Πώς φτάσαμε στην εδραίωση του αυταρχισμού σήμερα;

Διαβάζεται σε 10'
Κυβερνολογικές της κρίσης: Ελλάδα-Ισπανία
Κυβερνολογικές της κρίσης: Ελλάδα-Ισπανία Εκδόσεις νήσος

Από τις δημοκρατικές αντιστάσεις στην εμπέδωση του αυταρχικού νεοφιλελευθερισμού και πέρα από αυτόν. Mια πρωτότυπη συγκριτική μελέτη της διακυβέρνησης της κρίσης μετά το 2008 στην Ελλάδα και την Ισπανία.

* Κείμενο με βάση το πρόσφατο βιβλίο Κυβερνολογικές της Κρίσης Ελλάδα-Ισπανία – Από τις Δημοκρατικές Αντιστάσεις στην Εδραίωση του Αυταρχισμού και πέρα από αυτόν, Γιώργος Βενιζέλος, Γιώργος Δημητρίου και Αλέξανδρος Κιουπκιολής, Εκδόσεις Νήσος.

Στον πρόλογο του πρόσφατου βιβλίου μας, με τίτλο «Κυβερνολογικές της κρίσης: Ελλάδα-Ισπανία» (εκδ. Νήσος), τίθεται το ερώτημα που ανταποκρίνεται και σε μεγάλο μέρος των πολιτικών συζητήσεων τα τελευταία χρόνια: «πώς φτάσαμε μέχρι εδώ;». Πώς δηλαδή γίναμε θεατές της πιο δραματικής απαξίωσης ακόμα και των στοιχειωδών προϋποθέσεων λειτουργίας των φιλελεύθερων δημοκρατιών, με την οπισθοχώρηση από καίριες λειτουργίες του κράτους δικαίου και της διεθνούς νομιμότητας.

Η διακυβέρνηση Τραμπ δεν έπεσε σαν κεραυνός εν αιθρία ούτε εγκαινίασε την προκλητική επίθεση στα ανθρώπινα δικαιώματα, στον σεβασμό στη διάκριση των εξουσιών και στη λειτουργία των διεθνών οργανισμών (ΟΗΕ, Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο). Είναι μάλλον η φυσική εξέλιξη μιας αυταρχικής στροφής του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διακυβέρνησης που άλλαξε ένταση με τους μηχανισμούς αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης του 2008, την ακραία λιτότητα, τα μνημόνια και το περίφημο θέσφατο του «Δεν Υπάρχει Εναλλακτική» (There Is No Alternative – TINA).

Μέσα από την περιοδολόγηση της δεκαετίας της κρίσης (2010-2019) που επιχειρείται στο βιβλίο, δεν αποτυπώνεται μόνο το πώς η Ελλάδα μετατράπηκε στο απόλυτο παράδειγμα των πολιτικών λιτότητας, αλλά τεκμηριώνεται η συνέχεια των τότε πολιτικών επιλογών με τις συνέπειες που βιώνουμε σήμερα. Χωρίς ντετερμινιστικές ή ολοποιητικές ερμηνείες, το βιβλίο στοχεύει στο να αποτυπώσει τις μετατοπίσεις και τις αλλαγές, τα σταυροδρόμια και τις ενδεχομενικότητες μιας πυκνής περιόδου έντονων ανακατατάξεων σε επίπεδο κομματικών σχημάτων και κινηματικών πρωτοβουλιών. Εξ ου και η χρήση της φουκωικής έννοιας της «κυβερνολογικής», ενός όρου που

στρέφει την προσοχή μας στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μιας μορφής εξουσίας που χρησιμοποιεί την «οικονομία» ως κατεξοχήν πεδίο έγκυρης γνώσης και τους μηχανισμούς «ασφάλειας» ως κύριο μέσο διακυβέρνησης. Ανιχνεύει πρακτικές κυβέρνησης και αυτό-κυβέρνησης, ελέγχου των άλλων και αυτοελέγχου. Η κυβερνολογική εντοπίζει την καινοτομία των σύγχρονων μορφών διακυβέρνησης στη σχέση των πολιτικών θεσμών με την καθοδήγηση της συμπεριφοράς των πολιτών, και συλλαμβάνει ένα κανονιστικό πλαίσιο ρύθμισης ατομικών συμπεριφορών, τεχνικών υποκειμενοποίησης και δημιουργίας σχέσεων εξουσίας με τους άλλους.

