ΣΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΦΑΝΕΡΩΜΕΝΗΣ ΘΑ ΔΕΙΣ ΠΑΙΔΙΑ ΑΠΟ ΟΛΟ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ
Το 61ο Δημοτικό Σχολείο Θεσσαλονίκης είναι ένας γεωγραφικός άτλαντας παιδιών, με μαθητές από όλο τον κόσμο.
Τα παιδιά προετοιμάζονται για την αυριανή σχολική εκδρομή. Οι οδηγίες για τους γονείς έχουν εκτυπωθεί σε πέντε γλώσσες: ελληνικά, ρωσικά, αλβανικά και αραβικά.
Βρισκόμαστε λίγο έξω από τα τείχη της Θεσσαλονίκη, στο σχολικό συγκρότημα όπου στεγάζεται το 59ο και το 61ο Δημοτικό Σχολείο Θεσσαλονίκης.
Το μόνο κοινό που έχουν οι μαθητές, είναι ο τόπος διαμονής τους: Θεσσαλονίκη, Παναγία Φανερωμένη.
Στο βιβλίο εγγραφών, κάτω από τα ονόματα αναγράφεται ο τόπος γέννησης. «Πόγραδετς, Τυφλίδα, Ντουρές, Μεντνογκόρσκ, Άκκρα, Ντίσελντορφ».
Στα επαγγέλματα των γονέων ξεχωρίζουν τα: «εργάτης, οικιακά, γαζώτρια», ενώ δίπλα στα ελληνικά ονόματα συναντάμε και το «έμπορος».
Σε μια πόλη όπου τα σχολεία αδειάζουν από παιδιά, το συγκεκριμένο συγκρότημα συνεχίζει να γεμίζει θρανία από οικογένειες μεταναστών και προσφύγων.
«Αν δεν είχαμε τα προσφυγάκια, θα είχαμε κλείσει»
Πρόκειται για ένα ιστορικό σχολικό συγκρότημα.
Το 1927 δημιουργείται το 59ο, ενώ το 61ο χτίζεται το 1978. Η μουριά που βρίσκεται στο κέντρο του οικοπέδου είναι πάνω από 200 ετών, ενώ το εκκλησάκι χτίστηκε το 1925.
Ο Σάββας Αντωνιάδης είναι διευθυντής του 61ου Δημοτικού Σχολείου Παναγίας Φανερωμένης. Γεννημένος στη Φλώρινα και με ποντιακή καταγωγή, περιγράφει το σχολείο του ως έναν χώρο όπου η διαφορετικότητα αποτελεί καθημερινότητα εδώ και πολλά χρόνια.
«Η γιαγιά μου έλεγε: ό,τι κάνεις, κάν’ το καλά. Δεν μπορώ να κάνω διεκπεραιωτική δουλειά», λέει. «Πολλά σχολεία δεν θέλουν τους ξένους. Εμείς εδώ προσπαθούμε να είμαστε συμπεριληπτικοί».
Το σχολείο φιλοξενεί μαθητές από δεκάδες χώρες. Από την Αφρική φοιτούν παιδιά από τη Γκάνα, το Καμερούν, τη Νιγηρία, τη Ζάμπια και την Αίγυπτο. Παράλληλα υπάρχουν μαθητές αλβανικής, γεωργιανής, μουσουλμανικής και από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Τα περισσότερα παιδιά αλβανικής και γεωργιανής καταγωγής έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα, ενώ τα τελευταία τρία χρόνια έχουν προστεθεί και παιδιά από την Ουκρανία και τη Λευκορωσία.
Πολλά σχολεία φιλοξενούν ξένους, ενώ υπάρχουν και διαπολιτισμικά. Ωστόσο, το συγκεκριμένο είναι φύσει διαπολιτισμικό – τα παιδιά φοιτούν εκεί, ακριβώς γιατί μεγαλώνουν στη γειτονιά.
Η πολυπολιτισμικότητα δεν αποτελεί κάτι νέο για την Παναγία Φανερωμένη. Πριν ακόμη η περιοχή υποδεχθεί τα κύματα μεταναστών και προσφύγων των τελευταίων δεκαετιών, η γειτονιά αποτελούσε ήδη ένα μωσαϊκό πληθυσμών.
