απορρέουν από αυτήν, η συστηματική υποτίμηση των αντιπάλων, η αξιακή μεροληψία των κυρίαρχων ελίτ, αλλά και ο βολονταρισμός που συνοδεύει την ίδια την απόφαση για πόλεμο, καθιστούν την κλιμάκωση και τη δραματική εκτίναξη του κόστους συστημική πιθανότητα, ανεξαρτήτως «ορθολογικής» ή μη διαδικασίας λήψης αποφάσεων.
Οι ευρύτερες εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας δείχνουν ότι αυτή η δυναμική δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο.
Η επιστροφή των διακρατικών πολέμων και η όξυνση της ένοπλης βίας
Οι επιθέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ επισφραγίζουν με δυσοίωνο τρόπο μια ήδη επιδεινωμένη κατάσταση ως προς τις διακρατικές συγκρούσεις. Το 2015 ερευνητές του Πανεπιστημίου της Ουψάλας (UCDP/PRIO) παρατηρούσαν πως ο 21ος αιώνας χαρακτηρίζεται από την απουσία μεγάλων συγκρούσεων μεταξύ κρατών, καταγράφοντας μόλις μία τέτοια σύγκρουση. Όλες σχεδόν οι συγκρούσεις εντάσσονταν στην κατηγορία των ενδοκρατικών («εμφυλίων») συγκρούσεων. Όμως, στην πιο πρόσφατη ετήσια επισκόπησή τους για το 2024 —προτού ακόμη εκδηλωθούν ο πρώτος και ο τρέχων πόλεμος εναντίον του Ιράν, αλλά και άλλες συγκρούσεις (Ινδία-Πακιστάν, Πακιστάν-Αφγανιστάν, Ταϊλάνδη-Καμπότζη)— σημείωναν πως οι διακρατικές συγκρούσεις άρχισαν να γίνονται ολοένα συχνότερες μετά το 2016, φτάνοντας τον υψηλότερο αριθμό μετά το 1987. Σε απόλυτους αριθμούς η αύξηση των διακρατικών συγκρούσεων δεν μοιάζει δραματική — από 1-2 ετησίως σε 4-6. Ποιοτικά, όμως, τα δεδομένα είναι πολύ πιο ανησυχητικά.
Οι πρόσφατες επιθέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ σίγουρα παγιώνουν και πιθανότατα επιτείνουν την τάση αύξησης των διακρατικών πολέμων. Πλείστες αναλύσεις εξηγούν αυτή την εξέλιξη με όρους ρεαλπολιτίκ. Όμως, «κυνικοί» υπολογισμοί υπήρχαν πάντα· γιατί τώρα μοιάζουν ευκολότερο να επιδιωχθούν με μεγαλύτερη επιθετικότητα; Προφανώς η απάντηση είναι σύνθετη, οι ενέργειες όμως των ισχυρότερων κρατών συνιστούν κρίσιμο παράγοντα, καθώς επηρεάζουν σημαντικά τις επικρατούσες αντιλήψεις για το τι είναι επιτρεπτό στη διεθνή πολιτική. Υπό αυτό το πρίσμα, δεν είναι τυχαίο ότι τα τέσσερα τελευταία χρόνια, μετά δηλαδή από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, εκδηλώθηκαν τόσες διακρατικές συγκρούσεις όσες σχεδόν κατά την προηγούμενη εικοσαετία (2001-2021). Οι πέντε από τις οκτώ αυτές συγκρούσεις εκδηλώθηκαν μετά την επανεκλογή του Ντ. Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ. Το ότι οι δύο ισχυρότερες στρατιωτικά χώρες έχουν εξαπολύσει επιθετικούς πολέμους στις ρευστές συνθήκες της τρέχουσας «μεσοβασιλείας» —και όχι στην (υποτιθέμενα) προβλέψιμη διπολική συνθήκη του Ψυχρού Πολέμου— επιτείνει αυτή την ανησυχία.
Η αύξηση των διακρατικών συγκρούσεων δεν αποτελεί μεμονωμένη τάση, αλλά συμβαδίζει με τη γενικότερη επίταση της ένοπλης βίας παγκοσμίως. Από το 2012 ο αριθμός των ενδοκρατικών συγκρούσεων είναι ο υψηλότερος από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τη στιγμή που κατά την αμέσως προηγούμενη εικοσαετία παρατηρούνταν μείωσή τους. Παρομοίως, αυξάνονται σταθερά οι περιπτώσεις βίαιων συγκρούσεων όπου πρωταγωνιστούν μη κρατικοί δρώντες. Ως συνέπεια, ο αριθμός των νεκρών από όλες τις μορφές βίαιων συγκρούσεων είναι στα υψηλότερα επίπεδα από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Ο κίνδυνος κανονικοποίησης της παραβίασης διεθνών κανόνων
Ένας πρόσθετος λόγος σοβαρού προβληματισμού σχετίζεται με την ενίσχυση ενός αισθήματος παραλυσίας της διεθνούς κοινότητας απέναντι στην παράνομη βία. Υπάρχουν πολλές ενδείξεις που υποστηρίζουν αυτήν την εκτίμηση. Για παράδειγμα, στην περίπτωση της ρωσικής επίθεσης στην Ουκρανία συγκλήθηκε επειγόντως η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ — μόνο άλλες δέκα φορές έχει γίνει αυτό στην ιστορία του οργανισμού. Στην περίπτωση, όμως, των πρόσφατων επιθέσεων σε Ιράν και Λίβανο δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Το Συμβούλιο Ασφαλείας, με απόφασή του και ευρεία υποστήριξη, καταδίκασε μόνο τα ιρανικά αντίποινα σε χώρες της Μέσης Ανατολής. Συναφώς, οι ανακοινώσεις περιφερειακών οργανισμών όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, η Αφρικανική Ένωση και η ASEAN καταδίκαζαν, στην καλύτερη περίπτωση, «χλιαρά» τους επιτιθέμενους, ενώ κατήγγελλαν ξεκάθαρα τα ιρανικά αντίποινα.
Παράλληλα, λιγότερα κράτη τα τελευταία χρόνια ήταν πρόθυμα να στηρίξουν ψηφίσματα του ΟΗΕ ενάντια στη ρωσική επίθεση, λόγω και της στάσης της κυβέρνησης Τραμπ. Περαιτέρω, οι περισσότερες κυβερνήσεις αποδέχτηκαν το πολλαπλά προβληματικό ειρηνευτικό σχέδιο Τραμπ για τη Γάζα, είτε επειδή συντάχθηκαν με τον ισχυρό είτε επειδή σιωπηρά συνομολόγησαν ότι ήταν ανήμπορες να σταματήσουν με άλλον τρόπο τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διέπραττε η ισραηλινή κυβέρνηση.
Παράλληλα, έρευνες κοινής γνώμης σε διάφορες χώρες (και στην Ελλάδα) οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η διεθνής κοινότητα συνεχίζει να στηρίζει βασικές αρχές της μεταπολεμικής τάξης, όπως αυτή της μη επίθεσης, είναι όμως λιγότερο πρόθυμη να υπερασπιστεί ενεργά αυτές τις αρχές, επιλέγοντας τη μη έκθεση ή την ουδετερότητα. Σε κάποιες περιπτώσεις, όπως αυτή του Όρμπαν στις πρόσφατες εκλογές στην Ουγγαρία, αυτή η αποστασιοποίηση έχει χρησιμοποιήσει ψευδεπίγραφα ακόμη και αντιπολεμική ρητορεία. Σε περισσότερες περιπτώσεις μπορεί να εξηγηθεί ως προσπάθεια αποφυγής στοίχισης με τη μία ή την άλλη πλευρά (hedging). Ακόμα και έτσι, όμως, ελλοχεύει ο κίνδυνος να καταστεί περαιτέρω επιτρεπτή η παραβίαση διεθνών τυπικών και άγραφων κανόνων.
Κρίση πολυμέρειας και διεθνής αποσταθεροποίηση
Τα παραπάνω σχετίζονται με τη μειωμένη ικανότητα της διακυβερνητικής συνεργασίας και των διεθνών οργανισμών να παράγουν θετικά αποτελέσματα: ο «Δείκτης Πολυμερούς Συνεργασίας» δείχνει ότι, αν και η συμμετοχή κρατών σε πολυμερείς διαδικασίες ενισχύθηκε, η αποτελεσματικότητα της διεθνούς συνεργασίας αποδυναμώθηκε μεταξύ 2013 και 2023 σε μια σειρά από πεδία, μεταξύ των οποίων η ειρήνη και η διεθνής ασφάλεια. Επίσης, δεν είναι άσχετα με την καταγεγραμμένη δημοκρατική οπισθοδρόμηση – και την άνοδο του αυταρχικού εθνικισμού – παγκοσμίως, ούτε με την εντατικοποίηση των στρατιωτικών εξοπλισμών. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η τριπλή επιδείνωση – ως προς το επίπεδο δημοκρατίας και δικαιωμάτων, τους εξοπλισμούς, την πολυμερή συνεργασία και την ειρήνη – εμφανίζεται λίγο μετά την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008.
Υπό αυτήν την έννοια, οι πρόσφατοι πόλεμοι στη Μέση Ανατολή δείχνουν να ενισχύουν μια ευρύτερη ιστορική μετάβαση, κατά την οποία αποδυναμώνονται σταδιακά τόσο οι θεσμικοί περιορισμοί της διακρατικής βίας όσο και οι πολιτικές και κοινωνικές προϋποθέσεις μιας σταθερής διεθνούς ειρήνης.
* Ο Θωμάς Γούμενος είναι Διδάκτωρ Πολιτικής Επιστήμης – Η παραπάνω ανάλυση περιλαμβάνεται στο 33ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου ΕΝΑ που δημοσιεύεται την Τετάρτη