Ο Φουκώ υπογραμμίζει ότι δεν πρέπει να αντιλαμβανόμαστε αυτές τις αλλαγές στον τρόπο διακυβέρνησης ως μια γραμμική διαδοχική μετάβαση από τους παλαιότερους μηχανισμούς κυριαρχίας στις πειθαρχικές και, σήμερα, στις κυβερνολογικές κοινωνίες. Εκείνο που παρατηρείται στην εποχή μας είναι μια συναρμογή μηχανισμών διακυβέρνησης που συνθέτουν το τρίπτυχο «κυριαρχία-πειθαρχία-κυβερνολογική» (σελίδα 308 του βιβλίου).

Ως επακόλουθο της μεθοδολογικής και εννοιολογικής αυτής καινοτομίας του βιβλίου, η οπτική των τότε εξελίξεων στη χώρα μας αποκτάει ιδιαίτερη χροιά με την παράλληλη μελέτη των εξελίξεων στην Ισπανία, μια χώρα του ευρωπαϊκού νότου που επίσης δέχτηκε αρκετή πίεση από τη χρηματοπιστωτική κρίση και τους ευρωπαϊκούς μηχανισμούς δημοσιονομικής πειθαρχίας. Αυτό που επίσης αναδεικνύει το βιβλίο είναι οι πάντα πολύπλευρες και πολυπαραγοντικές διαστάσεις του πολιτικού πεδίου, οι διασταυρώσεις του με τα κοινωνικά κινήματα, τις ψυχολογικές, συναισθηματικές και αξιακές προεκτάσεις των παρεμβάσεων, τις επιθέσεις στον πυρήνα των προσωπικών και κοινωνικών συνειδήσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο ανάλυσης, η τωρινή επικράτηση της ριζοσπαστικής, νεοσυντηρητικής, σχεδόν νεοφασιστικής δεξιάς στο σύνολο σχεδόν των δυτικών χωρών και παγκοσμίως ερμηνεύεται μέσα από το χρονικό των παρεμβάσεων για τη διάσωση των χρηματοπιστωτικών συμφερόντων που ξεκίνησε το 2008 και σάρωσε στο διάβα της τη δημοκρατική συναίνεση της μεταπολεμικής περιόδου στην Ευρώπη.

Ίσως η μοναδική φωτεινή εξαίρεση αυτής της αντιδημοκρατικής μανίας είναι η σημερινή κυβέρνηση Σάντσεθ στην Ισπανία, τα χνάρια της οποίας επίσης ανιχνεύονται στο τρίτο μέρος του εν λόγω τόμου (βλ. σελ. 303-476). Η συνεργασία Σάντσεθ με το Podemos το 2019 και τον αριστερό συνασπισμό Sumar το 2023 θα άξιζε να αποτελέσει ένα case study για την ελληνική αριστερά με όλα τα θετικά και αρνητικά της. Ειδικά επειδή οι κυβερνήσεις του Σάντσεθ προέκυψαν μετά από δυο θητείες της σκιώδους δεξιάς του Μαριάνο Ραχόι (2011-2017) η διακυβέρνηση του οποίου παρουσίασε όλα τα χαρακτηριστικά διαφθοράς και διαπλοκής που παρατηρούνται και στις εδώ κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη.

Αν επιχειρούσαμε να συνοψίσουμε τους βασικούς πυλώνες λειτουργίας του κράτους επί πρωθυπουργίας των δύο αυτών πολιτικών θα λέγαμε ότι αποτυπώνονται στο τρίπτυχο νεοφιλελευθερισμός-πατριαρχία-εγκληματικότητα. Πιο συγκεκριμένα, η εξαετία 2011-2017 του δεξιού Λαϊκού Κόμματος (Partido Popular) απέδειξε αυτό που τώρα πια έχουμε συνειδητοποιήσει και στην Ελλάδα, ότι δηλαδή η αυταρχική κυβερνολογική είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη χειραγώγηση και υποτίμηση των θηλυκοτήτων, την ενδυνάμωση των παρακρατικών δράσεων και την εξάρτηση από μια ασύστολη επιχειρηματική ελίτ.

Το μαύρο ταμείο του Λαϊκού Κόμματος είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα για το πώς αποζημιώνονταν οι «πελάτες» και οι κατά τόπους «συνεργάτες» του κόμματος, μέσω της τράπεζας Caja Madrid. Οι «μαύρες» πιστωτικές κάρτες που μοιράζονταν στους εκλεκτούς μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για αγορές σε καταστήματα, ιερόδουλες, πάρτι, δεξιώσεις και πολυτελή αυτοκίνητα. Στις αποφάσεις του δικαστηρίου τονίζεται η ύπαρξη ενός εγκληματικού δικτύου με τη μορφή «μιας δομημένης, ιεραρχικής ομάδας με στόχο το κέρδος από αγαθά και υπηρεσίες και την εκτέλεση εγκληματικών πράξεων». Κεντρικό πρόσωπο του σκανδάλου υπήρξε ο πρώην ταμίας του PP Χοσέ Λουίς Μπάρθενας, που αποκάλυψε ότι όλοι έπαιρναν λεφτά από το ταμείο Β σε μαύρο χρήμα: ο τότε πρωθυπουργός Ραχόι, ο γενικός γραμματέας Φρανθίσκο Άλβαρεθ Κάσκος, ο αντιπρόεδρος εκτελεστικού Χαβιέρ Αρένας κ.ά.. (σελ. 399)

Κυβερνολογικές της κρίσης
Κυβερνολογικές της κρίσης Εκδόσεις νήσος

Μπορεί οι συνεχείς αποκαλύψεις για το κύκλωμα Τραμπ-Έπστιν να είναι το απαύγασμα τέτοιων μορφών διαπλοκής, υπάρχει όμως μια πληθώρα σκανδάλων με έντονη τη δυσοσμία της πατριαρχικής εγκληματικότητας και στα καθ’ ημάς. Η θελκτικότητα της συμμαχίας με τον «ισχυρό» που καλλιεργεί η πατριαρχία αποκτάει σε αυτό το πλαίσιο μια διπλή λειτουργία: χρησιμεύει ως βάση για το χτίσιμο μιας «αδελφότητας» κοινών συμφερόντων και μυστικών, αλλά κυρίως μετατρέπεται εύκολα σε μέσο εκβιασμών, όταν κάποιος απειλήσει ή στραφεί εναντίον αυτής της «αδελφότητας». Η επιχειρηματική ελίτ φλερτάρει με τους διεφθαρμένους πολιτικούς, οι οποίοι με τη σειρά τους πρέπει να αποθεώνουν τον νεοφιλελεύθερο ναρκισσιστικό ατομικισμό, πάνω στον οποίο επενδύουν τα συστημικά ΜΜΕ και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υπό τον έλεγχο των μεγιστάνων τεχνο-ολιγαρχών της Silicon Valley, με τελικό προϊόν μια ψευδαίσθηση υπεροχής και κυριαρχίας για λαϊκή κατανάλωση. Ένα πολύπλευρο παιχνίδι δύναμης που απορροφά σταδιακά κάθε πρόσωπο (σε θέση επιρροής ή όχι) μέσα από τεχνικές σαγήνης και παγίδευσης.

