Η σκατοψυχιά δεν είναι άποψη

Διαβάζεται σε 5'
Η σκατοψυχιά δεν είναι άποψη
istock

«Θεέ μου, μη μ’ αφήνεις ούτε καλημέρα να ‘χω πια με τέτοια, δήθεν εξευγενισμένα, υποκείμενα», Γ. Ιωάννου

Διαβάζουμε τοξικά σχόλια για τη φριχτή γυναικοκτονία στην Καλαμάτα. Όπως σε κάθε σχεδόν γυναικοκτονία, ακούμε σεξιστικό μίσος, προσβολές στο θύμα και στη μνήμη του, υπονοούμενα ηθικής τάξης.

Μισάνθρωποι προσπαθούν να μας τραβήξουν στη λάσπη τους. Κανονικοποιούν τη βία και το έγκλημα, ξεπλένουν τον δράστη, δικαιολογούν τις 45 μαχαιριές (τον τύφλωσε το πάθος), ενοχοποιούν το θύμα. Επιτίθενται σε όποιον και όποια εκφράσει οργή για τη σειρά γυναικοκτονιών. Προσβάλλουν όποια επισημάνει το ελλιπές θεσμικό και προνοιακό πλαίσιο που δε βοηθάει τα θύματα να ξεφύγουν από τους κακοποιητές. Εχθρός όποιος θυμίσει τι μυστικά κρύβει η Αγία Ελληνική Οικογένεια ή τολμήσει να θίξει το θέμα (και το γνωστό λόμπι) της συνεπιμέλειας.

Ζούμε ανάμεσα σε τέτοιους ανθρώπους. Δεν τους σταματάει ούτε το ζεστό ακόμα αίμα των θυμάτων. Ίσα ίσα, εξοργίζονται από το αυθόρμητο κύμα ανθρώπινης οδύνης, συμπάθειας για τα θύματα και οργής για τους θύτες.

Ζούμε ανάμεσα σε τέτοιους ανθρώπους. Είναι ίσως οι ίδιοι -κάποιοι σίγουρα συμπίπτουν- με όσους μιλούσαν για «ανωμαλίες» κάτω από τις διαφημίσεις αεροπορικής εταιρείας που στηρίζει το pride. Είναι οι ίδιοι που έγραψαν ομοφοβικά «καλαμπούρια» για αεροπλάνα που «προσγειώνονται με την όπισθεν». Μπορεί να τα λένε και στα παιδιά τους τα χωρατά για να μη χαθεί από την παράδοσή μας αυτό το λεπτό χιούμορ.

Μπορεί να ήταν οι ίδιοι που επικροτούσαν πριν λίγα χρόνια τον περήφανο συμπατριώτη μας στη Λέσβο όταν φώναζε προς την έγκυο πρόσφυγα στη βάρκα «Ας μην έκανε μωρά, εγώ την γκάστρωσα;». Και τότε σεξισμός και ρατσισμός, ο στόχος ήταν και γυναίκα και μουσουλμάνα: το τζακ ποτ του Έλληνα μάγκα και νταή.

Μπορεί να ήταν οι ίδιοι που δεν έκρυβαν τη χαρά τους όποτε έφηβος ρομά έπεφτε νεκρός από αστυνομικά πυρά. Και πάλι το ίδιο μίσος για όποιον εκδήλωνε αποτροπιασμό για τα επανειλημμένα περιστατικά αστυνομικής αυθαιρεσίας. «Ευαισθητούληδες» μας ανέβαζαν, «δικαιωματιστές» μας κατέβαζαν. «Αυτά τα λένε οι γνωστοί αλληλέγγυοι», έλεγαν. Στον αξιακό τους κώδικα, η αλληλεγγύη είναι βρισιά.

Τι τα συνδέει όλα αυτά; Το κοινό έδαφος, εύφορο για τη σεξιστική, μισογυνική, ομοφοβική, τρανσφοβική, ρατσιστική βία. Είναι ο διανοητικός χυλός που γεννά δικαιολογίες και ελαφρυντικά για την κακοποίηση, τον εκφοβισμό, ακόμα και τον φόνο. Είναι ο κανιβαλισμός που φορτώνει στο θύμα την ευθύνη του παθήματός του. Αυτή η «μάτσο-εθνο-τοξικότητα» ανθεί στον περιρρέοντα «casual» σεξισμό της καθημερινότητας, στα χοντρά πειράγματα, το κράξιμο.

Αυτή η τοξικότητα υποκρύπτει έναν σαφή κώδικα συμμόρφωσης: «σεξ και ξύλο» στις κτητικές σχέσεις με τα θηλυκά, τις σχέσεις εξάρτησης και υποταγής. Όταν ο κώδικας παραβιάζεται ή απειλείται, όταν το άλλο μέρος εκφράζει βούληση διαφορετική, χειραφετητική ή –ακόμα χειρότερα- τάση φυγής, τότε δε φταίει εκείνος που αντιδρά και τιμωρεί. Το ακούμε συχνά: «κοίτα τι τον ανάγκασε να κάνει, δεν ήταν τέτοιος άνθρωπος αυτός».