Στα οθωμανικά χρόνια, η περιοχή έξω από τα βορειοδυτικά τείχη της Θεσσαλονίκης κατοικούνταν κυρίως από μουσουλμανικούς πληθυσμούς, σε αντίθεση με το ιστορικό κέντρο όπου κυριαρχούσαν οι χριστιανικές και εβραϊκές κοινότητες. Η σημερινή Παναγία Φανερωμένη αναπτύχθηκε πάνω σε έναν από αυτούς τους παλιούς μαχαλάδες και διατήρησε διαχρονικά τον χαρακτήρα μιας γειτονιάς συνάντησης διαφορετικών πληθυσμών.
Το 95% των μαθητών στο σχολείο έχει μεταναστευτική ή προσφυγική καταγωγή. Την ίδια στιγμή πολλά δημοτικά κλείνουν στη Θεσσαλονίκη, λόγω μείωσης των γεννήσεων. «Αν δεν είχαμε τα προσφυγάκια θα είχαμε κλείσει», σημειώνει ο Αντωνιάδης.
O διευθυντής χαρακτηρίζει το σχολείο «ειδικό». Πολλά από τα παιδιά έχουν βιώσει δύσκολες εμπειρίες πριν φτάσουν στην τάξη.
«Τα παιδάκια ακούνε έναν θόρυβο και σκύβουν», λέει. «Πολλά δεν έχουν δεξιότητες γιατί δεν έχουν πάει νηπιαγωγείο. Αναγκαζόμαστε να τους κάνουμε μαθήματα προσχολικής ηλικίας για να μπορέσουν να ενταχθούν».
Για τον λόγο αυτό το σχολείο διαθέτει Τάξεις Υποδοχής, Τμήματα Ένταξης και Ζώνες Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας (ΖΕΠ), ενώ εφαρμόζει διαφοροποιημένη διδασκαλία ανάλογα με το επίπεδο κάθε μαθητή.
«Τα αλβανάκια είναι εξαιρετικά στα μαθηματικά. Τα μαυράκια άρχισαν να μιλάνε όλα ελληνικά – είναι σφουγγάρια. Αλλά δουλεύουν πολύ και οι συνάδελφοι», σημειώνει περήφανα ο διευθυντής. «Οι Έλληνες γονείς δεν ξεχωρίζουν κανένα παιδί. Όταν πω ότι χρειάζομαι παπούτσια ή ρούχα για κάποια οικογένεια, βοηθούν αμέσως. Και ο δήμος μας φροντίζει πολύ».
«Γίναμε παράλληλοι κηδεμόνες»
Ο Γιώργος, εκπαιδευτικός του σχολείου που φέτος συνταξιοδοτείται, θυμάται πως η πολυπολιτισμικότητα άλλαξε και τον ίδιο.
«Άλλαξα την αντίληψη που είχα για τους Αλβανούς τα πρώτα χρόνια της άφιξής τους στη χώρα. Έμεινα έκπληκτος από τις αλβανικές οικογένειες και την ευγένειά τους».
Θυμάται ιδιαίτερα τα χρόνια της οικονομικής κρίσης. «Μεγάλο θέμα ήταν όταν πολλοί γονείς έχασαν τη δουλειά τους. Τρεις-τέσσερις δάσκαλοι ήμασταν αποφασισμένοι να βοηθήσουμε οικογένειες χωρίς εισόδημα. Χρησιμοποιήσαμε προσωπικές σχέσεις και βοηθήσαμε μερικές δεκάδες οικογένειες».
Ανάμεσα στις ιστορίες που κουβαλά από το σχολείο όμως, ξεχωρίζει μία.
«Πριν από δύο εβδομάδες ήρθε ένα παλικάρι 22 χρονών. Μου είπε: “Ήρθα επειδή έμαθα ότι θα βγείτε στη σύνταξη. Είστε το πρότυπό μου”».
Η μητέρα του ήταν μία από τις οικογένειες που είχαν στηρίξει οι εκπαιδευτικοί στα χρόνια της κρίσης.
«Είχε έρθει η μάνα του με κλάματα και μας έδειξε ένα δίευρο. Μας είπε: “Ή θα το δώσω στο παιδί μου για κολατσιό ή θα πάω στο σούπερ μάρκετ”. Μαζεύαμε χρήματα για δυόμισι μήνες, μέχρι που βρήκε δουλειά και μπόρεσαν να σταθούν στα πόδια τους».
Η βιβλιοθήκη ως καταφύγιο
Η Τασούλα Χεπάκη, υποδιευθύντρια του σχολείου και υπεύθυνη της σχολικής βιβλιοθήκης, υπηρετεί στο σχολείο εδώ και δεκαπέντε χρόνια.
Παρότι κατοικεί μακριά από τη γειτονιά, επέλεξε να παραμείνει.
«Έμεινα εδώ ακριβώς επειδή το σχολείο έχει αυτόν τον χαρακτήρα», αφηγείται στο NEWS 24/7.
Θυμάται ότι παλαιότερα το σχολείο λειτουργούσε αντισταθμιστικά απέναντι στις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν πολλά παιδιά στο σπίτι. «Ήταν πολύ πιο ενδιαφέρον και ευχάριστο από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Τα παιδιά έρχονταν με μεγάλη χαρά».
Τα τελευταία χρόνια, όμως, διαπιστώνει αλλαγές.
«Υπάρχει μικρότερη συμμετοχή. Δεν είμαι σίγουρη ότι είναι θέμα αρχών. Πολλά παιδιά προέρχονται από διαλυμένες οικογένειες. Δεν υπάρχει χρόνος επαφής και επικοινωνίας στο σπίτι. Όλα τα προβλήματα συσσωρευμένα μεταφέρονται στο σχολείο».
Στη διάρκεια της συζήτησης μας, οι αναμνήσεις της γυρνάνε πίσω στην περίοδο της προσφυγικής κρίσης. Εκείνη την περίοδο, οι εκπαιδευτικοί βρέθηκαν να αναλαμβάνουν ρόλους πέρα από τα τυπικά καθήκοντά τους.
«Γίναμε σε μεγάλο βαθμό παράλληλοι κηδεμόνες. Το 2015 και το 2016 ήμασταν χωρίς ωράριο. Παίρναμε παιδιά από τις τάξεις για να τους κάνουμε προσχολική αγωγή και να τα εντάξουμε. Όταν τελείωνε ο σχολικός χρόνος, ψάχναμε να δούμε τι έλειπε στις οικογένειες».
Τα τελευταία επτά χρόνια, μαζί με τον συνάδελφο της Γιώργο, δημιούργησαν τη σχολική βιβλιοθήκη.
«Είναι ένας χώρος χαλάρωσης και ηρεμίας. Κάνουμε μια άτυπη εκπαίδευση έξω από τον καταναγκασμό της τάξης. Ανοίγουμε στα διαλείμματα για να παίξουν, να μιλήσουν, να διαβάσουν στον καναπέ».
Παρά το ιδιαίτερο κοινωνικό προφίλ του σχολείου, η ίδια σημειώνει ότι οι συγκρούσεις είναι περιορισμένες.
«Έχουμε τις λιγότερες συγκρούσεις και τα λιγότερα παράπονα. Οι οικογένειες αυτές αφιερώνουν πολύ χρόνο στον βιοπορισμό τους. Δεν ασχολούνται με το αν τα παιδιά περνούν ή δεν περνούν καλά. Ασχολούνται με την επιβίωση τους».
Σε μια Θεσσαλονίκη που γερνά και βλέπει τα σχολεία της να αδειάζουν, το συγκρότημα της Παναγίας Φανερωμένης συνεχίζει να γεμίζει τάξεις, αυλές και διαδρόμους με παιδιά από όλο τον κόσμο. Και ίσως το σημαντικότερο μάθημα που διδάσκεται εδώ να μην βρίσκεται στα βιβλία, αλλά στο γεγονός ότι για τους περισσότερους μαθητές η καταγωγή του διπλανού τους δεν αποτελεί καν ερώτημα.
Όπως λέει και ο διευθυντής, όταν τους ρωτούν αν έχουν «ξένους» στο σχολείο τους, εκείνα απορούν: «Ποιοι είναι οι ξένοι;».