Η ευρεία αποδοχή που απολαμβάνει σήμερα οτιδήποτε συμβολίζει δύναμη, κυριαρχία ή ανωτερότητα μπορεί εύκολα να ενταχθεί σε αυτό το πατριαρχικό φαντασιακό. Η αποδοχή της ακροδεξιάς ρητορείας θα πρέπει να αξιολογηθεί και με τα αισθητικά, συναισθηματικά και ψυχολογικά κριτήρια που την υποθάλπουν. Όπως φαίνεται από την εκλογική άνοδο, οι ψηφοφόροι της δείχνουν σαφώς λιγότερη εκτίμηση για τη δημοκρατία, εξιδανικεύουν αυταρχικές ηγεσίες και υπερασπίζονται ευκολότερα πολιτικές υπεράσπισης των προνομίων αντί της αναγνώρισης ίσων δικαιωμάτων για όλ@. Πιο απλά, είναι πλήθη που έχουν φυσικοποιήσει το δικαίωμα του «δυνατού» να κάνει ό,τι θέλει και την υποχρέωση του «αδύναμου» να αποδεχτεί τη μοίρα-κατωτερότητά του.

Οι φεμινιστικές προοπτικές που δόθηκαν στην πολιτική συζήτηση από τα κινήματα της δεκαετίας της κρίσης, καθώς και η έμφαση στην έννοια της φροντίδας ως αποδοχής της αλληλεξάρτησης ατόμων, ομάδων, φυσικού και κοινωνικού οικοσυστήματος σηματοδοτούν έναν άλλο τρόπο προσέγγισης του πολιτικού, μια εναλλακτική κυβερνολογική.

Μέσα από παρόμοιες προβληματοποιήσεις σκιαγραφείται ένα ευρύ φάσμα λειτουργιών που ξεφεύγουν από το τεχνοκρατικό πλαίσιο της απλής διακυβέρνησης-διαχείρισης ενός οριοθετημένου και σταθερού πεδίου δυνάμεων. Πλάι στις επιλογές των επίσημων κρατικών θεσμών, υπογραμμίζονται οι αντιφάσεις και οι μεταλλάξεις της εξουσίας, μαζί με τις αντιδράσεις της κοινωνίας των πολιτών, τα κινηματικά ξεσπάσματα αλλά και τις στιγμές της διάψευσης των προσδοκιών. Πηγαίνοντας ένα βήμα παρακάτω, το βιβλίο μας βοηθάει να παρατηρήσουμε με μεγαλύτερη διαύγεια τη σημερινή άνοδο της λαϊκής αποδοχής στην ακροδεξιά παράνοια. Σε βαθμό, μάλιστα, που οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι το κρισιμότερο πολιτικό διακύβευμα τώρα πια είναι το να μπει φρένο στον συνεχή εκφασισμό των λαϊκών στρωμάτων και όχι τόσο τα εσωκομματικά, αυταναφορικά και ψυχαναγκαστικά τερτίπια των αριστερών κομμάτων.

Όπως το 2010 έτσι και σήμερα η κατάσταση απαιτεί δύσκολες και γενναίες αποφάσεις, εκτενείς συνεργασίες και διευρυμένη απεύθυνση, συνεκτίμηση της πολυπαραγοντικότητας αλλά και σαφήνεια στην επιλογή των προτεραιοτήτων. Αντ’ αυτού φαίνεται ένα σημαντικό κομμάτι της αριστεράς (κοινοβουλευτικής και μη) να αναλώνεται περισσότερο σε στρατηγικές ηγεμόνευσης εντός του χώρου της και λιγότερο ενάντια στην αυταρχική δεξιά. Η εσωστρέφεια, τα ηγετικά παιχνίδια και η αδιαφορία για τον αυξανόμενο αριθμό πολιτών που επιλέγουν την αποχή στις εκλογές δίνουν αέρα στα πανιά του συντηρητικού και αντιδραστικού χώρου που εμφανίζει πιο εύκολη συσπείρωση.