Το θύμα τεκμαίρεται ένοχο: ο ρομά παραβάτης άξιζε να πεθάνει, η μετανάστρια να πνιγεί, η δολοφονημένη να σκοτωθεί. Τεκμήριο ενοχής για το θύμα μπορεί να είναι οτιδήποτε, η ταυτότητα, τα ρούχα, η συμπεριφορά, ο βίος και η πολιτεία. Το θύμα μόνο του προκάλεσε όσα έπαθε. Ειδικά για τις γυναικοκτονίες, βοούν τα σχόλια: έγκλημα πάθους, αυτός ποτέ δε θα έκανε κάτι τέτοιο, αυτός την αγαπούσε και αγαπούσε τα παιδιά τους.

Οι τοξικοί μισάνθρωποι σχολιαστές του καφενείου, του γραφείου, του λεωφορείου  ή του διαδικτύου πρέπει να συναντάνε απαξίωση και άρνηση διαλόγου. Η τοξικότητα δεν είναι άποψη, το μίσος δεν ειναι γνώμη. Η επαφή με την τοξική χυδαιότητα δεν είναι διάλογος. Γιατί να συζητάμε με όσους επιχειρούν να αναιρέσουν την αξία της ανθρώπινης ζωής και αξιοπρέπειας; Τι μας υποχρεώνει να τους ανεχόμαστε; Μπορούμε μόνο να τους πούμε γιατί δε θέλουμε να τους ακούμε. Να ακούσουν και οι τρίτοι παρατηρητές ότι δε μένει απαρατήρητη και αναπάντητη αυτή η χυδαιότητα.

Συχνά δεν είναι εύκολο, ιδίως όταν τα λέει ο συνάδελφος στη δουλειά, ο συγγενής στο τραπέζι, ο γνωστός στην παρέα. Εκεί όμως χρειάζεται περισσότερο να εισπράττει την άρνηση, τη διακοπή της συζήτησης. «Με προσβάλλει να ακούω τέτοια πράγματα, είναι δικαίωμά μου να ζητώ να μην ακούγονται εδώ που εργάζομαι ή ξεκουράζομαι». Αυτό και μόνο. Θα επικαλεστεί είτε τη χαλαρότητα της κουβέντας («πώς κάνεις έτσι, πλάκα έκανα») είτε το δικαίωμα στην έκφραση. Κανείς δεν του το στερεί, δεν είπαμε να διωχθεί. Είπαμε ότι εμείς δε θα είμαστε εκεί να νομιμοποιούμε την τοξικότητά του.

Να μην πέφτουμε λοιπόν στην παγίδα της επίκλησης της ελεύθερης έκφρασης γνώμης. Θα μπορούσαμε σε άλλη περίπτωση να συζητήσουμε για ζητήματα διαπολιτισμικής συνύπαρξης ή σωφρονιστικής πολιτικής ή έμφυλων δικαιωμάτων και ταυτοτήτων ή παραβατικότητας ή πολλά άλλα. Εκεί χωράνε απόψεις και ελευθερία έκφρασης, μπορούμε να συμφωνήσουμε, να διαφωνήσουμε, να τσακωθούμε ακόμα. Η τοξικότητα και το ρατσιστικό, σεξιστικό ή ομοφοβικό μίσος δεν είναι απόψεις που αξίζουν σεβασμό και προσοχή. Βλάπτουν, υποκινούν αποκλεισμό, δικαιολογούν τη βία και το έγκλημα, μπορούν να προκαλέσουν τραγικές συνέπειες σε ανθρώπους. Είναι αποτέλεσμα χολερικών ιδεών που αμφισβητούν την ίδια την αξία του ανθρώπου. Να μην αφήνουμε ούτε σπιθαμή δημόσιου χώρου ανυπεράσπιστη και διαθέσιμη για τη διάχυση της τοξικότητας και του μίσους. Να μη μετέχουμε σε αυτή τη διάχυση, έστω και παθητικά με την αδράνειά μας.

Στο υπέροχο διήγημα † 13-12-43, ο Γιώργος Ιωάννου έκλεινε με αυτή τη φράση: «Θεέ μου, μη μ’ αφήνεις ούτε καλημέρα να ‘χω πια με τέτοια, δήθεν εξευγενισμένα, υποκείμενα». Μιλούσε για κάποιους που δικαιολογούσαν τη σφαγή στα Καλάβρυτα. Ταιριάζει απόλυτα και στους σημερινούς φορείς σκατοψυχιάς

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα