Μητσοτάκης – Τσίπρας – Aνδρουλάκης: Ποιος θα καλύψει το “κενό”;
Διαβάζεται σε 4'
Στην πολιτική μας ζωή υπάρχουν δύο κενά, τα οποία, αν δεν καλυφθούν, θα καταλήξουν σε ένα: το κυβερνητικό.
- 25 Μαΐου 2026 06:27
Η διαπίστωση είναι χιλιοειπωμένη και χιλιογραμμένη. Η αποδοχή της κυβέρνηση Μητσοτάκη βρίσκεται στο κατώτερο σημείο της, η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών δηλώνει ότι δεν θέλει να συνεχίσει να κυβερνά. Τα ποσοστά της ΝΔ, εκλογικά και δημοσκοπικά, απέχουν παρασάγγας από τη(νέα) αυτοδυναμία.
Παρόλα αυτά δεν υπάρχει, μέχρι στιγμής, απέναντί της κόμμα ισχυρό που να απειλεί την πρωτιά της. Δεν έχει, δηλαδή, υπολογίσιμο αντίπαλο. Έτσι φαίνεται μέχρι στιγμής.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί η αποκαλούμενη προοδευτική παράταξη αδυνατεί να έχει εναλλακτική λύση απέναντι στην κυβερνώσα εδώ και οκτώ χρόνια συντηρητική;
Την απάντηση δίνουν η ιστορία και η σημερινή πραγματικότητα.
Πρώτον, η ιστορία: έχει καταγράψει τρεις χρονιές- σταθμούς, οι οποίες συνδέονται με την πολιτική και εκλογική κυριαρχία του προοδευτικού χώρου: 1981, 1996 και 2015. Φυσικά, οι συνθήκες ήταν διαφορετικές σε κάθε περίοδο, το ίδιο και οι λόγοι γι’ αυτήν την κυριαρχία. Όμως, υπάρχουν κοινά σημεία και στις τρεις: η συμπαράταξη του προοδευτικού χώρου σε ένα μεγάλο κόμμα και ύπαρξη «αφηγήματος».
Το 1981 ήταν η «Αλλαγή» και η αδιαμφισβήτητη ηγετική προσωπικότητα του Ανδρέα Παπανδρέου. Το 1996 ο «Εκσυχρονισμός» του Κώστα Σημίτη, που κατόρθωσε να «απορροφήσει» την φθορά και να ανανεώσει την κυβερνητική θητεία για άλλη μια οκταετία. Και το 2015 «Η Ελπίδα Έρχεται» στο φρέσκο πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα και στο ποτάμι της διαμαρτυρίας, που φούσκωσε τον άλλοτε μικρό ΣΥΡΙΖΑ και τον έκανε κυβερνητική δύναμη, γεγονός πρωτοφανές στην ιστορία της παραδοσιακής Αριστεράς.
Δεύτερον, η σημερινή πραγματικότητα: η προοδευτική παράταξη είναι πολυδιασπασμένη. Κι έτσι θα πάει στις εκλογές. Και, επιπλέον, δεν υπάρχει, μέχρι στιγμής, ένα κομμάτι της με «αφήγημα» όπως το 1981, το 1996 ή το 2015, ώστε να εκμεταλλευθεί τη φθορά της ΝΔ και να την στείλει στην αντιπολίτευση. Το ΠΑΣΟΚ, που έγινε τεχνητά αξιωματική αντιπολίτευση λόγω διάσπασης του ΣΥΡΙΖΑ, έχει θέσει στόχο να νικήσει τη ΝΔ «με μια ψήφο διαφορά». Πρόκειται για φαινομενικό στόχο. Ουσιαστικά το ΠΑΣΟΚ θα είναι ευχαριστημένο αν κρατήσει τη δεύτερη θέση, δηλαδή να «νικήσει» τον Τσίπρα και μειώσει τη μεγάλη διαφορά που το χωρίζει από τη ΝΔ. Αν δεν τα καταφέρει, το ΠΑΣΟΚ και ο Νίκος Ανδρουλάκης θα μπουν σε περιπέτειες την επομένη των εκλογών.
Κάτι αντίστοιχο ισχύει και για τον Αλέξη Τσίπρα, ο οποίος επανέρχεται μετά την αποχώρηση του 2023, επειδή το ΠΑΣΟΚ δεν κατάφερε να αποκτήσει κυριαρχία στην αντιπολίτευση και να γίνει ο βασικός αντίπαλος της ΝΔ του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αν ο πρώην πρωθυπουργός κατακτήσει εκλογικά τη δεύτερη θέση και το ποσοστό της ΝΔ δεν γράψει «3» μπροστά, τότε θα μπορεί να προβάλλεται ξανά ως ο βασικός αντίπαλος του κ. Μητσοτάκη. Αν τα δύο κόμματα,το ΠΑΣΟΚ και το κόμμα Τσίπρα, κινηθούν σε παραπλήσια, μικρομεσαία, ποσοστά και μακριά από το αντίστοιχο της ΝΔ, τότε η πίεση των ψηφοφόρων για εκλογική συμπαράταξή τους μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα.
Στην πολιτική μας ζωή υπάρχουν δύο κενά, τα οποία, αν δεν καλυφθούν, θα καταλήξουν σε ένα: το κυβερνητικό.
Η ΝΔ του Μητσοτάκη έχει μεν το προβάδισμα, αλλά έχει απέναντί της τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών, που λένε ότι δεν θέλουν να συνεχίσει να κυβερνά για τρίτη τετραετία. Η αυτοδυναμία, με τα σημερινά δεδομένα, δεν θα επαναληφθεί.
Η αντιπολίτευση, δηλαδή το ΠΑΣΟΚ και το κόμμα Τσίπρα, καλούνται να εκμεταλλευθούν αυτήν την επιθυμία των περισσοτέρων. Στο «πώς;» δεν υπάρχει ακόμη καθαρή απάντηση.
Ίσως είναι αυτή που αποτυπώνει ο στίχος του ποιητή: «Το κενό υπάρχει όσο δεν πέφτεις μέσα του».