Στο όνομα της μάνας
Διαβάζεται σε 7'
“Όὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν”. “Δεν γεννήθηκα για να μοιράζομαι το μίσος, αλλά την αγάπη”. – Σοφοκλής, Αντιγόνη, στ. 523
- 16 Ιουνίου 2026 09:39
Σε μια σειρά πολιτικών τραγουδιών, από τον μεσοπόλεμο ως τη δικτατορία, το πρόσωπο που μιλά —ή για το οποίο μιλάμε— δεν είναι ο αγωνιστής. Είναι η μάνα του.
Η επιλογή δεν είναι συναισθηματική· είναι λειτουργική. Ο θρήνος μιας μάνας περνούσε εκεί όπου το πολιτικό σύνθημα δεν περνούσε. Η λογοκρισία σταματούσε τις λέξεις «αντάρτης» ή «εξόριστος», όχι όμως το παράπονο μιας μητέρας για το παιδί της. Έτσι η μάνα έγινε όχημα: μέσα από το δικό της πένθος ειπώθηκε ό,τι αλλιώς θα κοβόταν.
Στον «Επιτάφιο» το μοιρολόι πατά σε μια πραγματική φωτογραφία του 1936. Στο «Χαϊδάρι» ο γιος είναι ένας δεκαεπτάχρονος μελλοθάνατος. Στο «Κάποια μάνα αναστενάζει» ο πόλεμος δεν κατονομάζεται ποτέ — κι όμως ο κόσμος τον αναγνώρισε. Στα τραγούδια της εξορίας η μάνα περιμένει έναν κατάδικο που «δεν συνεμορφώθη».
Πίσω από κάθε τέτοιο τραγούδι υπάρχει ένα κράτος που τιμωρεί και μια οικογένεια που πληρώνει το τίμημα. Η μάνα είναι το σημείο όπου η κρατική βία γίνεται μετρήσιμη: όχι σε αριθμούς, αλλά σε απουσίες.
«Επιτάφιος»
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης / Ποίηση: Γιάννης Ρίτσος.
Ποίημα: 1936. Πρώτες ηχογραφήσεις: 1960 (Θεοδωράκης–Μπιθικώτσης· και η εκδοχή Χατζιδάκι με τη Νάνα Μούσχουρη).
Ο Γιάννης Ρίτσος έγραψε τον «Επιτάφιο» το 1936, μετά από μια φωτογραφία στον «Ριζοσπάστη»: μια μάνα σκυμμένη πάνω στον νεκρό γιο της, σκοτωμένο στην αιματηρή απεργία των καπνεργατών της Θεσσαλονίκης. Ολόκληρο το έργο είναι το μοιρολόι αυτής της μάνας, ένα μοιρολόι που έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα. Δεν θρηνεί έναν «ήρωα»· θρηνεί ένα παιδί, και μέσα από αυτό το πένθος κατονομάζεται η κρατική βία.
«Χαϊδάρι»
Μουσική/Στίχοι: Μάρκος Βαμβακάρης.
Σύνθεση: 1943. μελωδία χαμένη, αναπλάστηκε από τον Στέλιο Βαμβακάρη (εκτέλεση Νταλάρα, 1980)
«Τρέξε, μανούλα, όσο μπορείς,
Τρέξε για να με σώσεις,
Κι απ΄ το Χαϊδάρι μάνα μου,
Να μ΄απελευθερώσεις»
Γραμμένο λίγο μετά τη λειτουργία του στρατοπέδου Χαϊδαρίου. Μιλά ένας δεκαεπτάχρονος μελλοθάνατος που απευθύνεται στη μάνα του. Η μάνα είναι ο μόνος άνθρωπος που επικαλείται ο καταδικασμένος — και ταυτόχρονα ο πιο ανήμπορος να τον σώσει.
«Γιατί να γίνω μάνα»
Μουσική: Χρήστος Λεοντής / Στίχοι: Κώστας Βίρβος / Ερμηνεία: Μαρινέλλα. Κύκλος «Καταχνιά», 1965.
Από τον κύκλο για το τρίπτυχο Κατοχή–Αντίσταση–Απελευθέρωση. Ο γιος αρπάζεται σε μπλόκο και οδηγείται μια νύχτα στο Χαϊδάρι. Το τραγούδι δεν δείχνει τη σύλληψη ούτε τον κατακτητή· μένει εξ ολοκλήρου στη μάνα και στην απουσία που της αφήνουν.
«Στο μπλόκο τον αρπάξανε,
σαν σκύλο τον πετάξανε,
μια νύχτα στο Χαϊδάρι,…
γιατί, γιατί, γιατί να γίνω μάνα»
«Κάποια μάνα αναστενάζει»
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης / Στίχοι: Μπάμπης Μπακάλης (η πατρότητα αμφισβητείται).
Πρώτη εκτέλεση: Τσιτσάνης, Στέλλα Χασκίλ, Μάρκος Βαμβακάρης, 1947. Ηχογραφήθηκε μέσα στον Εμφύλιο, χωρίς καμία ρητή αναφορά στον πόλεμο: μια μάνα απλώς αναστενάζει για τον γιο της μακριά. Αυτή ακριβώς η ασάφεια το έκανε τραγούδι όλων — το τραγουδούσαν αντάρτες και κυβερνητικοί στρατιώτες. Η μάνα ήταν το μόνο κοινό σημείο ενός διχασμένου λαού.
Παρ΄ όλα αυτά, με διαταγή του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, στις 6 Δεκεμβρίου 1947, απαγορεύτηκε.
«Κάποια μάνα αναστενάζει
Μέρα νύχτα ανησυχεί
Το παιδί της περιμένει
Που έχει χρόνια να το δει»
«Διότι δεν συνεμορφώθην»
Στίχοι/Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης.
Σύνθεση: 1969 (Ωρωπός) / κυκλοφορία: 1974, δίσκος «Τα Τραγούδια του Αγώνα».
Γράφτηκε όσο ο Μ. Θεοδωράκης ήταν κρατούμενος της χούντας· ο τίτλος είναι η γραφειοκρατική φόρμουλα της εκτόπισης. Μέσα στο τραγούδι κατονομάζονται οι τόποι κράτησης (Αλικαρνασσός, Παρθένι, Ωρωπός, Κορυδαλλός). Η μάνα, πέρα από το κύμα, είναι το μέτρο του χρόνου που περνά πίσω από τα σύρματα.
«Μια μανούλα περιμένει χρόνια τώρα να τη δω
Πέρα από το γαλάζιο κύμα, τον γαλάζιο ουρανό»
«Της γερακίνας γιος»
Μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης / Στίχοι: Κώστας Βίρβος. Δίσκος «Σκοπευτήριο», 1975.
Από έναν δίσκο που παραπέμπει στις εκτελέσεις της Καισαριανής. Ένας φυλακισμένος γράφει στη μάνα του να μην τον κλαίει. Ο Κ. Βίρβος, βασανισμένος ο ίδιος ως μέλος της ΕΠΟΝ στην Κατοχή, ενώνει δύο εποχές καταστολής — και απευθύνεται, πάλι, στη μάνα ως τον μόνο αποδέκτη που μένει.
«Το γλυκό σου γράμμα ωχ μανούλα μου
…
Είναι το κελί μου ωχ μανούλα μου
Μα εγώ δε ζω γονατιστός
Είμαι της γερακίνας γιος
…
Μάνα μη λυπάσαι μάνα μη με κλαις
…
Πόσο θα τραβήξει ωχ μανούλα μου
Μα εγώ δε ζω γονατιστός
Είμαι της γερακίνας γιος»
Για το κράτος, ο άνθρωπος αυτός ήταν μια κατηγορία: «κομμουνιστής», «αντάρτης», «εξόριστος» — ένα όνομα σε έναν κατάλογο. Για τη μάνα παρέμεινε αυτό που ήταν πριν από κάθε ιδεολογία και κάθε καθεστώς: το παιδί της.
Όταν λοιπόν ο φυλακισμένος ή ο μελλοθάνατος στρέφεται σ’ εκείνην, δεν ζητά απλώς παρηγοριά. Επιστρέφει στη μόνη σχέση που δεν τον στρατολόγησε, δεν τον έκρινε και δεν τον καταδίκασε.
Αυτή ακριβώς η μετατόπιση —από τον αντάρτη στο παιδί— ήταν που άφηνε το τραγούδι να περάσει. Με ένα τίμημα: ό,τι σώθηκε ήταν το πένθος, όχι η αιτία του.
Αξίζει να σταθούμε σε κάτι που τα ίδια τα τραγούδια αποσιωπούν. Σε όλα, το πολιτικό υποκείμενο είναι ο γιος· η γυναίκα είναι πάντα η μάνα που περιμένει. Όμως στα ξερονήσια και στις φυλακές δεν ήταν μόνο άντρες. Γυναίκες εξορίστηκαν στο Τρίκερι, τη Χίο, τη Μακρόνησο · βασανίστηκαν, εκτελέστηκαν, πολέμησαν στην ΕΠΟΝ και τον ΕΛΑΣ. Στο τραγούδι, όμως, η γυναίκα δεν κρατιέται, δεν αγωνίζεται, δεν εκτελείται· θρηνεί. Η φόρμα «γίνεται όλων» επειδή ανάγει και τη γυναίκα σε μια προ-πολιτική θέση —τη μάνα— και της αφαιρεί τη δική της δράση. Το ίδιο σχήμα που κρύβει τον αντάρτη από τη λογοκρισία, κρύβει κι εκείνην από την ιστορία.
Τίποτα από αυτά δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα. Η μάνα που θρηνεί τον σκοτωμένο γιο ή την κόρη είναι μια από τις παλαιότερες και πιο διαδεδομένες φόρμες με τις οποίες εκφράζεται η κρατική βία. Η δυτική εικόνα της —η mater dolorosa, η Παναγία με τον νεκρό γιο στην αγκαλιά— είναι το ίδιο σχήμα με τη φωτογραφία του 1936 από την οποία ξεκίνησε ο
«Επιτάφιος»: μια μάνα σκυμμένη πάνω στο παιδί της. Το ρεμπέτικο δεν την επινόησε· την αναγνώρισε.
Αλλού, η ίδια φιγούρα βγήκε από το τραγούδι και μπήκε στην πλατεία. Στην Αργεντινή της χούντας, οι Μητέρες της Πλατείας Μαΐου διέσχιζαν κάθε Πέμπτη τον χώρο μπροστά στο προεδρικό μέγαρο, με λευκά μαντίλια στο κεφάλι, ζητώντας πίσω τα εξαφανισμένα παιδιά τους· στην Τουρκία, οι Μητέρες του Σαββάτου κάνουν το ίδιο εδώ και χρόνια. Εκεί η μητρότητα δεν ήταν συγκάλυψη αλλά όπλο — το αντίστροφο ακριβώς από ό,τι κάνουν τα ελληνικά τραγούδια, που κρύβουν την πολιτική μέσα στη μάνα. Δύο αντίθετες κινήσεις, ο ίδιος λόγος: το κράτος μπορεί να σκοτώσει τον αντάρτη· στη μάνα του δεν έχει απάντηση, γιατί για να της επιτεθείς πρέπει πρώτα να παραδεχτείς τι της έκανες.
Γι’ αυτό το πένθος της επιβιώνει εκεί όπου το σύνθημα σβήνει. Όχι επειδή είναι πιο δυνατό — επειδή είναι το μόνο που η εξουσία δεν μπορεί να διαψεύσει.