Η ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ είναι χαρακτηριστική ως προς αυτό, αφού σταδιακά:

… εδραιώνεται μια απευθείας σχέση κόμματος και πολιτών, ή καλύτερα ηγεσίας και ψηφοφόρων. Η εξουσία συγκεντρώνεται ακόμα πιο πυκνά γύρω από τον Τσίπρα, ενώ γύρω από τον αρχηγό σχηματίζεται μια ομάδα εκλεχτών: Αχτσιόγλου, Τζανακόπουλος, Ηλιόπουλος, Παππάς κ.ά. Αν συγκρίνουμε τις εκλογικές εκστρατείες του 2012 και 2015 με εκείνη του 2019, η εικόνα αποτυπώνει ευθέως τη στροφή προς ένα προσωποκεντρικό πρότυπο κόμματος. Για παράδειγμα, ενώ στις εκλογές του 2012 και του 2015 κυριαρχούσαν αναφορές στο κόμμα, την αριστερά, τα κινήματα, πολιτικά αιτήματα, ταυτότητες και αγώνες, στις εκλογές του 2019 προεξήρχε το πρόσωπο του Αλέξη Τσίπρα. Αυτή η κατάληξη είναι απότοκος μιας πορείας του κόμματος που ξεκινά από το 2012 ήδη, με τη διάλυση των κομματικών τάσεων και τη συγκέντρωση του πολιτικού ελέγχου στον αρχηγό. Η μεταμόρφωση γίνεται ακόμα εντονότερη στη βραχεία περίοδο Κασσελάκη (2023-2024). Είναι μια μετεξέλιξη, όμως, που εμφανίζεται ευρύτερα στα δυτικά πολιτικά συστήματα με την πτώση των μαζικών κομμάτων. (σελ. 292)

Το κύμα του αντι-λαϊκισμού που παρασύρει τις κοινωνικές συνειδήσεις σε όλο και πιο εύκολους αφορισμούς για τη δημοκρατική συμμετοχή και τη δυνατότητα συναπόφασης, ακόμα και στους κόλπους του προοδευτικού χώρου, νομιμοποιεί τελικά την εξάρτιση από την τεχνοκρατία, τις ελίτ και τον συγκεντρωτισμό. Είναι νοοτροπίες ή, αλλιώς, κυβερνολογικές που οφείλει να τις αμφισβητήσει στην πράξη κάθε κίνημα, κόμμα ή πρωτοβουλία με στόχο την κοινωνική αλλαγή.

Στο επίμετρο του βιβλίου, ο αναγνώστης θα βρει ένα παρόμοιο πλαίσιο προτάσεων:

Η πράξη που δημιουργεί εδώ και τώρα άλλες μορφές οργάνωσης και κοινωνικών δεσμών, κόσμους καλής, ισότιμης, αλληλέγγυας κι ελεύθερης ζωής στις κοινωνικές σχέσεις – το περιβάλλον, την παιδεία, την οικονομία, τον πολιτισμό, την φροντίδα, την υγεία– είναι εξίσου ζωτική. Όχι μόνο για την κάλυψη άμεσων αναγκών και την αντιμετώπιση κινδύνων και καταστροφών. Αλλά και για την ανάκτηση της αξιοπιστίας και της ελπίδας μέσα από τα έργα που καταδεικνύουν χειροπιαστά ότι καλύτεροι κόσμοι είναι δυνατοί. Και ασφαλώς, ακόμη και αν σε δεδομένες συγκυρίες οι αντιηγεμονικές παρεμβάσεις στο κεντρικό πολιτικό σύστημα είναι ατελέσφορες, ο συνδυασμός πολύμορφων δράσεων αντίστασης με πιέσεις και δραστηριοποίηση σε υπάρχοντες θεσμούς –στην τοπική αυτοδιοίκηση, στους χώρους εργασίας και τα συνδικάτα, στην υγεία και την παιδεία, σε τοπικές πρωτοβουλίες πολιτών και στις καθημερινές σχέσεις κτίζει αναχώματα. Οικοδομεί ταυτόχρονα τα θεμέλια και τις δυναμικές για μια ευρύτερη αντιηγεμονική στρατηγική, για μια κοινωνική επικράτηση και αλλαγή που θα απορρέει από τη δημοκρατική αυτοδιεύθυνση των πολλών (σελ. 533).

* Ο Γιώργος Δημητρίου είναι Διδάκτορας Πολιτικής Επιστήμης, ΑΠΘ.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα